| Εδώ κι αρκετό καιρό η φυσιογνωμία (όσο μπορούμε να μιλαμε για τέτοιο)
των "Ερμουπολείων" έχει πάψει ν' αποτελεί προσωπικό μου πολιτισμικό
πρόβλημα. Δεν περιμένω πια τίποτα από την ετήσια, κυμαινόμενης αλλά
πάντοτε υπέρμετρης, διάρκειας "δέσμη" καλοκαιρινών πολιτιστικών
εκδηλώσεων του Δήμου της Ερμούπολης. Την καλοκαιρινή δόση πολιτισμού που
δικαιούμαι (όπως, κατά μείζονα λόγο, και την αντίστοιχη χειμερινή) έχω
πλέον εξαρτήσει αποκλειστικά από τα οικονομικά μου και τον ελεύθερο
χρόνο μου. Όσο μου επιτρέπουν να ταξιδεύω στην Αθήνα (πολύ σπανιότερα,
βέβαια, στο εξωτερικό) και να καταναλίσκω, κατά κανόνα με χρονικά
αγχωτικούς ρυθμούς, πολιτιστικά και καλλιτεχνικά προϊόντα του γούστου
μου. Αλλά στο κάτω κάτω, εγώ δεν αποτελώ το μέσο, ποιοτικό κσι ποσοτικό,
όρο συριανού καταναλωτή πολιτισμού. Στο νησί μας εξακολουθεί να υπάρχει
ένας κόσμος που περιμένει τον πολιτισμό (προσοχή όχι τη διασκέδαση ή την
καλοπέρασή του) στον τόπο του. Ως κοινωνικό αγαθό που του χρωστάει η
πολιτεία και η τοπική του αυτοδιοίκηση όλων των βαθμών. Ανάλογες (αν και
όχι πάντα όμοιες) προσδοκίες τρέφουν και οι, περισσότερο ή λιγότερο,
πολυάριθμοι επισκέπτες μας. Που, συνήθως, τις συνδέουν με τις
φαντασιακές ή πραγματικές, ιδιοπροσωπίες του τόπου της υποδοχής τους.
Οσο λοιπόν αυτό το κοινωνικό αίτημα θα μένει ζωντανό, το τί συμβαίνει,
κάθε χρόνο με τα "Ερμουπόλεια" αξίζει να μας απασχολεί.
Θα πρέπει να ξεκαθορίσουμε από την αρχή κάτι. Πως όσοι από τους
τακτικούς αναγνώστες της στήλης ενδεχομένως δυσανασχετήσουν γιατί
επαναλαμβάνω πράγματα που έχω γράψει πολλές φορές στο παρελθόν, πρέπει
να λαβουν υπόψη τους πως, φέτος, για πρώτη φορά, η «λαϊκιστικήΣ περί
Έρμουπολειων αντίληψη, που ως τώρα περιοριζόταν στο να διεκδικεί και,
συχνά να κατακτά καθοριστικο ρόλο στη διαμόρφωση τους εντός των κόλπων
της δημοτικής πολιτιστικής μας εξουσίας, εκφράστηκε, με πολλή
ομολογουμένως σαφήνεια και ειλικρίνια, «εξωθεν». Με το άρθρο «Aπορίες
ενός ρομαντικού αστού» στην ημερήσια τοπική εφημερίδα «AρχιπέλαγοςΣ
(φύλλο της Τρίτης. 5 Ιουλιου 2005). Που χρειαζεται νηφάλιο και
πολιτισμένο αντίλογο. Πολύ περισσοτερο επειδή οι απόψεις του, προφανώς
κατ'ευφημισμόν, «ρομαντικού αστού" και άγνωστης μου αστυνομικής
ταυτότητας συντάκτη του δεν είναι μοναχά ατομικές του. Εκφράζουν κοι
πολλούς άλλους συντοπίτες μας. Και έχουν παλαιότερα εκφραστεί στο
πλαίσιο συλλογικών οργίων της τοπικής πολιτιστικής μας ηγεσίας, είτε
επισήμως είτε ανεπισήμους (απέναντι στην αφεντιά μου ακόμη και με βαθειά
ορθρινούς και ανησυχητικά αφυπνιστικούς τηλεφωνικούς πανηγυρισμούς1).
