Η «επίσκεψη» της Κοντολίσας συνέπεσε με μια θλιβερή επέτειο για την
οποία η ίδια (ως σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του
Μπους, εκείνη την εποχή) έχει κεφαλαιώδη συμμετοχή και ευθύνη: Την
εισβολή στο Ιράκ, από την οποία συμπληρώνονται τρία
χρόνια, και την κατοχή της χώρας από το στρατό των ΗΠΑ και της
Βρετανίας. Τις προάλλες η αμερικανή υπουργός Εξωτερικών ομολόγησε ότι
στο Ιράκ οι ΗΠΑ έχουν κάνει «χιλιάδες τακτικά λάθη» ωστόσο επανέλαβε ότι
η εισβολή ήταν η «σωστή στρατηγική επιλογή» (δηλώσεις της Ράις στο
Μπλάκμπερν της Αγγλίας, αρχές Απριλίου). Και να που οι ΗΠΑ ετοιμάζονται
να κάνουν άλλη μια «σωστή στρατηγική επιλογή», να επιτεθούν στο Ιράν
δηλαδή, έστω και αν έτσι -από σπόντα- κάνουν μερικά ακόμα «τακτικά»
λαθάκιαΙ
Φυσικά το Ιράν δεν είναι Ιράκ. Με δεδομένο ότι στο Ιράκ 150.000 ξένοι
στρατιώτες αδυνατούν να επιβάλουν την κατοχή, και μάλιστα η κατοχική
δύναμη έχει εξαντλήσει το ανθρώπινο δυναμικό του στρατού των ΗΠΑ, κανείς
στο Πεντάγωνο δεν μπορεί να σκεφτεί την πιθανότητα να διατεθεί
ταυτόχρονα ανάλογη δύναμη και στο Ιράν. Πολύ περισσότερο όταν το Ιράν
έχει πληθυσμό 70 εκ., έναντι 25 του ΙράκΙ
Επιπλέον στο Ιράν δεν είναι εγκατεστημένη μια δικτατορία, ενάντια στη
θέληση του λαού. Τυχόν εισβολείς δεν θα βρουν στη χώρα πρόθυμους
συμμάχους (έστω, τα ανδρείκελα που βρέθηκαν στο Ιράκ) ούτε ένα λαό
βασανισμένο για χρόνια από το μπααθικό καθεστώς και το αμερικανικό
εμπάργκο. Στο Ιράν λειτουργεί η δημοκρατία από την πτώση του Σάχη ως τις
μέρες μας, με τακτικές εκλογές και νόμιμη λειτουργία των κομμάτων -έστω
και με τις παραμορφώσεις και τους περιορισμούς που επιβάλλουν όργανα
όπως οι λεγόμενοι «φρουροί της επανάστασης». Μπορεί οι Ιρανοί να
παλεύουν για περισσότερη δημοκρατία (όπως έδειξαν οι δύο συνεχόμενες
εκλογικές νίκες του φιλελεύθερου Χαταμί και οι φοιτητικές διαδηλώσεις
ενάντια στα κλεισίματα εφημερίδων), δεν θεωρούν ωστόσο ότι ζουν στο
πλαίσιο ενός δικτατορικού καθεστώτος. Συνεπώς θα είναι πολύ περισσότερο
πρόθυμοι από τους Ιρακινούς να το υπερασπιστούν, και μαζί την πατρίδα
τους.
Για αυτούς και πολλούς άλλους λόγους μια εισβολή και κατοχή του Ιράν
θεωρείται σήμερα αδιανόητη. Αλλά και το «πυρηνικό χτύπημα» που
αναφέρεται από ορισμένους κύκλους ως πιθανότητα πρέπει να αποκλειστεί.
Ακόμα και ο Μπους είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι επιχειρώντας κάτι
τέτοιο θα μείνει στην ιστορία ως παράφρων. Ένα ισχυρό αεροπορικό χτύπημα
πάντως, με πυραύλους μακράς εμβέλειας όπως έγινε στο παρελθόν στο Ιράκ,
στο Αφγανιστάν και στο Σουδάν, δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Όμως τέτοιους είδους χτυπήματα δεν είναι δυνατά απλά όταν κάποιος
είναι στρατιωτικά ισχυρός. Το 2003, δεν αρκούσε στις ΗΠΑ η στρατιωτική
υπεροπλία για να επιτεθούν στο Ιράκ -και αυτό είναι κάτι που πολύς
κόσμος παραβλέπει, υπερτιμώντας την αξία της «ξερής» στρατιωτικής
υπεροχής. Χρειάστηκε να χτίσουν μια ιδεολογική συμμαχία τόσο στο
εσωτερικό τους (δηλ. στην κοινή γνώμη των ΗΠΑ) όσο και στο εξωτερικό, με
τις ξένες κυβερνήσεις. Για να την πετύχουν στηρίχτηκαν σε ιδεολογήματα:
«Το Ιράκ διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής, ο Σαντάμ είναι ένας τύραννος
και η εκδίωξή του θα φέρει ευημερία στο λαό του, ο Σαντάμ δίνει
καταφύγιο σε τρομοκράτες». Η απόλυτη απαξίωση όλων αυτών, ένα προς ένα,
έχει σοβαρές συνέπειες σε οποιοδήποτε μελλοντικό εγχείρημα στο Ιράν.
Ιδιαίτερα το γεγονός ότι σήμερα ο ιρακινός λαός βρίσκεται σε χειρότερη
θέση συγκριτικά με το 2003 και η χώρα αντί να γεύεται τα αγαθά μιας
ξενόφερτης έστω δημοκρατίας έχει φτάσει στο χείλος του εμφυλίου.
Σίγουρα μια δεκαετία πριν οι Ιρανοί αξιωματούχοι δεν θα μπορούσαν να
προβλέψουν μια τέτοια εξέλιξη, πάντως σήμερα την ισχυρότερη άμυνα έναντι
των ΗΠΑ τους την παρέχουν οι ιρακινοί, πρώην εχθροί τους.
|