Παρουσίαση 5 πρόσφατων ηχογραφήσεων που έχουν σαν κοινό τους
χαρακτηριστικό ότι το τρομπόνι φιγουράρει σε πρώτο ρόλο και ότι
προέρχονται από νέα και ανερχόμενα ονόματα που βλέπουν μπροστά τους το
πράσινο φως για μια αξιόλογη συνέχεια.
Alex Heitlinger Sextet: «Green Light» (Synergy)
Συχνά αναρωτιέμαι τι τύχη μπορεί να έχουν όλοι αυτοί οι νέοι που
αποφοιτούν μαζικά κάθε χρόνο από τα δεκάδες μουσικά πανεπιστήμια της
Αμερικής. Πόσοι από αυτούς θα μπορέσουν να διατηρούν το τηλέφωνό τους
απασχολημένο με επαγγελματικές προτάσεις και πόσοι θα καταφέρουν να
κάνουν κάτι δικό τους και αξιόλογο. Το μέλλον πάντως φαίνεται να
χαμογελά στο νεαρό Alex Heilinger, γιατί τελειώνοντας το πανεπιστήμιο
του Κολοράντο στα 22 του πριν από τρία χρόνια, δεν ήταν απλά ένας καλός
τρομπονίστας, αλλά ένας περφόρμερ και συνθέτης αξιώσεων. Αυτό
τουλάχιστον δείχνει με το πρώτο του κιόλας άλμπουμ «Green Light». Το
ηχογράφησε με το σεξτέτο του που αποτελείται από μια παρέα μουσικών οι
οποίοι δραστηριοποιούνται στο Denver και το Boulder του Κολοράντο, με
γνωστότερο όλων τον πιανίστα Art Lande, δάσκαλο του Heitlinger και
οικείο στο ευρωπαϊκό κοινό από τους δίσκους του στην ECM. Η παρουσία
Lande αποτελεί και το δημιουργικό καταλύτη που παρασύρει όλο το γκρουπ
οδηγώντας το εκ του ασφαλούς. Oι συνθέσεις του Heitlinger είναι
προσανατολισμένες στο μοντέρνο μποπ και σχηματίζουν την εικόνα ενός
κατασταλαγμένου δημιουργού και όχι ενός νεαρού καλλιτέχνη που
πειραματίζεται και καταπιάνεται με διάφορα στυλ προσπαθώντας να βρει την
ταυτότητά του. Oι ιδέες του από το παιχνίδι εναλλαγής των ρυθμών στο
«Crazy Jake», μέχρι το σοφιστικέ φανκ του «The Foot» και το υποβλητικό
«Dusk», αξιοποιούνται από την τριπλέτα των πνευστών που σχηματίζει το
τρομπόνι του με την τρομπέτα του Greg Gisbert και το σαξόφωνο του Peter
Sommer, αναπτύσσοντας σε αντίστιξη το θέμα και παίρνοντας διαδοχικά θέση
για αυτοσχεδιασμούς.
www.alexheitlinger.com
Alan Ferber: «Scenes from an Exit Row» (Fresh Sound)
Στα 30 του ο Alan Ferber έχει ένα βιογραφικό που του εγγυάται ότι δεν
πρόκειται να μείνει άνεργος. Έχει δουλέψει με μεγάλα αστέρια της τζαζ,
της ποπ, της σόουλ, ακόμα και του χιπ-χοπ. Ανάμεσά τους ο Louie Bellson,
o Brian Setzer (Stray Cats), o Don Byron, οι Temptations, οι They Might
Be Giants και o Dr. Dre. Μετά από ένα άλμπουμ όπως το «Scenes from an
Exit Row», που τον αναδεικνύει ως σολίστα, ηγέτη, συνθέτη και
ενορχηστρωτή, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι θα κάνει και μια αξιόλογη
προσωπική καριέρα. Πλαισιωμένος από οκτώ νέους και ταλαντούχους
μουσικούς (ανάμεσά τους και ο δίδυμος αδελφός του, ο γνωστός ντράμερ
Mark Ferber) φτάνει σε ένα ισορροπημένο μείγμα σύνθεσης, ενορχήστρωσης
και αυτοσχεδιασμού, προσεκτικά μελετημένο και σύνθετο όσο και άμεσο και
ακουστικά ευχάριστο. Αν και τόσο στο μέγεθος όσο και στη δομή του το
γκρουπ του Ferber διαφέρει από τα δύο σχήματα με τα οποία ηχογραφεί ο
Dave Holland (το κουιντέτο και τη μεγάλη του ορχήστρα) η μουσική του
συχνά -όπως στο «New View» και το «Jigsaw»- μοιάζει με αυτή του μεγάλου
μπασίστα, κάτι που φυσικά μόνο σαν κομπλιμέντο μπορεί να θεωρηθεί. Αυτό
συμβαίνει ίσως εξαιτίας του John Ellis που το τενόρο σαξόφωνό του
θυμίζει αρκετά Chris Potter, της σφιχτής δυάδας μπάσου και ντραμς από
τον Alexis Guadrado και τον Mark Ferber σε αντιστοιχία με αυτή του
Holland με τον Billy Kilson, αλλά και του ίδιου του Alan Ferber που έχει
τη σβελτάδα και τη φαντασία του Robin Eubanks. Πέρα από αυτά η μουσική
του Ferber ανοίγεται σε πολλαπλές κατευθύνσεις - προς το μπήμποπ με τη
διασκευή του «Reunion» του Gigi Gryce, τα βρώμικα μπλουζ με το «Get
Sassy», τη λιτότητα και τους λεπτούς υπαινιγμούς με το «Kayak» του Kenny
Wheeler και το «Long Lost» · χωρίς ποτέ να χάνει τον προσανατολισμό του.
