Ήδη τα περισσότερα νέα σχολικά βιβλία για το Δημοτικό είναι έτοιμα. Η
εισαγωγή τους, μετά από αρκετές καθυστερήσεις, έχει σχεδιαστεί να
πραγματοποιηθεί πλέον κατά την επόμενη σχολική χρονιά. Στη συνάντηση που
έγινε, στα πλαίσια της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, γι' αυτό το θέμα
στις 10 Μαρτίου στο σχολείο της Ποσειδωνίας, ένας από τους συγγραφείς
του βιβλίου της Γλώσσας της ΣΤ τάξης, εξομολογήθηκε μια μικρή αλήθεια:
«Εκείνο που έγινε», είπε, «όσον αφορά την ποσότητα της ύλης του βιβλίου,
ήταν να αξιοποιήσουμε στο έπακρο το χρόνο της διδασκαλίας που ορίζει το
αναλυτικό πρόγραμμα για το μάθημα. Αλλά το ίδιο ακριβώς έκαναν και οι
συγγραφείς των βιβλίων των άλλων μαθημάτων, της Φυσικής, των Μαθηματικών
κ.λ.π. Στην ουσία υπήρξε ένας άτυπος διαγωνισμός για το ποιοι θα
μπορούσαν να κερδίσουν λίγο χώρο/χρόνο παραπάνω, ώστε να υπάρξει στο
βιβλίο που ετοίμαζαν καλύτερα διατυπωμένο το όραμά τους». Η άποψη αυτή
δεν έχει βέβαια τίποτε το αρνητικό, αν διατυπώνεται μάλιστα με το πάθος
κάποιου που μεριμνεί να υπογραμμίσει μια λεπτομέρεια από τον δημιουργικό
οίστρο των ομάδων που ανέλαβαν να συγγράψουν τα βιβλία. Παραπέμπει
ωστόσο σε μια εικόνα που εξηγεί το παρόν και που δίνει σαφή σημάδια και
για το τι μέλλει γενέσθαι στο μέλλον.
Ας φανταστούμε ένα μεγάλο αριθμό μαθημάτων ως ζωντανούς οργανισμούς
που προσπαθούν να καταλάβουν έναν ορισμένο, μάλλον αρκετά στενό, χώρο. Η
προσπάθειά τους αυτή δεν μπορεί να καταλήξει παρά σε ένα μόνο
αποτέλεσμα. Την πλήρωση του χώρου μέχρι ασφυξίας. Μοιάζει σαν να
καλύπτεται ο χώρος/χρόνος στο σχολείο από τις ανεξέλεγκτες κινήσεις των
υπό διαμόρφωση γνωστικών ενοτήτων, μόνο και μόνο γιατί δεν είμαστε σε
θέση να πούμε ένα επιτακτικό στοπ! Αλλά γιατί να εκφωνήσουμε μια τέτοια
λέξη; Μόνο κάποιος που είναι σε θέση αληθινά να εποπτεύει μπορεί να
συλλάβει την ανάγκη να υπάρχει και χώρος/χρόνος κενός, δηλαδή τέτοιος
που να ορίζει ραγισματιές ανάμεσα στα χτισμένα από γνώσεις και
δραστηριότητες εδάφη, ώστε να αναπνέει και το καταπλακωμένο χώμα.
Όμως εμείς δεν έχουμε αντίληψη της καλής επίδρασης του κενού
χώρου/χρόνου, γιατί μάλλον μας εμπνέει περισσότερο η επιστημονική μας
κατάρτιση Π η οποία (καθοδηγημένη από τη γνωστή ρήση που διατυπώθηκε από
την επιστήμη της φυσικής) τον απεχθάνεται. Και είμαστε προσκολλημένοι σε
μια εποπτεία των λεπτομερειών, νομίζοντας ότι έτσι λύνουμε το ζήτημα της
καλής εκπαίδευσης, κατανέμοντας δηλαδή όπως αρμόζει, με διαθεματικό
έστω τρόπο, τον όγκο των γνώσεων, έστω κι αν μερικές από αυτές
επιμένουν να αποτινάζουν από επάνω τους οποιαδήποτε ονοματοθεσία.
Τα πράγματα έχουν βέβαια όνομα. Οι πράξεις επίσης. Οι σχέσεις,
ωστόσο, καθώς και η γνώση που απορρέει από αυτές, απαιτούν διάρκεια
χρόνου ώστε να αποκρυσταλλωθούν σε κάτι. Η σχέση π.χ. του δασκάλου με το
μαθητή επηρεάζεται βέβαια από το περιβάλλον, αλλά δεν υπακούει σε καμιά
τελεολογική αρχή. Επιμένει, σχεδόν για πάντα, να μην ορίζεται από απτά
γνωρίσματα, αποσκιρτώντας από το παγιωμένο και κάνοντας παιχνίδι
περισσότερο με το αέρινο κομμάτι της «υφής της».
