Είναι αξιοπερίεργο πώς το φλάουτο, ένα τόσο εκφραστικό όργανο, δεν
παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στη τζαζ. Ίσως γιατί δεν έχει την
εκρηκτικότητα του σαξοφώνου ή την ηχητική δύναμη και αμεσότητα της
τρομπέτας, γιατί το μέγεθος και ο τρόπος κρατήματός του δεν το κάνουν να
φαίνεται επιβλητικό, ή γιατί κανείς από τους μεγάλους νεωτεριστές της
τζαζ δεν ήταν φλαουτίστας. Κάποιοι από αυτούς όπως ο Eric Dolphy ή ο
Roland Kirk έπαιζαν με εκπληκτικό τρόπο αυτό το όργανο, αλλά δεν ήταν το
βασικό τους. Κι όμως το φλάουτο είναι ίσως το πιο κοντινό στην ανθρώπινη
φωνή όργανο, αυτό που μετά τα κρουστά παραπέμπει περισσότερο στην
αρχέγονη σχέση του ανθρώπου με τη μουσική, και είναι μοναδική η
οικειότητα που αναδίνει, αφού πολλές φορές μαζί με τον ήχο του ακούμε το
φύσημα, την ανάσα, ακόμη και τη φωνή του μουσικού. Δύο κοπέλες από την
Αμερική και ένας Γερμανός που ζει στην Ολλανδία το επιβεβαιώνουν με τους
καινούριους τους δίσκους.
Lotz of Music: «Pendant La Nuit» (LopLop)
Ο γερμανός Mark Alban Lotz που χρόνια τώρα ζει στην Ολλανδία,
εκμεταλλεύεται στη μουσική του κάθε ήχο που μπορεί να βγει από αυτό το
όργανο, αφού παίζει όλη τη γκάμα των φλάουτων (από πίκολο μέχρι
κοντραμπάσο) στα πολλά και εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους σχήματα με τα
οποία εμφανίζεται κατά καιρούς. Σχήματα που καταπιάνονται μεταξύ άλλων
με την κουβανέζικη μουσική, την κλασική, τη ρέγκε και φυσικά τη τζαζ. Με
το «Pendant La Nuit» - γραμμένο για το ομώνυμο θεατρικό έργο του Eric de
Vroedt - συνεχίζει να μας προσφέρει σε αφθονία το πληθωρικό του ταλέντο
και να δικαιολογεί επί λέξει το όνομα που έχει δώσει στο συγκρότημά του
(μουσική αφθονία), χρησιμοποιώντας την ομόηχη με το επίθετό του αγγλική
λέξη lots.
Από το κουαρτέτο με το οποίο είχε ηχογραφήσει την προηγούμενη δουλειά
των Lotz of Music («Pum'kin Diaries») και που έχει αρκετά κοινά με την
καινούρια, αν και εδώ έχουμε μόνο πρωτότυπες συνθέσεις και καμία
διασκευή, έχει διατηρήσει μόνο τον γάλλο μπασίστα Eric Surmenian. Στo
πιάνο αυτή τη φορά είναι ο Edwin Berg, στα τύμπανα ο Frederic Jeanne και
στα διάφορα κρουστά ο Alan -Gunga- Purves. Ο Lotz υφαίνει περίτεχνα τον
ιστό της νύχτας μέσα από σύντομα εντελώς αυτοσχεδιαζόμενα κομμάτια και
από εκτενέστερες συνθέσεις, από τις οποίες μόνο μια φτάνει τα 7 λεπτά σε
διάρκεια. Οι συνθέσεις αυτές πιάνουν τον νυχτερινό παλμό χρησιμοποιώντας
διάφορους ρυθμούς και τεχνοτροπίες. Σπουδή στην αφρικάνικη πολυρρυθμία
με τη βοήθεια του τάνγκο και του μπήμποπ στο «Pyg-mee-bop», μπόσα νόβα
στο «Charlie's bossa» και στο «Bossa de la nuit», ανατολίτικες κλίμακες
και μελωδίες στο «Little Shiva». Όλα αυτά με κεντρικό άξονα το αεικίνητο
και αισθαντικό φύσημα του Lotz που συμπληρώνεται από το λυρικό πιάνο του
Berg, τις μελωδικές γραμμές του Surmenian και τα αλληλοσυμπληρούμενα
κρουστά του Jeanne και του Purves.
