Έχοντας διαβάσει τη συνέντευξη του Γιώργου Kιμούλη στο ένθετο στην
εφημερίδα «Hμερησία» περιοδικό «Paper», όπου ο κορυφαίος μας ηθοποιός
εξέφρασε τη δυσφορία του για το Dream Show, ήμουν έτοιμος να καταδικάσω
τόσο την ανθομοφυλοφιλική σεξιστική προκατάληψή του όσο και την
απροκάλυπτα προσβλητική για την καλλιτεχνική υπόσταση του ηθοποιού Kώστα
Zαχαράκη, «δασκάλου» εν τηλεοπτικώ studio, των συμμετεχόντων στη Dream
Show υποψήφιων ηθοποιών αναφορά του, όπως αυτές είχαν αποτυπωθεί στο
γράμμα της συνέντευξης. Μεσολάβησε, ωστόσο, μια τηλεοπτική (μέσω άλλης
εκπομπής του ίδιου καναλιού, του Alpha) «διόρθωση» και «διευκρίνηση» του
Γιώργου Κιμούλη, που συμπτωματικά παρακολούθησα και που, ως προς το
πρώτο της σκέλος (τη σεξιστική προκατάληψη) και έστησε πράγματι, λόγω
ανακλήσεως, περιττό οποιοδήποτε αντίλογο. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για
την προσβολή της επαγγελματικής υπόληψης του Κώστα Ζαχαράκη. Στη
διορθωτική και διευκρινιστική του παρέμβαση ο κ. Γιώργος Κιμούλης έκανε
σαφές ότι εννοούσε πως ο Κώστας Ζαχαράκης δε "δίδασκε" τους νεαρούς
υποψήφιους ηθοποιούς ως "υστερική αδελφή", όπως άφηνε να εννοηθεί η
διατύπωση της συνέντευξης, αλλ' ότι η "διδασκαλία" του γινόταν σαν να
έπαιζε ένα (θεατρικό) ρόλο και συγκεκριμένα το ρόλο της "υστερικής
αδελφής". Δεν θ' ασχοληθώ ούτε με τον φαινόμενο ούτε με τον αληθή
ερωτικό προσανατολισμό του Κώστα Ζαχαράκη. Αυτός αποτελεί (όπως ο ίδιος
ο κ. Κιμούλης αναγνώρισε) αυστηρά ιδιωτική του υπόθεση και, ως τέτοια,
μου είναι αδιάφορη και άβατη. Συμβαίνει όμως να ξέρω πολύ καλά τον Κώστα
Ζαχαράκη ως ηθοποιό. Πράγμα που, όπως επίσης παραδέχτηκε ο κ. Κιμούλης,
δε συνέβαινε με τον ίδιο. Το ότι, παράλληλα, ο Κώστας Ζαχαράκης είναι
και αγαπητός μου φίλος και φανατικός λάτρης της Σύρου δε νομίζω πως
νοθεύει τη γνησιότητα της εκ μέρους μου καλλιτεχνικής του αποτίμησης.
Κάποια εχέγγυα καλλιτεχνικής αμεροληψίας, βρε αδερφέ, πρέπει νάχουμε πια
αποκτήσει! Τον Κώστα Ζαχαράκη, λοιπόν, ως ηθοποιό παρακολουθώ κι εκτιμώ
από χρόνια. Από το "θέατρο του Νότου" του Γιάννη Χουβαρδά, όπου έπαιξε
μερικούς από τους σημαντικότερους ρόλους της καριέρας του (π.χ.στον
«Iβάνοφ» του Τσέχοφ, σκηνοθετημένος από το Νικήτα Μιλιβόγεβιτς ή, τον
ώριμο Κώστα Παννίδη στο, κατά τα λοιπά ατυχές, συγγραφέως και
σκηνοθετικώς, "Βαλς Εξιτασιόν" της Έλενας Πέγκα, μέχρι τους τελευταίους
ρόλους του στο Εθνικό θέατρο («Πέερ Γκιντ» του Ίψεν «Έξι πρόσωπα ζητούν
συγγραφέα» του Πιραντέλο και «Έντα Γκάμπλερ» επίσης του Ίψεν). Με
λαμπρούς, κατά τη γνώμη μου, ενδιάμεσους σταθμούς το μονόλογο της
"Βαλίτσας" με το "Χυτήριο", μεταξύ άλλων και στο δικό μας θέατρο
«Απόλλων", στα «Eρμουπόλεια» του 2002 και την περίπου διετή, εν Σύρω
θητεία του ως εντυπωσιακού performer σε διαδοχικά "καμπαρέ - σόου"
θεατρικού είδους που υπεραγαπάει και υπηρετεί με ιδιαίτερη επιτυχία
κάποιων μπαρ της Ερμούπολης. Αν εξαιρέσουμε τον πρόσφατο Έιλερτ