Έστω κι αν εκεί ηττήθηκαν μάλλον οριστικα, ερήμην της δικής μου ασθενούς
επαρχιακής "κουλτουριάρικης" αντίστασης ή γκρίνιας αλλά με τη σθεναρή
συνδρομή ποιμένων αυθεντιών και την ακατάλυτη, ανά τους ερμουπολίτικους
αιώνες, αλκή του, από τους νεανικούς χρόνους του διαγνώσαντος αυτόν
Κωστή Μπαστιά, κραταιού αρχοντοχωριατισμού μας.
Ειρωνεύεται λοιπόν σφόδρα ο διόλου "ρομαντικός αστός" αλλά κατεξοχήν
(oπως αποδεικνύει το κειμενό του) ρεαλιστής μικροαστός αρθρογράφος του
"Aρχιπελάγους" τα εξής βασικά, κατά τη γνώμη του χαρακτηριστικα των
φετινών 'ΈρμουπολείωνΣ. Την 'κουλτούρα" τους, την "ξενομανία" τους και
την έλλειψη «λαϊκού" ψυχαγωνικού χαρακτήρα (έτσι, ενδεχομένως αυθαίρετα,
συνοψίζω τη συγκεκριμενοποιημένη με αρκετά επώνυμα παραδείγματα
απαίτησή του να ''περάσει καλά στις διακοπές του ο κόσμος'.) Οσο κι αν
μας μπερδεύει λιγουλάκι αφού, δίπλα στους υπολοίπους ημεδαπούς εκλεκτούς
του δημιουργούς (Αριστοφάνη, Ψαθά, Τσιφόρο, Σακελλάριο, Πρετεντέρη,
Mάρκο Bαβμακάρη - του οποίου τη διπλή φετεινή, για πολλοστή φορά
παρουσία, κρίνει ανεπαρκή - Τσανακλίδου, Μαζωνάκη, Φοίβο, Αλίκη
Βουγιουκλάκη κλπ.) κοτσάρει, ελέω ελληνικής ιθαγένειας, και το «βαρύΣ
Aισχύλο ή το σκοτεινό και αινιγματικό Ευριπίδη! Τελικό του συμπέρασμα:
Δώστε στον κόσμο ότι θέλει!
Tου απαντώ, κατ' ανάγκην συνοπτικά και προϋποθέτοντας πως οι αναγνώστες
μου έχουν διαβάσει και το δικό του εκτενές άρθρο:
1. Το θέατρο "Απόλλων" δεν είναι ένα οποιοδήποτε χειμερινό θέατρο. Στο
οποίο καλούνται να κλειστούν, ντάλα καλοκαίρι, ντόπιοι και επισκέπτες.
Είναι ο ωραιότερος θεατρικος χώρος της ελληνικής επικράτειας (το
Κομπλιμέντο δεν είναι δικό μου). Όπου συνωστίζονται καθημερινά, ακόμη
και χωρις πολιτιστικές εκδηλώσεις, οι επισκέπτες μας για τους οποίους
δικαίως κόπτεται. Και όπου, αν η υφιστάμενη κλιματιστική εγκατάσταση
λειτουργά άψογα (πράγμο που, δυστυχώς, δεν είναι ο κανόνας), η παραμονή
είναι πολύ πιο δροσερή κι ευχάριστη από την παραμονή σε οποιαδήποτε
καφετέρια, της παραλίας, όπου καλεί προς συζήτηση τους πολιτιστικούς μας
ιθύνοντες.