Γενικά στην εκπαίδευση, ακόμα και όταν μιλάμε για αλλαγές και
καινοτομίες, αποφεύγουμε να αγγίζουμε ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις
ανάμεσα στους εκπαιδευτές και τους εκπαιδευόμενους. Πράγματα που δεν
μπορούν να ορισθούν, δίκαια αποσιωπούνται. Δεν είναι όμως δίκαιο να
κάνουμε και πως δεν υπάρχουν. Τη στιγμή δηλαδή της αμηχανίας, όταν ο
χρόνος δεν τρέχει, γιατί λείπει εκείνη την ώρα μια δραστηριότητα στην
τάξη, θα μπορούσαμε να την εκμεταλλευτούμε όχι απλώς με την επίδειξη
επινοητικότητας (αυτός που έχει εκπαιδευτεί να μπαλώνει τέτοιες τρύπες
είναι και ο ικανός για το εκπαιδευτικό μας σύστημα) αλλά με το
αντίθετο. Με το θάρρος να υπομείνουμε ένα σκληρό ερώτημα. Ποιοι είμαστε
εμείς και τι κάνουμε εκείνη την ώρα με αυτούς που έχουμε απέναντί μας;
Σε τέτοιες πραγματικά παραγωγικές στιγμές, όπου το παραγόμενο αποτέλεσμα
ουδόλως εμφανίζεται άμεσα, δεν είναι αστείο αν αντιπαραθέσουμε τη φτωχή
μας πραμάτεια με αυτή του διπλανού ίσως συναδέλφου, ο οποίος, στον ίδιο
χρόνο, στη δική του τάξη, μπορεί να επιδίδεται με τους μαθητές του σε
«παραγωγή»!, κατά τη διάρκεια του γλωσσικού μαθήματος, γραπτού ή
προφορικού λόγου.
Αν ο μαθητής τώρα ορίζεται ως «παραγωγός» λόγου, κι εμείς είμαστε
λογικά οι συνειδητοί εκτροφείς του, ε, τότε ναι, η σχέση μας, εν τέλει,
έχει όνομα.
Έχω την εντύπωση ότι μας διακατέχει μια περιοριστική, υλιστική
αντίληψη για τον σκληρά εργαζόμενο (και βαθιά υποτιμημένο) μαθητή στο
σχολείο. Κυρίως μας θέλγει η αναμονή των αποτελεσμάτων της τακτικής
μας, θέτοντας από πριν σωρηδόν παραμέτρους μέτρησης της
«αποδοτικότητάς» του. Έτσι το να λύνει ένας μαθητής ένα πρόβλημα
τεσσάρων πράξεων στα μαθηματικά με ευκολία, είναι ένα χαροποιό στοιχείο
που αυξάνει πάντα την αισιοδοξία μας. Ως προς τι όμως; Δυστυχώς μόνο ως
προς την μέθοδό μας. Εκείνο το οποίο μας ενδιαφέρει, είναι η όσο
γίνεται μεγαλύτερη ανταπόκρισή του σ΄ αυτό που εμείς θέσαμε ως στόχο.
Ένα μικρό κατόρθωμα, όπως η λύση μαθηματικών προβλημάτων από κάποιο
μαθητή, ακολουθείται από υπεροψία και μέθη των διδασκόντων. Κι από
τέτοιους στόχους βέβαια άλλο τίποτα. Δεν τελειώνουν ποτέ. Στόχοι για την
ιστορία, τη φυσική, τη γλώσσα, στόχοι για το παραμικρό κομμάτι χρόνου
που καταναλώνεται στην αίθουσα διδασκαλίας. Την ίδια στιγμή λείπει από
την οπτική μας η συνολική εικόνα. Η ματιά που δίνει υπόσταση. Η αδρότητα
του περιγράμματος. Το ξεχωριστό σχήμα του κάθε μαθητή! Του νέου
ανθρώπου, του οποίου οι ικανότητες δε χωρούν στις λίστες που
κατασκευάζουμε για να μετρήσουμε την απόδοσή του.
Προς το παρόν κάτι τέτοιο, μια κάποια καθαρότερη δηλαδή εικόνα του τι
έχουμε γύρω μας, μπορεί να δημιουργηθεί μόνο με το σταμάτημα του χρόνου:
τη συγκέντρωση αυτού του απεριόριστου εύρους πάνω από την
ιδιαιτερότητα. Όταν παύει, έστω για λίγο κάθε φορά, να λειτουργεί ο
γιγάντιος μηχανισμός του συστήματος παραγωγής σχολικού χρόνου, τότε
αναφύεται, μέσα στη γυμνότητά του, η αληθινή φιγούρα του παιδιού που
έχουμε μπροστά μας. Η παύση αυτή λειτουργεί άμα εμείς οι δάσκαλοι
αισθανόμαστε (εκεί καταντήσαμε λόγω της υπερδραστηριότητας) απέναντί της
άβολα.
Παρ' όλο που ίσως πολλά σχέδια εργασίας και άλλες εκκρεμότητες
περιμένουν τη σειρά τους για να περάσουν στο στάδιο της εφαρμογής, εμείς
πρέπει να επιτείνουμε την αμηχανία μας μέχρι τα άκρα. Οι σπασμωδικές
κινήσεις επιτάσσουν δράση, εις βάρος του αμετακίνητου της στάσης που
προϋποθέτει η κατανόηση. Ας επιμείνουμε.
|