Tις νύχτες γλιστρούν στους δρόμους να βρουν αυτούς που περιμένουν στα
σταυροδρόμια, με ματωμένα πόδια και πονεμένες μορφές, ακολουθώντας τα
σημάδια πάνω στο χώμα, εντολή από απόμακρη νύχτα.
Στις αυλές των σπιτιών τα κορίτσια ανοίγουν τα παράθυρα για να
γεμίσουν τις καρδιές τους με τον άνεμο της λεμονιάς, υψώνουν τα χέρια σε
φώτα που τρεμοσβήνουν στις μυγδαλιές, αρχίζουν οι κραυγές, χρυσές
δαγκωματιές από ψυχές καλοκαιριών που λεν αντίο.
Aπλώνουν τα χέρια και στεφανώνουν τα παιδιά στις γραμμές του τρένου,
μετρώντας τους κολασμένους που βουλιάζουν στη φλεγόμενη λάσπη της ζωής,
κοιμούνται με ωτοασπίδες, φταίει ο θεός, ο μπαγάσας ουρανός, εξηγούν
λεπτομερειακά θεία κηρύγματα και περιπτώσεις σχιζοειδών προσωπικοτήτων,
κρύβονται και παρακολουθούν τις λεπτομέρειες της θεραπείας.
Tα κορίτσια αλλάζουν τα μάτια τους τη νύχτα, κοιτάνε παράξενα, όπως
τα ελάφια πριν σκύψουν για νερό, ρωτάνε τους περαστικούς αν τα είδαν,
πονάνε και σαλπίζουν τη στιγμή της επιστροφής στα σύννεφα της φωτιάς,
πληρώνουν τα λύτρα για ένα γαλάζιο ορίζοντα.
Συγκινήσεις επισκέψεων, κερασμάτων και πολέμων καθώς λένε ιστορίες
για τους σαράντα δράκους και τα μπαϊράκια με τα λουλούδια, φορώντας
αγκαθωτά μαντίλια στο πρόσωπο και κόκκινα φύλλα στο παλτό τους.
Xαμογελαστοί και πρόσχαροι με αναστηλωμένες εμφανίσεις, θέλουν να
συνεχίζονται τα ανέκδοτα, βουλώνοντας το στόμα με την παλάμη μήπως
αναγκαστούν να ουρλιάξουν για τις πολυκαιρισμένες αηδίες που θολώνουν το
μυαλό, για τα μαύρα ματόκλαδα χωρίς όνομα, για τα γερασμένα πρόσωπα στη
βεράντα.
Tα κορίτσια κάνουνε βασανισμένα όνειρα, λες και στην κοινωία των
ονείρων κάτι δεν πηγαίνει καλά την τελευταία στιγμή κι όλα ματαιώνονται.
Kαημοί και λαχτάρες για λίγα εξαρτήματα, σφίξιμο στην καρδιά για λίγα
στρέμματα τόπο, δαγκώνοντας τη γλώσσα για να καταπιούν τη βρισιά και την
οργή. Kύματα θολά, οργισμένα, που ροκανίζουν τις καθημερινές παρέες
ώσπου να σταματήσουν να σέβονται και να φοβούνται τις κουβέντες απ'
αυτούς που κάνουν παρέα με τη Γη.
Στεναγμοί και βογκητά, μαθυστικά ξεφτίδια από νύχτα, φωτιά και αίμα,
γκρεμός βαθύς, αλυσοδεμένες ζωντανές δυνάμεις, βγαίνουν απ' τις κρυψώνες
τους και περπατούν φορτωμένες γιορτινά ρούχα για να μας ντύσουν την ώρα
της αγχόνης, ερωτικό παιχνίδι να ξεχνιέται ο χάρος.
Ξυπόλητοι δερβίσηδες που κουβαλάνε στην πλάτη τα χρόνια που
περίσσεψαν, υπολογίζουν με μισό μάτι, ακούνε πως ο κόσμος αυτοκτονεί
κλειδαμπαρωμένος, πιάνουν πετροπόλεμο με την συμπαράσταση στον πόνο,
κρεμάνε στο λαιμό σακουλάκια με χρήματα που γράφουν τ' όνομά τους.
Hμέρα γάμων, με τα μαλλιά να κυματίζουν ελεύθερα και τα καΐκια να
αργούν σκεπασμένα με ατμούς, πειθαρχικοί άρρωστοι που χρειάζονται
περισσότερη προσοχή μέχρι να γίνει γνωστό το μέρος του ναυαγίου.
Φεγγίτες γεμάτοι από το χρώμα ματιών που λαμπυρίζουν καθώς ψάχνουν
για να βρούνε το επόμενο θήραμα, το γεύμα τους για αυτή τη νύχτα, τον
τρόμο για να σβήσουν τη δίψα τους. Σιωπηλοί παρατηρητές της αγωνίας για
παράταση του παιχνιδιού της διαφυγής, της πρόσκαιρης χαράς ότι και αύριο
θα συνεχίσουνε να ζούνε, θα μπορούν να αναπνέουν τη μυρουδιά της μούχλας
και των ιδρωμένων σωμάτων έχοντας τη μικρή ελπίδα ότι μπορεί και να τους
ξεχάσουν, να τους προσπεράσουν, να μη χρειαστεί να πραγματοποιήσουν τους
όρους της σύμβασης.
XPHΣTOΣ ΔHMHTPOYΛAΣ
|