|
- Όχι εγώ!
H φωνή ψιλή, σχεδόν τσιριχτή, πήδησε έξω απ' το παράθυρο με τις
δαντελένιες κουρτίνες στραμπουλώντας ελαφρά τον αστράγαλό της από την
πτώση και πήρε κουτσαίνοντας τα σκαλοπάτια για τη μεγάλη αγορά του
λιμανιού.
- Όχι εγώ!
H φωνή δυνατή, ενοχλητική σαν σειρήνα περιπολικού σε καταδίωξη, τρομάζει
τις κυρίες με τα ψώνια από το κατάστημα καλλυντικών, τους κυρίους με τη
σακούλα των εφημερίδων της Kυριακής, τα δωρεάν DVD, τον άφθονο
αποκριάτικο χαρτοπόλεμο.
- Όχι εγώ!
H φωνή μ' έναν αέρα προστακτικής, με το κύρος δασκάλου σε ώρα μαθήματος,
φοβίζει τους πιτσιρικάδες που παίζουν μπάλα στο στενάκι πίσω απ' το
φούρνο, σαν κάποιον να ενόχλησαν από το μεσημεριανό του ραχάτι, σαν να
τους περιμένει μια τιμωρία, μια απαγόρευση.
- Όχι εγώ!
H φωνή βραχνή, με λυγμό στην άκρη της, δραπετεύει από λαρύγγι
κρατουμένου, δηλώνει την άρνηση της κατηγορίας, προσπαθεί να ξεφύγει από
το φως στα μάτια, να λευτερωθεί, μήπως και γίνει πάλι νότες σ' ένα
εφηβικό στόμα.
- Όχι εγώ!
H φωνή είναι νησί μέσα στην ομίχλη της λιμνοθάλασσας του Mεσολογγίου,
περιμένει την επιδρομή φορώντας τα νυφιάτικα, έχει βαφτεί με
καλλιτεχνικό μακιγιάζ, τι πειράζει αν η υγρασία το διώχνει, περιμένει
την άλωση, βέβαιη, σιωπηλή, έτοιμη.
- Όχι εγώ!
H φωνή μεταμορφώνεται σε αυτοκίνητο, βρίζει, φωνάζει, γίνεται νευρική,
επιθετική, θυμίζει πρωτόγονους, μοιάζει με άνθρωπο, ζει χωρίς ωράρια και
πρόγραμμα, αδυνατεί να συμβαδίσει με την ηλικία της, αρνείται να
αναγνωρίσει την ανάγκη, τη δύναμη, την υποχρέωση, την εξέλιξη.
- Όχι εγώ!
H φωνή κεραμιδόγατα με πιτσιλιές στο πρόσωπο, κοιμάται ήσυχη μαζί με το
μωρό της, με διάφανα γυαλιά πάντα καθαρά, έχει γεύση σοκολάτας,
τσαμπουκαλεύεται με συναίσθημα, γυρνάει πλευρό, μας ξεχνάει.
- Όχι εγώ!
H φωνή στην μεγάλη αναμονή, δεν θέλει να κάνει κάτι άλλο, δεν μπορεί να
την συντηρούν οι γονείς της, θέλει να κάνει ταξίδια, να ζήσει έξω, να
φύγει από γκόμενους, δανειστές και στρατονόμους που την κυνηγάνε, θέλει
να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω της, θέλει να θρέψει τον εαυτό της.
- Όχι εγώ!
H φωνή επισκέπτεται τα σκοτεινά τετράγωνα των κλόουν, τολμάει να δείξει
το φόβο της, τον πόνο, το σπασμό, χορεύει τη λησμονιά ανάμεσα σε καλύβες
από λάσπη, την οργή με τις γυμνές ξιφολόγχες ξύλινων πάλκων.
- Όχι εγώ!
H φωνή μαζεύει εγκαταλελειμμένα αγροτικά μηχανήματα, τα διαλύει και τα
πουλάει για παλιοσίδερα, δουλεύει επιστάτρια σε σχολείο, φύλακας σε
εταιρία σεκιούριτι, διαβάζει τη Bίβλο, είναι δωρήτρια πλάσματος,
ξεδιαλέγει σεντόνια νοσοκομείων, λερωμένα με αίματα και περιττώματα,
κοιμάται στο αυτοκίνητό της, εργάζεται κανονικά.
- Όχι εγώ!
H φωνή περνάει λαθραία τα σύνορα, ελπίζει σε μία καλύτερη μοίρα,
συντηρείται από φιλανθρωπικές οργανώσεις, φοβάται το επόμενο βήμα,
κοιτάζει βαριεστημένα το φακό, πηγαίνει χέρι χέρι με το έγκλημα,
ξεπροβάλλει απ' το συσσίτιο με τα ληγμένα τρόφιμα, απ' την πόλη των
Aγγέλων, από λαβύρινθους με αρχαίες πέτρες, δάπεδα καθεδρικών ναών,
συλλογές αφιερωμένες αποκλειστικά στις γυναίκες, από το βιντεοπροβολέα
επόμενης γενιάς και υψηλής ευκρίνειας του σπιτιού σου.
- Όχι εγώ!
H φωνή με πλακουτσή μύτη και χαϊμαλιά στο λαιμό, μυρίζει τον άνεμο,
ιππεύει το φεγγάρι, είναι ρυάκι που οδηγεί στον ωκεανό, ακολουθεί τα
ίχνη από τα άγρια άλογα, χτίζει περίεργα σχήματα από βράχια και άμμο,
νιώθει την αυθεντική μελαγχολία, παρατείνει για λίγο ακόμη την ελευθερία
της, γιορτάζει διπλά!
- Όχι εγώ!
- Δεν είμαι φωνή εγώ!
- Όχι εγώ!
- Όχι!
XPHΣTOΣ ΔHMHTPOYΛAΣ
|