«Oι δικαστικές αποφάσεις δεν κρίνονται». Τόσες πολλές φορές και για
τόσο πολλά χρόνια αναπαρήγαγαν οι πάντες τη φράση κλισέ, που κατέληξε
-όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις- να την πιστέψουν κιόλας.
Πρώτοι και καλύτεροι οι δημοσιογράφοι, που αυτο-λογοκρίνονταν όποτε
έπρεπε να αναφερθούν στα έντυπά τους σε αποφάσεις δικαστηρίων οι οποίες
φαίνονταν στους ίδιους και στην κοινή γνώμη κραυγαλέα άδικες. Αυτό που
ίσως δεν γνώριζαν είναι ότι η απαγόρευση κριτικής επί των δικαστικών
αποφάσεων είχε θεσπιστεί στα χρόνια της δικτατορίας Mεταξά. Δεν φτούρησε
όμως στο πέρασμα του χρόνου. Αμφισβητήθηκε έντονα, κάποια στιγμή κρίθηκε
αντισυνταγματική και κατέπεσε οριστικά και αμετάκλητα. Παρέμεινε όμως ο
μύθος, ότι οι δικαστικές αποφάσεις -τάχα- εξαιρούνται της δημόσιας
κριτικής, αφού βόλευε το πανίσχυρο μεταπολεμικό κράτος που είχε
μετατρέψει τα δικαστήρια σε πολιτικά εργαλεία του (με τις γνωστές και
λαμπρές εξαιρέσεις κάποιων δικαστών).
Αυτό το μύθο αναπαρήγαγε άκριτα και ο υπουργός Επικρατείας απαντώντας
σε ερώτηση δημοσιογράφου τον Ιανουάριο 2005: Δημοσιογράφος: «Μα και οι
κρίνοντες, κρίνονται. Δεν είναι βασική αρχή αυτό»; Υπουργός, Θ.
Ρουσόπουλος: «Δεν καταλαβαίνω αυτό που μου λέτε. Έχετε κάποια πρόταση να
γίνει κάποιος καινούργιος νόμος και να κρίνονται τα δικαστήρια και οι
αποφάσεις τους; Κανένας Έλληνας πολίτης δεν μπορεί να κρίνει τις
αποφάσεις του δικαστηρίου, οι οποίες είναι απολύτως σεβαστές. Αυτό είναι
γνωστό εδώ και χρόνια». Δημοσιογράφος: «Δεν κρίνονται οι αποφάσεις των
δικαστηρίων»; Υπουργός: «Ποτέ». Λάθος βέβαια και μάλιστα χοντρό, όταν
εκφράζεται από πρώην επαγγελματία δημοσιογράφο. Καμιά απολύτως
απαγόρευση δεν ισχύει και για αυτό κανένας «καινούργιος νόμος» δεν
χρειάζεται. Το γνωρίζει εξάλλου καλά και ο νυν υπουργός Δικαιοσύνης,
όταν λέει: «Σε μια δημοκρατική χώρα ισχύει απαράβατα η αρχή ότι και οι
κρίνοντες κρίνονται. Κατά το Σύνταγμα μας, οι δικαστικές αποφάσεις
αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα. O δικαστής δεν αυθαιρετεί,
στο βαθμό που κρίνεται από την ίδια την κοινωνία, καθώς οιοσδήποτε
μπορεί να μελετήσει την όποια δικαστική απόφαση και να κρίνει αν είναι
επαρκώς αιτιολογημένη, δηλαδή δίκαιη» (Επενδυτής, 20 Σεπτεμβρίου 2004).
Αλλά και ο καθηγητής ποινικού δικαίου Ιωάννης Μανωλεδάκης μας θυμίζει:
«Στις δημοκρατικές πολιτείες η κριτική των δικαστικών αποφάσεων -όπως
εξάλλου και κάθε κρατικής πράξης- από τον πολίτη, είναι αυτονόητη και εξ
ορισμού δεδομένη». Και είναι εντελώς άλλο πράγμα ο σεβασμός στις
δικαστικές αποφάσεις (η εκτέλεσή τους δηλαδή) και η κριτική σε αυτές.
Και ας τα βάζει τα δύο αυτά στο ίδιο τσουβάλι -προφανώς για να
μπερδευτούμε- ο υπουργός Επικρατείας.
