(Περικλής Γιαννόπουλος 10 Απριλίου 1910 Έβρεχε πολύ.)
Αρνήθηκε τη στεγνή, συμβατική ζωή από ανάγκη. Σεμνά κι απέριττα
έβλεπε και δε ζούσε παρά μόνον για τα θαμπόφωτα σπίτια και τους τοίχους
των καφενέδων με τα αρματωμένα καράβια και τις περιγέλαστες σκιές.
Το βιβλίο κυκλοφόρησε σε πάρα πολύ περιορισμένο αριθμό αντιτύπων με
τέλειο και ανεπανάληπτο συνδυασμό κειμένου και εικόνας.
Σύμφωνα με το ένστικτό του το ζωγράφισε όπως του ερχόταν και ζούσε με
την άποψη του έξω του λιμανιού χώρου ως ένας άνθρωπος που κυνήγησε την
εξαίσια γοητεία της δημιουργικής μαγείας.
Τα μάτια του κράχτες, ξεφωνίζουν παρακινώντας του δυο τυμπανιστές να
μπουν στο χορό και να κεντήσουν με σύμβολα μυστηριακά τα ρούχα των
παλιάτσων. Φυσά το φλάουτο και οι καρδιές πέφτουν στο χώμα προσκυνώντας
με ατέλειωτες μετάνοιες τους μεταμφιεσμένους σε τράγους αμαξάδες,
πονεμένη κραυγή σκίζει τα' αυτιά του κι ένα δάχτυλο τον κατηγορεί
αμείλικτα.
Τρέχει κοντά στην ακριβή αλήθεια με το σάβανο του, μέσα στον πυρετό
της αγωνίας. Καίγεται από μια διπλή αγάπη, βλασφημεί, σκούζει,
μουγκρίζει, απλώνει το χέρι για να βοηθηθεί, δαγκώνει τη σάρκα του,
τρομάζει την ακοή των έξι σεβάσμιων γερόντων.
Κουτσός θεός, που τον πέταξε κάτω από τον ουρανό η μάνα του, φτερούγα
μαύρη νεκρικού καλύμματος, γυναίκα που χορεύει χλιμιντρίζοντας για
ύστερη φορά κάτω απ' τα άστρα.
Ορθός στη μέση του ναού, ακουμπάει στις σωριασμένες πέτρες
μοιράζοντας τα δώρα της μάχης. Ένα μαραμένο κρίνο και τη μπαλάντα του
ήλιου. Γαλάζιο σύννεφο ριζώνει στο χώμα και η βροχή παίζει με τα κλειστά
τζάμια και το βλέμμα της μάνας. Χρυσές αναμνήσεις από κορφές που
ξαγρυπνούνε και απ' τις φωτιές που χύνανε άσπρα κοχύλια σ' αυτούς που
έστειλαν τις ζητωκραυγές των αχτίνων.
Κινδυνεύει σαν το ποίημα που σέρνεται στους δρόμους, ανήμπορη λαμπάδα
που κουρνιάζει σε σπηλιά ,τραγούδι με χρυσές πλεξούδες και κορδέλες των
στροβίλων, βαδίζει πλάι στους καθρέφτες με τα θαλασσιά μάτια και τα
βαλσαμωμένα πουλιά, λειτουργός του πόνου, σκοτεινή πληγή σε μαρμάρινο
θρόνο.
Η νιότη έχει αποσυρθεί από τα χέρια, νοιώθει τα μάτια των ανθρώπων
που χαιρετίζουν τα παλιά καράβια με στεφάνια μαγιάτικα και στομωμένα από
το φως μαχαίρια, πιθάρια μητρικά, γαλήνια.
Όταν έπιασε να χαράζει κι άρχισαν να φαίνονται πια τα σχήματα του
κόσμου, άκουσε τ' όνομά της.
Ήταν ένα κάλεσμα για άγνωστους κόσμους, ολόιδια με χτύπο καρδιάς
δεμένης με χοντρή αλυσίδα καραβιού, ξεκίνησε, ήταν λυτρωμένος.
Φυσούσε δυνατά από τη θάλασσα. Τα ρουθούνια του γέμιισαν με της
αλμύρας τη ζάλη, δεν υπήρχαν πια περιθώρια για τίποτα, του ήρθε να βάλει
τις φωνές από την ξαφνική χαρά, σήμαντρα που καλούν για το δείπνο του
Ήλιου.
Δε διαμαρτυρήθηκε κανείς, ούτε κανείς μίλησε για συνθηκολόγηση και τα
παρόμοια, στα ήρεμα νερά έπλεαν τα φαντάσματα μιας απίθανης καταστροφής,
Ανακάλυπτε ξανά τον εαυτό του, μες στο μυαλό ακούστηκε μια δυνατή
βροντή.
Το άλογο χύθηκε καταμεσής του πελάγου, χαμογέλασε, δεν του έφερε
αντίρρηση, τόλμησε μόνον να ρωτήσει.
-Ποιόν ζητάς?
«.Ήρθα να ιδώ την άνοιξη-μας έλεγες στερνά- γι αυτήν μονάχα ήρθα
στην ζωή.
Την είδα, την κατάλαβα, της ρούφηξα τα μυστικά,
Τώρα ξαναγυρίζω στη σιγή.» (Μυρτιώτισσα)
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΣ
|