http://ferber0.tripod.com/alanferber/
Robert Bachner Quintet: «Heart Disc» (Ats)
O 33χρονος αυστριακός Robert Bachner από το 1998 και μετά
συνεργάζεται σταθερά με τη Vienna Art Orchestra, μια από τις καλύτερες
και πιο γνωστές μεγάλες ορχήστρες της Ευρώπης, έχοντας συμμετάσχει στα
10 τελευταία της άλμπουμ. Ακούγοντας όμως το «Heart Disc», την πρώτη
δουλειά με το κουιντέτο του, διαπιστώνουμε ότι στη δική του πορεία
προτιμά ακολουθεί περισσότερο τα κανάλια της καθαρόαιμης τζαζ και
λιγότερο τους ευρωπαϊκούς πειραματισμούς. Και ότι σίγουρα ένα από τα
αγαπημένα του γκρουπ θα πρέπει να είναι οι Jazz Messengers του Art
Blakey της εποχής του Curtis Fuller και του Wayne Shorter.
Έτσι αισθανόμαστε κυρίως χάρη στα κομμάτια με το γρήγορο τέμπο που
έχουν τη δύναμη, το νεύρο αλλά και την ειλικρίνεια και την αίσθηση της
χαράς της ζωής που απέπνεε η μουσική του Blakey. Το παίξιμο του Bachner
κοιτάζοντας τους μεγάλους της δεκαετίας του '50, όπως ο J.J. Johnson και
ο Curtis Fuller, είναι πραγματική απόλαυση. O Christrian Maurer είναι
ένας εξαιρετικός σαξοφωνίστας, που στο σοπράνο θυμίζει πολύ τον Dave
Liebman (ιδίως στο «Minor Mood»), ενώ σπουδαία δουλειά κάνει και ο
ντράμερ Christian Salfellner. O Bachner, όπως διαβάζουμε στο σάιτ του
έχει κιόλας έτοιμα τρία καινούρια άλμπουμ. Ένα με το κουιντέτο του, ένα
ντουέτο με τον Helmar Hill και ένα με τη δική του αυτή τη φορά μεγάλη
ορχήστρα.
Έτσι έχει πολύ ενδιαφέρον να διαπιστώσουμε πολύ σύντομα τις
διαστάσεις που μπορεί να πάρει το ταλέντο του.
http://homepage.mac.com/bachnerr/Robert/
Sarah Morrow: «The American All Stars in Paris» (O+)
Η Sarah Morrow από το Oχάιο έκανε τα πρώτα της βήματα στο πλευρό του
ανθρώπου που την ανακάλυψε, που δεν ήταν άλλος από τον Ray Charles.
