Ο κύβος ερρίφθη! Στις 3 του μηνός η Τουρκία πήρε το εισιτήριο της
εξαιρετικά μακρόσυρτης και αβέβαιης (τόσο εν γένει όσο και, πολύ
περισσότερο, στη συγκεκριμένη περίπτωση) διαδικασίας εντάξεως της στην
Ευρωπαϊκή Ένωση. Με μοναδική, σθεναρή, πλην φευ, εκ των προτέρων
κεκαμμένη, αντίσταση αυτήν της Αυστρίας. Που όσοι συγκινούνται από τις
ιστορικές αναλογίες θα παρσβάλουν μελαγχολικά με τις δύο προηγούμενες,
επιτυχείς εκείνες, ανακοπές του ρεύματος της οθωμανικής επέκτασης στην
Ευρώπη προ των πυλών της Βιέννης (το 1529 και το 1688).
Η χώρα μας (αλλά και η, υποτίθεται εξειδικευμένη σε βροντερά «όχι»,
ομογενής Κυπριακή Δημοκρατία) συγκατατέθηκε (επί κυβερνήσεων τόσο του
ΠΑΣΟΚ όσο και της Νέας Δημοκρατίας) στην «ευρωπαϊκή προοπτική» της
Τουρκίας. Με φανερή αιτιολογία την προσδοκία εξομάλυνσης των από
τριακονταετίας και πλέον τεταμένων ελληνοτουρκικών σχέσεων, στο πλαίσιο
μιας ευρωπαϊκής συμπολιτείας, μέλη της οποίας θ' αποτελούσαν και οι δύο
χώρες. Και με ανομολόγητη την αποφυγή αποκλειστικής μεταβιβάσεως σε μας,
ως «επί προσωπικού» μνησικακούντων εταίρων, της ευθύνης για τον
αποκλεισμό της Τουρκίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση που όλοι εύχονταν αλλά
λίγοι (τελικά μόνο οι Αυστριακοί) τολμούσαν να εκφράσουν δημοσίως.
Η προσωπική μου θέση εναντίον της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας
είναι γνωστή. Την έχω αναπτύξει, πίστεύω πλήρως και εμπεριστατωμένα
αιτιολογημένη, απ' αυτές εδώ τις στήλες. Και ως απλός ευρωπαίος και
απλός πολίτης της Ελληνικής Δημοκρατίας έχω την (ανέφικτη στους εν
ενεργεία, συμπολιτευόμενους ή αντιπολιτευόμενους, πολιτικούς μας)
πολυτέλεια να μην πιέζομαι από οποιαδήποτε, υψηλή ή φτηνιάρικη,
τακτικιστική σκοπιμότητα ν' αποκρύψω ή να μεταμφιέσω τη θέση μου. Τη
διατηρώ ακριβώς όπως προκύπτει, ελεύθερα αλλ' όχι κατ' ανάγκην και
αλάθητα, από την προσωπική μου αντίληψη για τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα
των δύο πατρίδων μου, της Ευρώπης και της Ελλάδας.
Θα θεωρούσα έτσι πολύ άδικο να εισπράξω, εξαιτίας αυτής της θέσης
μου. ρετσινιές του τύπου «εθνικιστής», «ακροδεξιός», «ελληναράς» ή
παρόμοιες που ήδη, μ' επιπόλαιη γενικότητα, εκτοξεύτηκαν κατά των
πολεμίων της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ. Και να τις μοιραστώ, έστω
πρόσκαιρα κι ευκαιριακά, με πρόσωπα όπως ο Μακαριότατος Αρχιεπίσκοπος
Αθηνών κ, Χριστόδουλος, ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ κ. Καρατζαφέρης, ο βουλευτής
κ. Παπαθεμελής κλπ. Δεν φοβούμαι, όπως οι εν λόγω ανεπιθύμητοι
περιστασιακοί μου συνοδοιπόροι, πως η τουρκική ένταξη θα «τουρκέψει την
Ευρώπη» (!) Ούτε βέβαια , πιστεύω ότι το, ομολογουμένως, πλούσιο
παρελθόν του γειτονικού μας έθνους σε αιματηρές θηριωδίες συνιστά, ως
σύμπτωμα ανίατου φυλετικού του ελαττώματος, κώλυμα συμμετοχής του στην
κοινωνία των ευρωπαϊκών εθνών. Αν ήταν έτσι, δεν θα εδικαιούτο
συμμετοχής στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης το έθνος εκείνο που,
εξαρχής, και στο πλαίσιο διαγραφής και των βαθύτερων ακόμη ιστορικών
τραυμάτων, πρωταγωνίστησε στο εγχείρημα αυτό κι αποτελεί σήμερα τον
κορμό της ενιαίας Ευρώπης. Εννοώ τη Γερμανία. Βεβαρημένη ήδη κατά το
χρόνο ενάρξεως του κεντρικού ευρωπαϊκού της ρόλου (1957) με τις
νωπότατες φρικαλεότητες του ναζισμού! Κι ασφαλώς χριστιανοί βαλκάνιοι
γείτονες μας (χωρίς να εξαιρώ κι εμάς τους ίδιους από της Τριπολιτσάς
του 1821 μέχρι της Σμύρνης του 1919), που ήδη έχουν κριθεί καταρχήν
ικανοί εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα είχαν για τον ίδιο λόγο, για
κάποιες δηλ. βαρβαρότητες του ιστορικού τους μητρώου, εκ προοιμίου
αποκλειστεί. Το ότι π.χ. ο πρόγονος των σήμερα υπό ένταξη Ρουμάνων Βλάντ
Τέπες (ο και μεταθανατίως αιμοδιψής κόμης Ντράκουλα της βαμπιρικής
λογοτεχνίας και κινηματογραφίας) μαζικός, ως γνωστόν, παλουκωτής
αιχμαλώτων Τούρκων, ή οι χρονικά εγγύτερο» βούλγαροι κομιτατζήδες των
αρχών του 20ού αιώνα διέπρατταν τα αιματηρά τους κατορθώματα στο όνομα
του Σταυρού (ενίοτε και κατά ομοθρήσκων και ομοδοξων) δεν απαλλάσσει
ούτε τους αυτουργούς των κατορθωμάτων αυτών από το στίγμα του βαρβάρου
αλλ' ούτε και το έθνος τους, αν υποθέταμε το στίγμα αυτό ζωντανό μέχρι
των ημερών μας!