Ο Εντουαρντο ΝΤΕ Φίλιππο και ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, έργα των οποίων
(«Φιλουμένα Μαρτουρανο" και "Το σπίτι της Μπερνάρντα ΑλμπαΣ αντιστοίχως)
παίζονται στα φετινά Έρμουπόλεια" από τοπικούς ερασιτεχνικούς θιάσους,
είναι, βεβαίως, αλλοδαποί. Ιταλός ο πρώτος και Iσπανός ο δεύτερος. Και
των δύο όμως, τόσο το εν γένει έργο όσο και τα συγκεκριμένα έργα,
βρίσκονται, όχι μόνο λόγω της κοινής μας γειτνίασης προς τη Μεσόγειο,
τόσο κοντά στην ελληνκή ιδιοσυγκρασία ώστε να έχουν πολιτογραφηθεί στο
εθνικό μας δραματολόγιο και να έχουν ''υιοθετηθείΣ σαν εθνικοί μας
συγγραφείς από το κοινό μας. Με αποτέλεσμα να παίζονται κάθε λίγο και
λιγάκι από ελληνικούς θιάσους και έλληνες πρωταγωνιστές Όχι μόνο από τη
Λαμπέτη (αυτή, λόγω σχεδόν μηδενικής θητείας στο ανά τους αιώνες,
ελληνικό δρσματολόγιο, θα μας έπεφτε μάλλον ανεπιθύμητη στα
«Έρμουπόλεια", αν ζούσε) και την Παξινού (κι αυτήν θα την ανεχόμασταν
μόνο σε Αισχύλο και σε Ευριπίδη). Αλλά και από την προσφιλή στον
αρθρογράφο του 'Αρχιπελαγους" Αλίκη Βουγιουκλάκη. Οι μεταφράσείς,
μάλιστα, του θεατρικού Λόρκα από το Νίκο Γκάτσο (σπουδαίο ποιητή που ο
"ρομαντικος αστός" ασφαλώς θα γνωρίζει γιατί εγραψε τους στίχους των
δημοφιλέστερων ενίοτε και σε ζεϊμπέκικο, τραγουδιών του Χατζηδάκη, του
Θεοδωράκη και του Ξαρχάκου) θεωρούνται (ανάμεσα τους και η
«Μττερνάρντα Άλμπα") ως οιονεί πρωτότυπα ποιητικά και οροματουργικά
επιτεύγματα τις λαλιάς μας.
3 Το Φεστιβάλ Κιθάρας (κατά μεγάλο μέρος αλλά όχι αποκλειστικά σόλο
κιθάρας) δε συγκεντρώνει, φυσικά, τα μεγάλα λαϊκά ακροατήρια. Τα λεφτά
του, όμως, πou κλαίει ο "ρομαντικός αστός", είναι ελάχιστα, ψίχουλα
μπροστά στις οικονομικές απαιτήσεις των καλλιτεχνών της προτιμησής του.
Από την ποιοτική Τσανακλίδου ως τους μαζικής καταναλώσεως Φοίβο και
Μαζωνάκη! Και γίνονται, κάθε χρόνο, όλο και λιγότεροι! Ώστε να μην
μπορεί να προσφέρει τίποτε δημοφιλέστερο από κιθάρα και μόνο κιθάρα!
Προφανώς αφήνει παγερά αδιάφορα τo "ρομαντικό αστό" αλλά εγώ, παρόλα,
αυτά θα του θυμίσω πως ένα πρώτο, παγκοσμίως, σήμερα όνομα της κλασικής
κιθάρας και τηςαντίστοιχης δισκογραφίας, επίζηλη πλέον μετάκληση του
Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, ο Ρώσος Νικήτας Κόσκιν, είχε περασει, πριν από
αρκετά χρόνια από το Φεστιβάλ Κιθάρας της Ερμούπολης. Eνώ οι μαζικοί
σταρ της "σκυλοκαψούραςΣ κοστίζουν πανάκριβα. Ώστε, όποιοςθέλει να τους
απολαύσει ας πληρώσει αναλογως σε ''μαγαζιά" ή ιδιωτικές τους συναυλίες!
Ας μην τους απολαύσει ως, δημοσία ή δημοτική δαπανη, "κοινωνικό μισθό" !
Εν πάση περιπτώσει, τόσο το (φθηνότατο) Φεστιβάλ Κιθάρας όσο και τα
(ακριβότατα) "δυνατά ονόματα", που προτιμά ο "ρομαντικός αστός", είτε
τραβήξουν κόσμο είτε όχι, τα πληρώνει όλα ο Δήμος εξ ιδίων! Χωρίς το
παραμικρό κέρδος! Και επαναλαμβάνω πώς προσωπικά δε βλέπω το λόγο να
πληρώνει ο Δήμος, αντί του επιλέγοντος τέτοια διασκέδαση, το τεράστιο
κόστος ενός ιδιωτικού (χωρίς ν' αναφέρομοι στην ποιότητά του) γλεντιού!
