|
Με αρκετή καθυστέρηση ολοκληρώθηκε το «γεφύρι της Aρτας» που κάποιοι
αποκάλεσαν «ανασχηματισμό». Τώρα πια και οι τελευταίοι «αιθεροβάμονες»
θα έχουν αντιληφθεί πως επί μήνες υπήρξε πολύ κακό για το τίποτα.
Κι εντάξει, έφυγε ο Μολυβιάτης και ήρθε η Ντόρα. Έφυγε ο
Παναγιωτόπουλος κι επέτρεψε ο Τσιτουρίδης. Ο Σπηλιωτόπουλος μέριασε για
να περάσει ο Μεϊμαράκης. Ο Πολύδωρας κάθεται πια στην καρέκλα που
ζέσταινε ο Βουλγαράκης που μετακόμισε στο υπουργείο που είχαν (τρόπος
του λέγειν) ο Καραμανλής και η Πατραλιά η οποία αντικατέστησε τον
Αβραμόπουλο που πήρε τη θέση του Κακλαμάνη ο οποίος θα αντικαταστήσει τη
Ντόρα στο Δήμο Αθηναίων.
Ε, και; Είδε κανείς την παραμικρή διαφορά; Aλλαξε κάτι στο μικρόκοσμό
μας; Μην έπαψαν οι αποδράσεις; Μήπως αποφύγαμε τις θανατηφόρες πτώσεις
των ιπτάμενων φέρετρων που μας πασάρουν οι αμερικανοί; Μήπως έπαψαν οι
αναλύσεις των δημοσκοπήσεων και τα παραπολιτικά σχόλια να είναι η μόνη
«πολιτική» που μας σερβίρουν; Aλλαξε το παραμικρό στη σκληρή
πραγματικότητα που αντιμετωπίζει ο Έλληνας μεροκαματιάρης;
Και πώς ν£ αλλάξει κάτι; Μπορεί τα φθαρμένα σε δημοτικότητα πρόσωπα
να αντικαταστάθηκαν από πιο «φρέσκα» και πιο τηλεοπτικά, αλλά η πολιτική
που εφαρμόζεται είναι ίδια κι απαράλλαχτη. Τα πάντα εκχωρούνται στους
«κατέχοντες» και απαγορεύεται στους μη έχοντες να διεκδικήσουν το
δικαίωμα στην αξιοπρεπή διαβίωση. Το αίσχος που παρακολουθούμε αυτές τις
μέρες με αφορμή την απεργία των ναυτεργατών το αποδεικνύει περίτρανα. Με
τη γνώριμη αίσθηση του deja vu («ήδη ιδωμένου») ξαναβλέπουμε εικόνες που
έχουμε δει άπειρες φορές. Η πλοκή είναι γνωστή: ένας κλάδος
(οποιοσδήποτε κλάδος) διεκδικεί και περνά σε απεργιακές κινητοποιήσεις.
Αμέσως κινητοποιείται ο μηχανισμός συκοφάντησης του με στόχο να
προετοιμαστεί η κοινή γνώμη γι αυτά που θ£ ακολουθήσουν. Στη συνέχεια
ενεργοποιείται ο «κοινωνικός αυτοματισμός» (όρος που επινόησε το ΠΑΣΟΚ
για να περιγράψει τον απεργοσπαστικό μηχανισμό από κάποιες άλλες
κοινωνικές ομάδες που τάχα πλήττονται από την απεργία). Σειρά έχουν τα
έτοιμα από καιρό δικαστήρια που κρίνουν την απεργία «παράνομη και
καταχρηστική». Στη συνέχεια το λόγο έχει ο κρατικός τσαμπουκάς. Ομάδες
«αγανακτισμένων πολιτών» και ΜΑΤ ματοκυλίζουν τους απεργούς.
Το παραπάνω σενάριο εφαρμόστηκε και στην απεργία των ναυτεργατών με
δυο διαφορές: 1) για πρώτη φορά ο υπουργός των Εφοπλιστών, πριν καν
αρχίσει η απεργία, διακήρυξε ορθά κοφτά πως έχει έτοιμο παρακρατικό
μηχανισμό στην ιδιαίτερη πατρίδα του και - ώ του θαύματος- τον
χρησιμοποίησε 2) η απεργία παραδόξως δεν κρίθηκε «παράνομη». Παρ£ όλα
αυτά η κυβέρνηση της «σεμνότητας και της ταπεινότητας» κήρυξε
στρατιωτικό νόμο «καθ£ άπασαν την επικράτειαν (των λιμανιών)». Από κει
και πέρα τα «σεμνά» Ες-Ες ανέλαβαν δράση αποκλείοντας «ταπεινά» τα
λιμάνια, συλλαμβάνοντας «σεμνά» απεργούς και ποτίζοντας με «κοκτέιλς»
χημικών όποιον βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή των λιμανιών.