Η οριοθέτηση του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης μπορεί να
γίνει με κριτήρια πολιτικά, οικονομικά, πολιτισμικά, γεωπολιτικά. Μέχρι
σήμερα χρησιμοποιήθηκαν οι τρεις πρώτες κατηγορίες (πολιτικά,
οικονομικά, πολιτισμικά). Έτσι όχι μόνο δε συζητήθηκε ποτέ περίπτωση
εισδοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση χώρας, όπου δε λειτουργεί πλήρως η
δημοκρατία και δε γίνονται σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αλλ'
αντίθετα αποπέμφθηκαν από ευρύτερους της Ευρωπαϊκής Ένωσης συλλογικούς
ευρωπαϊκούς θεσμούς χώρες, όπως η δική μας, όσο κρατούσε η Απριλιανή
δικτατορία. Και τόσο για τη χώρα μας όσο και για τις δύο χώρες της
Ιβηρικής, όττου για ττολλές δεκαετίες διατηρήθηκαν δικτατορίες , οι
πόρτες της ΕΕ άνοιξαν μόνο όταν έπεσαν τα δικτατορικά τους καθεστώτα ΚΟΓ
παγιώθηκαν οι αποκατεστημένοι δημοκρατικοί θεσμοί.
Μπορούμε τη σημερινή Τουρκία να τη χαρακτηρίσουμε ευρωπαϊκού τύπου
δημοκρατία; Όχι μόνο στους τύπους αλλά και στην ουσία; Αλλά και στο
(πεζότερο και κυνικότερο) οικονομικό επίπεδο πληροί η σημερνή Τουρκία
τους όρους ομαλής και αβίαστης ένταξης της στην ενιαία ευρωπαϊκή
οικονομία; Και η διαφοροποίηση των θεμελιακών πολιτιστικών ριζών της
Ευρώπης (που, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι χριστιανικές) από τις
ισλαμικές πολιτιστικές ρίζες της Τουρκίας δεν την αποξενώνει ριζικά από
την Ευρώπη;
Ακόμα κι αν μηδενίσουμε τις ιδεολογικές καταβολές του φιλελεύθερου
διαφωτισμού, ακόμα κι αν θεωρήσουμε τον τελευταίο ως παρθενογεννημένο κι
όχι ως αυτόνομη (έστω ατίθασση) παραφυάδα του χριστιανισμού, πού, αυτός
ο έστω αυτοφυής, διαφωτισμός συνάντησε τον τουρκικό πολιτισμό; Ο βίαιος
και αυταρχικός εκσυγχρονισμός που επέβαλε όχι στιγμιαία αλλά διαρκώς
στους καθυστερημένους πληθυσμούς του σκληρού εδαφικού πυρήνα της πάλαι
ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ο κεμαλίκός εθνικισμός δε συνιστά,
ασφαλώς, τέτοια συνάντηση. Κι ούτε , βέβαια, αποτελεί τέτοία συνάντηση η
περιοδική εκλογική αποδοκιμασία του κεμαλισμού όχι από ένα μαζικό κίνημα
εκδημοκρατισμού δυτικού τύπου αλλ' από έναν κρυψίνουν άγνωστων προθέσεων
και σκοτεινών προοπτικών ισλαμισμό τύπου Ερμπακάν ή Ερντογάν! Όσο κι αν
ο επίτηδες απλουστευτικός χαρακτηρισμός του κ. Ερντογάν περί της Ευρώπης
ως «χριστιανικής λέσχης» ερεθίζει , ενδεχομένως, τη διαφωτιστική
θρησκευτική μας ουδετερότητα, η Ευρώπη δεν μπορεί παρά να είναι ,
δυστυχώς, για τον πιθανώς καλών προθέσεων Τούρκο πρωθυπουργό, παρά μια
«χριστιανική λέσχη». Όπου, βέβαια, η θρησκευτική ελευθερία των μη
Χριστιανών Ευρωπαίων θα προστατεύεται σχολαστικά κι αποτελεσματικά. Όχι
σαν τη θρησκευτική ελευθερία των χριστιανών της Τουρκίας! Κι αυτά δεν τα
φρονεί μόνο ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ή φιλελεύθεροι χριστιανοί, όπως
η αφεντιά μου. Τα φρονεί και ο συντάκτης του Ευρωσυντάγματος, πρώην
πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Ζισκάρ ντ' Εστέν. Που η προθυμία, με
την οποία εξοβέλισε το χριστιανισμό από τα αναγραφόμενα στο προοίμιο του
Ευρωσυντάγματος πολιτιστικά θεμέλια της Ευρώπης τον τοποθετεί .υποθέτω,
υπεράνω πάσης υποψίας μισαλλοδοξίας ή, και απλής, θρησκευτικής
μεροληψίας.