Έπαιξε και περιόδευσε μαζί του για 2 χρόνια και συνέχισε την καριέρα της
κυρίως στην Ευρώπη. Συνεργάστηκε με μουσικούς όπως ο David Murray και η
Dee Dee Bridgewater και ηχογράφησε τους δύο πρώτους της δίσκους για τη
γαλλική RDC. Στην τρίτη της δουλειά συναντιέται στο πάντα φιλόξενο για
τη τζαζ Παρίσι, με μια παρέα ξενιτεμένων συμπατριωτών της, εξ ου και ο
τίτλος «The American All Stars in Paris». Όλοι τους είναι βετεράνοι και
μάλλον παραγνωρισμένοι στην άλλη πλευρά του ατλαντικού. O Hal Singer
(σαξόφωνο), η Rhonda Scott (χάμοντ) και δύο γνώριμοι για το ελληνικό
κοινό στο μπάσο και τα τύμπανα: ο Wayne Dockery, παλιό μέλος των Jazz
Messengers του Art Blakey που είχε παίξει στην Αθήνα με τον Steve Potts
και ο ντράμερ John Betsch, για πολλά χρόνια συνεργάτης του Steve Lacy με
τον οποίο είχε κάνει μια σειρά εμφανίσεων πριν από μερικά χρόνια στο
Half Note. Το άλμπουμ θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα σετ από μια
ζωντανή εμφάνιση της τρομπονίστριας, καθώς περιλαμβάνει μια συλλογή από
διασκευές γνωστών κομματιών (μόνο ένα κομμάτι έχει γραφτεί από την
ίδια), παιγμένων με μεγάλο κέφι («Worksong», «Sweet and Lovely»),
ευαισθησία («You've Changed»), αλλά και με ευφάνταστο τρόπο («Blue
Monk»). Το βιμπράτο και το παίξιμο με σουρντίνα από τη Morrow σε
συνδυασμό με το χάμοντ της Rhonda Scott φέρνουν στο μυαλό το δίδυμο του
Ray Anderson με τη Barbara Dennerlein. Όλα αυτά με τη βοήθεια της
εξωστρεφούς και εκρηκτικής παρουσίας της Morrow μοιάζουν να εγγυούνται
ότι θα περάσουμε καλά ακούγοντάς την και πράγματι έτσι είναι.
www.sarahmorrow.net
Manhattan Bones «Tribute» (Creative Jazz)
Το «Tribute» είναι πραγματική όαση για τους φίλους του τρομπονιού
γιατί προέρχεται από ένα ασυνήθιστο σχήμα στο οποίο πρωταγωνιστούν 4
τρομπονίστες αλλά και γιατί τα περισσότερα κομμάτια του άλμπουμ είναι με
άμεσο είτε με έμμεσο τρόπο αφιερωμένα σε μεγάλους μάστερ αυτού του
οργάνου. Oι Manhattan Bones ξεκίνησαν πριν από 15 χρόνια στην πολιτεία
του Μαίην ως Main Bones και εδώ και λίγα χρόνια προσάρμοσαν το όνομά
τους στο νέο τόπο διαμονής του δημιουργού τους Scott Reeves. O Reeves
μαζί με τον Tim Sessions, τον Mark Patterson και τον Tim Newman
σχηματίζουν αυτή την πρωτότυπη τετράδα τρομπονιών που συνοδεύεται από το
ρυθμικό τρίο του γνωστού πιανίστα Jim Ridl, του μπασίστα Mike McGuirk
και του ντράμερ Andy Watson. Η μακρόχρονη αφοσίωση και ο σεβασμός στη
μεγάλη παράδοση αυτού του οργάνου αλλά και ευρύτερα της τζαζ
μετουσιώνονται σε ένα γενναιόδωρο φόρο τιμής (tribute) που ξεκινά με μια
σύνθεση του J.J. Johnson, στυλοβάτη του σύγχρονου τζαζ τρομπονιού
(«Shutter-bug») και καταλήγει στο «Hum» του Bob Brookmeyer, με
ενδιάμεσους σταθμούς το «Where Flamingos Fly» που ήταν μια από τις
μεγάλες ενορχηστρωτικές στιγμές του Gil Evans με πρώτη φωνή το τρομπόνι
του Jimmy Knepper, και το κλασικό «Caravan» του Duke Ellington, που το
είχε γράψει μαζί με τον σπουδαίο τρομπονίστα της ορχήστρας του Juan
Tizol. Πολύ πετυχημένη και η απόδοση του γνωστού «Pavane» του Gabriel
Faure που διασκευές του έχουμε ακούσει κυριολεκτικά σε όλα τα είδη της
μουσικής. Πλάι σε αυτά τα κομμάτια στέκουν με άνεση οι δύο συνθέσεις του
Reeves (με το «Waltz from Shape Shifter» να θυμίζει το «Whisper Not» του
Benny Golson) που προδίνουν μια τάση του για τον μεγάλο ήχο. Τάση που
γίνεται εμφανής όταν το γκρουπ βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, οπότε και
αποκτά μεγάλο όγκο δίνοντας συχνά την εντύπωση ότι πρόκειται για ένα
αρκετά πιο πολυμελές σύνολο.
www.creativejazz.com
BAΓΓEΛHΣ APAΓIANNHΣ
vagarag@syr.forthnet.gr
|