Κι όλα αυτά την ώρα που βουλευτές της (σαν τον ανεκδιήγητο Κερκυραίο
Γεωργιάδη) φρεσκοσιδερωμένοι και γραβατωμένοι μιλούσαν για «θρίαμβο της
δημοκρατίας».
Από την πλευρά του το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης
χαρακτήρισε (ως είθισται) την απεργία «δίκαιη» και τις κυβερνητικές
πρακτικές «αντιδημοκρατικές». Όσοι πουν πως το ίδιο έργο έχει
ξαναπαιχθεί χρόνια τώρα με αντίθετους τους ρόλους, είναι σίγουρα
«υποκινούμενοι από το ΚΚΕ» όπως ισχυρίζεται κάθε κυβερνητικό φερέφωνο
που στοιχειωδώς σέβεται τον εαυτό του. Από το ίδιο κόμμα σίγουρα
υποκινούνται κι εκείνοι που αδιαφορούν αν το ΠΑΣΟΚ έκανε πιο
«δημοκρατική» επιστράτευση ή αν η ΝΔ ακολουθεί πιο «φασιστικές»
πρακτικές ή αν τα ΜΑΤ του Σημίτη έδερναν πιο απαλά από τα ΜΑΤ του
Καραμανλή.
Είναι λοιπόν ηλίου φαεινότερο πως οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη
(στο κεφάλαιο) μένει, όπως περίπου λέει το ομώνυμο τραγούδι. Είτε
αλλάξουν κάποια πρόσωπα στην ίδια κυβέρνηση, είτε αλλάξουν τα κόμματα
που κυβερνούν, υπάρχουν κάποιες σταθερές «αξίες»: πάντα οι απαιτήσεις
των βιομηχάνων, των εφοπλιστών, των μεγαλοεργολάβων και των
μεγαλοεκδοτών είναι εφικτές και πραγματοποιήσιμες. Αντίθετα, τα αιτήματα
των εργαζόμενων είναι a priori ανέφικτα και δυναμιτίζουν την οικονομία
(αν και για να λυθούν απαιτείται το υποπολλαπλάσιο των χρημάτων που
χρειάζονται για να ικανοποιηθεί – προσωρινά- ο «επιχειρηματικός»
κόσμος).
Δε χρειάζεται να έχει σπουδάσει κανείς πολιτική οικονομία για να
κατανοήσει πως η συνέχιση της πολιτικής που πλουτίζει τους λίγους και
εξαθλιώνει τους πολλούς οδηγεί με σιγουριά στη συνέχιση των ανισοτήτων
και την ένταση των κοινωνικών αγώνων. Ούτε απαιτούνται γνώσεις
καφεμαντείας για να διαπιστώσει πως το παραμυθάκι του «κοινωνικού
αυτοματισμού» οσονούπω τελειώνει (αυτό είναι το βέβαιο κέρδος από την
κινητοποίηση των ναυτεργατών που πρέπει να κεφαλαιοποιηθεί: παρά τις
οφθαλμοφανείς επιπτώσεις της απεργίας σε πολλές ομάδες, οι ίδιες αυτές
ομάδες πρωτοστάτησαν στη στήριξη του αγώνα των ναυτικών άσχετα με τα
σκηνοθετημένα πλάνα επιλεγμένων «αγανακτισμένων» που μας σέρβιραν μερικά
MEGAλα κανάλια).
Μέρα με τη μέρα, αγώνα τον αγώνα, παγιώνεται στους εργαζόμενους η
άποψη πως η πολιτική δε μπορεί να ασκείται στα τηλεπαράθυρα και στις
δημοσκοπήσεις, αλλά στους δρόμους. Κανένας απολύτως δε πρόκειται να
υποκινήσει αυτή την εξέλιξη. Οι κάθε απόχρωσης κυβερνώντες έχουν
φροντίσει να ανάψουν τη σπίθα και κάνουν ό,τι μπορούν για να την
υποδαυλίζουν. Κι επειδή δεν μπορούν ούτε θέλουν να την αλλάξουν, πολύ
σύντομα θα διαπιστώσουν πόσο δίκιο είχε ο Καβάφης όταν μιλούσε γι αυτούς
που «ανεπαισθήτως κλείστηκαν από τον κόσμον έξω».
|