www.lotzofmusic.com
Jamie Baum Septet: «Moving Forward, Standing Still» (OmniTone)
Η Jamie Baum είναι μια από τις καλύτερες γυναίκες-αρχηγούς γκρουπ που
έχουν εμφανιστεί την τελευταία δεκαετία. Γεννήθηκε στο Κονέκτικατ, ζει -
πού αλλού - στη Νέα Υόρκη και έχει παίξει με πολλά ονόματα πρώτου
μεγέθους (George Russell, Dave Douglas, Tom Harrell και Paul Motian
είναι λίγα μόνο από αυτά). Το «Moving Forward, Standing Still» είναι η
τρίτη της δουλειά και πρώτη για το επταμελές της σχήμα. Ένα μέγεθος
συγκροτήματος αρκετά μεγάλο για να δώσει όγκο και πολυφωνία στις
συνθετικές της φιλοδοξίες αλλά και αρκετά μικρό για να παρέχει ικανό
πεδίο κίνησης σε όλους του συμμετέχοντες. Ειδικά όταν όλα τα μέλη αυτού
του σεπτέτου είναι σπουδαίοι και γνωστοί σολίστες: Ralph Alessi
(τρομπέτα), Doug Yates (σαξόφωνο, μπάσο κλαρινέτο), Tom Varner (γαλλικό
κόρνο), George Colligan (πιάνο), Drew Gress (κοντραμπάσο), Jeff
Hirshfield (τύμπανα). Η Baum δεν χάνει την ευκαιρία να δηλώσει και να
αποτυπώσει στη δουλειά της, ότι τρεις κλασικοί συνθέτες, ο Στραβίνσκι, ο
Μπάρτοκ και ο Έιβς, ανήκουν σε αυτούς που την έχουν επηρεάσει
περισσότερο. Έτσι ένα στοιχείο που δίνει ξεχωριστό χρώμα στο άλμπουμ της
είναι αυτή η συνομιλία ανάμεσα στους ριζοσπάστες της κλασικής μουσικής
και τη τζαζ, και το έξυπνο όσο και παρακινδυνευμένο πείραμα του
ταιριάσματος τεχνοτροπιών βγαλμένων από τη μοντέρνα κλασική με τη
ρυθμική λογική της τζαζ, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στο κλείσιμο του
"Primordial Prelude" όταν το θέμα των πνευστών συνοδεύεται από τα φέντερ
ρόουντς του Colligan. Η φλαουτίστρια χρησιμοποιεί με επιδεξιότητα την
αντίστιξη και τις συνθετικές τεχνικές της κλασικής μουσικής χωρίς να
χάνει την αίσθηση του σουίνγκ. Το εναρκτήριο «All Roads Lead to You»
είναι ένας συνδυασμός της «Ιεροτελεστίας της Άνοιξης» με το γνωστό θέμα
του «Naima» του Coltrane. Τα χνάρια του πρωτοποριακού αυτού έργου του
Στραβίνσκι είναι «ορατά» και σε άλλα κομμάτια («Spring Rounds», «In the
Journey», «Spring»). Το «Central Park» είναι αναφορά στο «Central Park
in the Dark» του Έιβς, ενώ το «Bar Talk» (λογοπαίγνιο με το όνομα του
Μπάρτοκ) στα κουαρτέτα εγχόρδων του Ούγγρου εικονοκλάστη. Καθένας από
τους συμμετέχοντες αλλά και όλοι μαζί σαν σύνολο λάμπουν με την παρουσία
τους. Η προωθητική κίνηση του «Moving Forward, Standing Still» δίνει
στην Baum τη ροπή να συνεχίσει τους πειραματισμούς της και να καθιερωθεί
σαν μια σημαντική φωνή της σημερινής τζαζ.
www.jamiebaum.com
Emily Hay: «Like Minds» (pfMentum)
Μετά από πολυετή παρουσία στην αυτοσχεδιαζόμενη και την πειραματική
σκηνή της δυτικής ακτής, η Emily Hay βρέθηκε να έχει στα χέρια της
αρκετό υλικό για να κυκλοφορήσει την πρώτη δική της δουλειά. Το υλικό
αυτό συγκεντρώθηκε από διάφορες ηχογραφήσεις που έκανε με αρκετούς
«ομοϊδεάτες» της (Brad Dutz, Lisle Ellis, Steuart Leibig, Michael
Whitmore, Ronit Kirchman κ.α.) και που απλώνονται στην περίοδο από το
1994 ως το 2004. Κοινό τους γνώρισμα είναι ότι πρόκειται για
αυτοσχεδιασμούς που έγιναν μια και έξω, χωρίς προσθήκες και
ντουμπλαρίσματα στο στούντιο, χαρακτηριστικό γνώρισμα της καλιφορνέζικης
εταιρείας pfMentum. Το φλάουτο κάνει ασυνήθιστους για τη τζαζ
συνδυασμούς (με βιολί και κρουστά, με μπασσούν, τσέλο και κρουστά, με
βιολί και τρομπόνι). Αν και θα πρέπει να γίνει σαφές ότι η μουσική της
Hay δύσκολα μπορεί να περιγραφεί με τον όρο τζαζ, όπως και με
οποιονδήποτε άλλο, αφού την απασχολεί πρωτίστως η δίχως όρια έκφραση και
δεν ακολουθεί κάποιες συγκεκριμένες μελωδικές και ρυθμικές φόρμες. Στα
περισσότερα κομμάτια το φλάουτο της Hay συνοδεύεται από τα παθιασμένα
χωρίς λέξεις φωνητικά της, που τα χρησιμοποιεί σαν ένα επιπλέον
αυτοσχεδιαστικό εργαλείο εντείνοντας την πειραματική διάθεση του
άλμπουμ. Οι ακροατές που ενδιαφέρονται για προσωπικές εξερευνήσεις θα
γίνουν συνοδοιπόροι της Emily Hay και το «Like Minds» θα τους ταξιδέψει
μακριά.
www.emilyhay.com
BAΓΓEΛHΣ APAΓIANNHΣ
vagarag@syr.forthnet.gr
|