Στην περίπτωση της Τουρκίας είναι ολοφάνερο ότι χρησιμοποιήθηκε ένα
άλλο, καινούργιο, κριτήριο. Το μόνο που πληρούσε η γειτονική μας,
πληθυσμιακώς αχανής πλέον, χώρα. Ο γεωπολιτικός της ρόλος ως προπυργίου
της επιρροής της μεγάλης ατλαντικής υπερδύναμης σ' έναν χώρο, όπως η
Μέση Ανατολή, όπου η επιρροή αυτή ήταν ανέκαθεν και πολύ περισσότερο
σήμερα ασταθής. Δεν αμφισβητείται εύκολα ο ρόλος αυτός και η
αναγκαιότητα του. Από τη στιγμή που ο συγκεκριμένος γεωπολιτικός χώρος
επελέγη ως πεδίο ανσμετρήσεως της Δύσης με τους αντιπάλους της, ως
«μαρμαρένια αλώνια» της «συγκρούσεως των πολιτισμών», δεν μπορεί κανείς
ν' απαιτήσει από τις ΗΠΑ να δυσαρεστήσουν τον κατεξοχήν, σύμμαχο τους
στην περιοχή. Αν και τόσο η καιροσκοπική συμπεριφορά της
στρατιωτικοπολιτικής ελίτ της Άγκυρας σε προηγούμενες διεθνείς συρράξεις
όσο και η αδυναμία προβλέψεως και ελέγχου των πολιτικών εξελίξεων σε μια
χώρα με υποβόσκοντα μαζικό ισλαμικό φανατισμό θα δικαιολογούσαν αρκετές
επιφυλάξεις. Αυτές τις επιφυλάξεις που έλειψαν έναντι των Ταλιμπάν του
Αφγανιστάν και του Σαντάμ Χουσείν του Ιράκ με τις γνωστές συνέπειες. Εν
πάση περιπτώσει όμως, το ότι οι ΗΠΑ, εκτιμώντας καλώς ή κακώς τα
γεωπολιτικά τους συμφέροντα, επιθυμούν τον με το ζόρι «εξευρωπαϊσμό» της
Τουρκίας, δεν υποχρεώνει της Ευρωπαϊκή Ένωση να συναινέσει σ' αυτόν. Σ'
ένα θέμα, μάλιστα, κατεξοχήν δικό της. Που κατεξοχήν την αφορά. Στο
κάτω-κάτω υπάρχουν κι άλλοι, εκτός της παρά φύσιν ένταξης στην ΕΕ,
τρόποι για να παραμείνει η Τουρκία προμαχώνας των δυτικών συμφερόντων
στην περιοχή!
Όσο για μας, και μόνη η πεισματική άρνηση της Τουρκίας να δεσμευτεί
ως προς την τήρηση μιας αυτονόητης υποχρέωσης της, ν' αναγνωρίσει την
κρατική υπόσταση του μέλους της ΕΕ Κυπριακής δημοκρατίας αποδεικνύει
πόσο επισφαλής είναι η αισιοδοξία μας ότι, εντός της ΕΕ» θα πάψει τον
ψυχρό ή θ' αποφύγει το θερμό «τσαμπουκά» στην Κύπρο και στο Αιγαίο.
Όπως απέδειξαν τα αρνητικής εκβάσεως δημοψηφίσματα για το
Ευρωσύνταγμα, η παραμέληση της πολιτικής συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης
μέσω κοινοτικών οργάνων συνεχώς ευρυνόμενων εξουσιών, η υποβάθμιση των
ευρωπαϊκών πολιτιστικών χαρακτηριστικών, ο αγοραίος οικονομισμός και η
εξάρτηση από αλλότρια, έστω υπερδυναμικά, καλώς ή κακώς εννοούμενα,
συμφέροντα δεν ευνοούν το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Το ευτελίζουν, το
εκφυλίζουν, το καθυστερούν, θάταν καταστροφικό να το ματαιώσουν.
Μάρκος Δ. Φρέρης
|