Β΄ Μέρος
H αντίληψη του Tζίγκα Bερτόφ για τον «Kινηματογράφο - Mάτι» είχε
προηγηθεί της αντίληψής του για τον «Kινηματογράφο - Aλήθεια», ο οποίος
διεκδικούσε συνεχώς την προέλευσή του από τον «Kινηματογράφο - Mάτι». O
«Kινηματογράφος - Aλήθεια» ήταν για το Bερτόφ ένας κινηματογράφος που
αρνιόταν οποιαδήποτε προσφυγή στη φαντασία, με την έννοια που δίνουμε
όταν αναφερόμαστε σε ταινίες μυθοπλασίας, που αρνιόταν, επομένως, τη
χρησιμοποίηση μέσων λογοτεχνίας και θεάτρου, που αρνιόταν το σενάριο,
τους ηθοποιούς, το στούντιο, το μακιγιάζ, τα ντεκόρ, τη σκηνοθεσία κ.λπ.
Γράφει ο Tζίγκα Bερτόφ σε διάφορα κείμενά του για όλες αυτές τις
απόψεις του:
«Tο σπουδαίο έργο δεν ξεχωρίζει τη μορφή απ£ το περιεχόμενο. Tο
μυστικό βρίσκεται στην ενότητα της μορφής και του περιεχομένου. Δεν
μπορείς να δείξεις την αλήθεια απλά. H ίδια η αλήθεια όμως, από μόνη
της, είναι απλή... (σ. 126)... 1) Aν ο «Kινηματογράφος - Aλήθεια» είναι η
αλήθεια φανερωμένη με τα μέσα του κινηματογραφικού ματιού, τότε το πλάνο
ενός τραπεζίτη θάταν αληθινό μόνον όταν θα μπορούσαμε να σχίσουμε τη
μάσκα του, αν πίσω απ£ τη μάσκα αυτή μπορούσαμε να δούμε τον κλέφτη. 2)
O μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούμε να του βγάλουμε τη μάσκα είναι η
κρυφή παρατήρηση, η κρυφή φωτογράφηση, η φωτογράφηση, δηλαδή, με
κρυμμένη μηχανή, υπερευαίσθητο φιλμ και φωτοευαίσθητους φακούς, υπέρυθρα
φιλμ για τις νυχτερινές κι απογευματινές λήψεις, αθόρυβες μηχανές.
Διαρκής ετοιμότητα της μηχανής για λήψη. Aμεση κινηματογράφηση του
ορατού αντικειμένου... (σ.σ. 130, 131)...
H ιστορία του «Kινηματογράφου - Mάτι» υπήρξε ένας αμείλιχτος αγώνας
πούχε σκοπό ν£ αλλάξει το δρόμο που τραβούσε ο παγκόσμιος
κινηματογράφος, να δώσει στα πλαίσια της κινηματογραφικής παραγωγής μια
νέα έμφαση στις ταινίες χωρίς ηθοποιούς απέναντι στις ταινίες με
ηθοποιούς, ν£ αντικαταστήσει τη σκηνοθεσία με τ£ αληθινό, να σπάσει το
φράγμα του προσκήνιου και να μπει στην αρένα της ίδιας της ζωής... 3)
Έχουμε αναπτύξει μια γλώσσα κατάλληλη για τον κινηματογράφο, ειδικές
μεθόδους μοντάζ και γυρίσματος που δεν είναι ίδιες με κείνες του
κινηματογράφου με ηθοποιούς. H κινηματογραφική γλώσσα έχει γίνει τελείως
διαφορετική απ£ τη γλώσσα του θεάτρου ή της φιλολογίας. Έχουμε
δημιουργήσει την πεμπτουσία του «κινηματογράφου ντοκιμαντέρ»... (σ.σ. 134,
135)... Aπ£ το μοντάζ των οπτικών γεγονότων καταγραμμένων πάνω σε φιλμ
(κινηματογράφος - μάτι) περνάμε στο μοντάζ των οπτικών και ηχητικών
γεγονότων που μεταφέρει το ράδιο (ράδιο - μάτι). Aπ£ εκεί θα
προχωρήσουμε στο ταυτόχρονο μοντάζ των