Λέβμποργκ του στην ιψενική «Έντα Γκάμπλερ», όπου, κατά τη γνώμη μου,
είχε αποπροσανατολιστεί εξαιτίας της σκηνοθετικής αμηχανίας και της
(τελικά) άγονης σκηνοθετικής συμβατικότητας, οι ερμηνείες του τον
καθιστούν έναν από τους σημαντικότερους ηθοποιούς του σύγχρονου
ελληνικού θεάτρου. Πράγμα για το οποίο προφανώς ο Νίκος Κούρκουλος και
οι σκηνοθέτες του "Εθνικού", τον επέλεξαν τελευταία ως στέλεχος της
πρώτης κρατικής μας σκηνής. Το αν ατύχησε, εν μέρει με ευθύνη, άλλων,
στον τελευταίο του ιψενικό ρόλο δε σημαίνει, βέβαια, πως πρέπει να
ριφθεί ή οποιοσδήποτε δικαιούται να τον ρίξει, με άσχετη μάλιστα
αιτιολογία, στο "πυρ το εξώτερο". Άλλωστε, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο
Κώστας Ζαχαράκης πρόδωσε τον ιψενικό Έιλερτ Λέβμποργκ πολύ λιγότερο απ'
όσο ο Κιμούλης το δικό του, επίσης ιψενικό, Αρχιμάστορα Σόλνες, του
ίδιου περασμένου χειμώνα. Σε μια παράσταση όπου οι ανορθόδοξες
νευρωτικές μανιέρες του Κιμούλη μετέτρεψαν τον τραγικό ήρωα του Ίψεν σε
κλινικά ψυχοπαθολογικό περιστατικό. Κι ας έσπευσαν να τον
παρακολουθήσουν (της αφεντιάς μου συμπεριλαμβανομένης) και να τον
καταχειροκροτήσουν τα συνωθούμενα πίσω από, πρόσκαιρους ή διαρκείς,
θεατρικούς μύθους πλήθη!
Αυτό που, πάντα κατά τη γνώμη μου, διέφυγε του Κιμούλη (αφοσιωμένου ίσως στην εντατική, εις βάθος, αλλ' οπωσδήποτε εξαιρετικά προσωπική κι αυτάρεσκη συγκρότηση του ατομικού του ρεπερτορίου αλλά έτσι ανήμπορου να τα παρακολουθήσει και ν' αξιολογήσει τις επιδόσεις των συναδέλφων του) είναι ο βαθύτατος εξπρεσιονισμός της υποκριτικής αλλά και της προσωπικής ιδιοσυγκρασίας του Ζαχαράκη. Αυτήν εκδηλώνει ως "γκουρού" των «ντριμσουιτών».Δεν "παίζει" την υστερική αδελφή! Ανεξαρτήτως της, επαναλαμβάνω, αδιάφορης σεξουαλικής του ταυτότητας, καθοδηγώντας τους φιλόδοξους νεαρούς ηθοποιούς, δεν παίζει κανέναν!! Προσπαθεί ν' αφήσει στο μυαλό τους και στην ψυχή τους τα ίδια, βαθιά, μέχρις αίματος, ίχνη που έσκαψε στο δικό του μυαλό και στη δική του ψυχή η ζωή και η τέχνη περνώντας από πάνω του! Όποιος, όπως η αφεντιά μου, είχε την τύχη να παρακολουθήσει το Ζαχαράκη στην προετοιμασία των ρόλων του ή απλώς, να συζητήσει, ήρεμα και εν ψυχρώ, μαζί του καλλιτεχνικά θέματα, καταλαβαίνει πολύ εύκολα πως αυτό που ο Γιώργος Κιμούλης εξέλαβε ως "υστερική αδελφίστικη" πόζα του, δεν είναι παρά μια ακόμη αυθεντικότατη και γνησιότατη, εκδήλωση της εκρηκτικότητας του δεσμού του με την τέχνη. Ως φίλος του θεάτρου και θαυμαστής (όχι ανεπιφύλακτος) αμφοτέρων των καλλιτεχνών, θα ευχόμουνα η διαμάχη αυτή και οι άδικες και για τους δυο τους παρενέργειές της να πάρουν τέλος με την αναγνώριση εκατέρωθεν της ελευθερίας της, εκτός παλκοσένικου και εν γένει οποιοδήποτε υποκριτικού στίβου, εκδηλώσεως των ιδιοσυγκρασιακών τους χαρακτηριστικών. Φτάνει να μην προσβάλλουν τιμές και υπολήψεις. Πράγμα, για το οποίο ο κ. Ζαχαράκης είναι φυσικά, εντελώς αθώος.
MAPKOΣ Δ. ΦPEPHΣ
|