Υποτίθεται ότι η ασυλία των δικαστικών αποφάσεων από την κριτική (για
όσους την υποστηρίζουν) προστατεύει τη δικαιοσύνη από την πίεση του
κοινού (που δεν είναι σε θέση να γνωρίζει όλες τις πτυχές της νομοθεσίας
ή να αξιολογήσει τα περίπλοκα δεδομένα μιας δίκης) και κυρίως από τις
παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Μόνο αυτό δεν έκανε φυσικά: Oι
άνθρωποι που έχουν πολιτική ισχύ σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου οι
μισοί θεσμοί υπολειτουργούν, θα κατορθώσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο
να περάσουν το μήνυμά τους στους δικαστές εκείνους που έχουν ανοιχτά τα
αυτιά. Αυτούς που φαίνεται να προστάτεψε πραγματικά η φράση-κλισέ ήταν
οι αχρείοι των δικαστηρίων. Oι Καλούσηδες, οι Μπουρμπούλιες και το
σινάφι τους (τελειωμό δεν έχει) που είχαν εξευτελίσει την ελληνική
δικαιοσύνη. Εκβίαζαν, διευκόλυναν την αλλοίωση στοιχείων, άρμεγαν μίζες
δεκάδων εκατομμυρίων, διατηρούσαν λογαριασμούς στην Ελβετία και
χαίρονταν τη ζωή τους με ψώνια και ταξίδια.
Ότι οι δικαστικές αποφάσεις κρίνονται, είναι δεδομένο. Πρώτα από όλα
κρίνονται από την ίδια τη δικαιοσύνη, σε ανώτερο βαθμό. Επιστρέφει πχ. ο
Άρειος Πάγος μια απόφαση κατώτερου δικαστηρίου, επειδή κρίνει ότι κατά
την ακροαματική διαδικασία δεν είχαν τηρηθεί ορισμένοι κανόνες ή δεν
εκτιμήθηκαν σωστά τα διαθέσιμα στοιχεία. Αυτό όμως είναι το λιγότερο.
Κάθε δικαστική απόφαση είναι έκφραση ενός συνταγματικού πυλώνα εξουσίας,
της δικαστικής. Και καμιά εξουσία δεν μπορεί να ασκείται δίχως
«αντιπολίτευση» (στην περίπτωση της δικαστικής εξουσίας, δίχως
αιτιολογημένη κριτική), διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος αυτή να γίνει
απολυταρχική, αυθαίρετη, να φθαρεί και να διαφθαρεί. Για αυτό εξάλλου
είναι δημόσιες οι συνεδριάσεις των δικαστηρίων, για αυτό είναι
αιτιολογημένες και οι αποφάσεις τους. Αν δεν αποτελούσαν αντικείμενο
κριτικής θα μπορούσαν απλά να απαγγέλλονται, δίχως καμιά αιτιολογία.
Ακόμα περισσότερο που το Σύνταγμα προβλέπει την «αγωγή κακοδικίας»,
αγωγή δηλαδή που μπορούν να καταθέσουν πολίτες κατά δικαστικών
λειτουργών προσωπικά, διεκδικώντας αποζημίωση εφόσον (κατά τη γνώμη
τους) έχουν αδικηθεί. Είναι όμως τόσο αυστηρές οι προϋποθέσεις για την
υποβολή της, που καθίσταται τελικά αναποτελεσματική και δύσχρηστη η
πρόνοια αυτή του Συντάγματος, έτσι ώστε είτε να μην ασκούνται καθόλου
αγωγές, είτε αυτές που ασκούνται να απορρίπτονται σχεδόν πάντα ως
απαράδεκτες. Αλλά αυτό είναι θέμα άλλης συζήτησης.
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν δικαιούται κανείς να κρίνει τις
αποφάσεις, αλλά πώς τις κρίνει. Γιατί πράγματι, η κρίση της κρίσης των
δικαστηρίων εμπεριέχει και κινδύνους. Στα χέρια των κίτρινων φυλλάδων
και στα παράθυρα των τηλεοράσεων μπορεί να πάρει το χαρακτήρα εκβιασμού
των δικαστών. Στην προκειμένη περίπτωση ας βάλουμε τα πράγματα στη
ζυγαριά: Είναι προφανώς μεγαλύτερος ο κίνδυνος για τη δημοκρατία όταν
μια εξουσία παραμένει στο απυρόβλητο, και μικρότερος όταν η κριτική σε
αυτή την εξουσία ασκείται ορισμένες φορές και από ορισμένους, με τρόπο
αθέμιτο. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να λαμβάνονται μέτρα και
να τηρούνται κανόνες ώστε η κριτική να είναι αιτιολογημένη και υγιής,
να μην αποτρέπει και να μην εκβιάζει την απονομή δικαιοσύνης.
|