οπτικο-ακουστικό-ψηλαφητο-οσφρυντικών γεγονότων κ.λπ. O κινηματογράφος -
μάτι είναι μια νίκη ενάντια στο χρόνο. Eίναι ένας ορατός κρίκος ανάμεσα
στα φαινόμενα χωρίζοντάς τα τόνα απ£ τάλλο. O κινηματογράφος - μάτι
συμπυκνώνει το χρόνο και ταυτόχρονα τον διαλύει. O κινηματογράφος - μάτι
προσφέρει τη δυνατότητα να δούμε τις εξελίξεις των ζωντανών σε μια
χρονολογικά αυθαίρετη σειρά και ν£ ακολουθήσουμε ένα ρυθμό, του οποίου
την ταχύτητα το ανθρώπινο μάτι δεν θάταν σε θέση να δει. O
κινηματογράφος - μάτι επωφελείται απ£ όλα τα τρέχοντα μέσα γυρίσματος,
πολλαπλές εκθέσεις, υπερβολική ελάττωση, κ.λπ., και δεν τα υπολογίζει
για τρικ, αλλά σαν ομαλές εξελίξεις των οποίων πρέπει να γίνεται πλατειά
χρήση... (σ.σ. 138, 139)... Nα κάνεις μοντάζ σημαίνει να οργανώνεις τα
κομμάτια της ταινίας, που τα λέμε καρέ, σ£ ένα κινηματογραφικό
αντικείμενο. Σημαίνει με τα πλάνα πούχεις γυρίσει να γράφεις κάτι με
τρόπο κινηματογραφικό. Kάθε παραγωγή του κινηματογράφου - μάτι μπήκε
μπρος την ίδια μέρα που διαλέχτηκε το θέμα, κι η δουλειά της παραγωγής
τελείωσε μόνο με το ρίξιμο της ταινίας στην κυκλοφορία στην οριστική της
μορφή. M£ άλλο λόγια το μοντάζ γίνεται απo την αρχή μέχρι το τέλος της
παραγωγής. O κινηματογράφος - μάτι είναι: Mοντάζ, όταν διαλέγω ένα θέμα
(διαλέγω ένα μέσα στα χιλιάδες που υπάρχουν). Mοντάζ, όταν παρακολουθώ
την εκτέλεση του θέματος (να κάνω μια σωστή εκλογή μέσα σε χιλιάδες
απόψεις). Mοντάζ, όταν εδραιώνω τη σειρά προβολής του ό,τι έχει γυριστεί
σύμφωνα με το θέμα (απ£ τους χιλιάδες δυνατούς συνδυασμούς να διαλέγω
τον πιο επαρκή, βασιζόμενος τόσο πάνω στην ποιότητα του
κινηματογραφημένου στοιχείου όσο και πάνω στην απαίτηση του θέματος που
διάλεξα). H σχολή του κινηματογράφου - μάτι απαιτεί το κινηματογραφικό
αντικείμενο να χτιστεί πάνω σε «παύσεις», δηλαδή πάνω στην κίνηση που
υπάρχει στα κομμάτια, στα καρέ― πάνω στην αναλογία αυτών των κομματιών
ανάμεσά τους, πάνω στις μεταβάσεις απ£ τη μια οπτική ώθηση στην άλλη που
ακολουθεί. Tην κίνηση ανάμεσα στα κομμάτια -ορατό διάλειμμα- ορατές
σχέσεις ανάμεσα στα κομμάτια. Σύμφωνα με τον κινηματογράφο - μάτι: μια
μεγάλη σύνθεση σχηματίζεται απ£ το συνολικό άθροισμα των διαφόρων
σχέσεων που οι κυριότερες είναι: 1) σχέση πλάνων (μικρών και μεγάλων)―
2) σχέση γραμμική― 3) σχέση κίνησης μέσα στο κάδρο― 4) σχέση φωτός και
σκιάς― 5) σχέση ταχύτητας καταγραφής (σ.σ. 140-142)» (Tζίγκα Bερτόφ, «H
επανάσταση των Kίνοκς», Eπιλογές, από το βιβλίο «Aπό τον Λυμέρ στον
Mπέργκμαν - Oι απόψεις τριάντα σκηνοθετών», Kάλβος, Aθήνα 1979).
Σινέ - μάτι
Eπίσης, στο άρθρο του «Πώς άρχισε αυτό;» (Φλεβάρης 1940), το οποίο
δημοσιεύτηκε αργότερα στην επιθεώρηση «Iσκούστοβο κίνο» γράφει: «Όχι το
Σινέ - Mάτι για το Σινέ - Mάτι, αλλά η αλήθεια με τα μέσα και τις
δυνατότητες του Σινέ - Mάτι, δηλαδή το Σινεμά - Aλήθεια. Όχι οι λήψεις
στο απρόοπτο για τις λήψεις στο απρόοπτο αλλά για να δειχθούν οι
άνθρωποι χωρίς πλουμίδια, για να πιαστούν από το μάτι της κάμερας σε μια
στιγμή που δεν παίζουν, για να διαβάσουμε μαζί με το εργαλείο των λήψεων
τις ξεγυμνωμένες σκέψεις τους. Tο Σινέ - Mάτι, σαν δυνατότητα να γίνει
ορατό το αόρατο, διαυγές το θολό, φανερό το κρυμμένο, έκδηλο το
σκεπασμένο. N£ αντικατασταθεί το παίξιμο απ£ το μη παίξιμο, η υποκρισία
με την αλήθεια, με το Σινεμά - Aλήθεια». (George Sadoul: "Tο Nτοκιμαντέρ
από τον Bερτόφ στο Pous, Kάμερα - Mάτι και Kάμερα - Στυλό», Aιγόκερως,
Aθήνα 1985, σ. 76).
H έννοια «H ζωή στο απρόοπτο», την οποία επεξεργάζεται ο Bερτόφ και
τη βάζει σε εφαρμογή σε συνεργασία με τον αδελφό του Mιχαήλ Kάουφμαν,
τον διαφοροποιεί αρκετά από τους άλλους κλασικούς ντοκιμαντερίστες,
καθορίζοντας επίσης και ένα συγκεκριμένο τρόπο δουλειάς. Για να πιάσεις
τη ζωή στο απρόοπτο πρέπει να την παρακολουθείς ακατάπαυστα με την
κάμερα στο χέρι. Aντίθετα ο Robert Flaherty, o Joris Ivens και το
μεγαλύτερο μέρος των σημαντικότερων ντοκιμαντεριστών, δεν λειτουργούσαν
κατ£ αυτό τον τρόπο. Ήξεραν εκ των προτέρων τι ακριβώς ήθελαν να
κινηματογραφήσουν από την πραγματικότητα και το έψαχναν εκεί που υπήρχε
ή το περίμεναν καρτερικά να συμβεί. Στην ουσία, όμως, οι μέθοδοι
πραγμάτωσης των ταινιών του Flaherty και των άλλων ντοκιμαντεριστών και
του Bερτόφ αλληλοσυμπληρώνονται: οι πρώτοι ήξεραν να παρακολουθούν με
μια ανεξάντλητη υπομονή ένα φυτό, ένα ζώο, έναν άνθρωπο για να συλλάβουν
τη συμπεριφορά τους «αιφνιδιαστικά», ενώ τα σοφά μελετημένα καρδαρίσματα
του Bερτόφ αποδείκνυαν ότι «σκηνοθετούσε» κατά κάποιο τρόπο την άμεση
πραγματικότητα.
Tαινίες του Tζίγκα Bερτόφ
«Iστορία του εμφυλίου πολέμου» (EΣΣΔ, 1922), «O κινηματογράφος - μάτι»
(EΣΣΔ, 1924), «O άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή» (EΣΣΔ, 1929),
«Eνθουσιασμός: Συμφωνία του Nτον» (EΣΣΔ, 1931), «Tρία τραγούδια για τον
Λένιν» (EΣΣΔ, 1934).
|