4. Θα ήμουνα ο τελευταίος που θ' αμφισβητούσε την καλλιτεχνική αξία του
και ευπώλητου Μάρκου Βαμβακαρη Ομως πιστεύω πως με δύο εκδηλώσεις
αφιερωμένες αποκλειστικά σε αυτόν τα ΈρμουπόλειαΣ εξοφλούν με το
παρακάνω το χρέος του στην εκατοστή επέτειο από τη γέννησή του. Αλλωστε,
ο Βαμβακάρης, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ως κοινωνικά περιθωριακός
"νάϊφ" καλλιτέχνης, ως λαϊκής καταγωγής αλλά γενικής, πλέον αποδοχής
κλασικό ελληνικό μουσικό κεφάλαιο, ή, ως μαζικός main stream
διασκεδαστής, δεν έχει λείψει ποτέ από τα «Έρμουπόλεια". Και, στο κάτω -
κάτω, η «Φραγκοουριανή", αενάως επαναλαμβανόμενη, σε όλες τις δυνατές
στιχουργικές κι ερμηνευτικές εκδοχές της, μπορεί κι αυτή να καταστεί,
ακόμα και σ' ένα μερακλή του ρεμπέτικου, τόσο πληκτική όσο σ' ένα λάτρη
της κλασσικής μουσικής (σαν την αφεντιά μου) μια αντίστοιχη πλύση του
εγκεφάλου του με ανηλεείς δόσεις "μπελκάντο" π-χ. της άριας "Casia Diva"
του Μπελίνι). Κι επειδή ο «ρομαντικός αστός" τταρασκέπτεται "ελληνικά",
θα του θυμίσω πως, εκτός του Μάρκου Βαμβακαρη, υπάρχουν λαμπροί έλληνες
συνθέτες κλασικής μουσικής π.χ, ο Σκαλκιώτας, ο Κωνσταντινίδης, ο διόλου
υποδεέστερος των ιταλών εταίρων του στο κίνημα του οπερατικού
«βερισμούΣ Σαμάρας, ο Καρρέρ, ο "εθνικός" Καλομοίρης κλπ). Την κλασική,
άλλωστε, μουσική και ειδικά την όπερα, που αποτελεί, πολύ περισσότερο
από το κοινωνικά περιθωριακό "ρεμπέτικοΣ, τον κορμό της μουσικής
παραβασης της συριανής κοινωνίας, ο "ασπούδαχτος" και αυτοσχέδιος Μάρκος
Bαμβακάρης ουδέποτε περιφρόνησε. Τη σεβάστηκε κι, όπου τον έπαιρνε, τη
"δανείστηκε". Οπως ακριβώς και σε πολύ ευθύτερη κλίμακα μεταγενέστεροί
του λαϊκοί ή «έντεχνοι" αλλά, εν γένει, πλατειάς καταναλώσεως και
ακραιφνούς, υποτίθεται, "ελληνικότητας" συνθέτες. Σαν τον Τσιτσάνη, το
Θεοδωράκη, το Χατζηδάκη (το άκρως μερακλωτικό "Χασάπικο 40" είναι ευφυής
ιδιοποίηση της ταυτάριθμης Συμφωνίας του Μότσαρτ), ο Σαββόπουλος στο
πανηγυρικό "Όπα όπα τα μπουζούκια, όπα και ο μπαγλαμάς..." είναι
διασκευή στα μουσικά καθ' ημάς της Ένατης Συμφωνίας του Μπετόβεν!!).
5. Αντί ν' αρνείται στο όνομα μιας "τυπικής" Ελληνικότητας" τον ΝΤΕ
Φίλιππο και τον Λόρκα, αυτό που θα περίμενα από το ρομαντικό αστό θα
ήταν να ελέγξει (όχι εκ των προτέρων φυσικά), πόσο οι συγκεκριμένες
παραστάσεις και εκδηλώσεις υπηρετούν, με την ποιότητά τους, αυτή την
τόσο ουσιαστική εξοικείωση του κοινού μας με τους εν λόγω μεγάλους
δημιουργούς. Που σφυρηλάτησαν με ιστορικά παραστασιακά επιτευγματα
κορυφαίοι καλλιτέχνες μας. Σαν τον Κουν, τον Μινωτή, το Σολομό, τον
Ευαγγελάτο, τον Παπαγεωργίου και τον Παπαβασιλείου. Σαν τη Λαμπέτη, την
Παξινού, την Κατσέλη, τη Χατζηαργύρη, τη Βαλάκου, την Πρωτοψάλτη.
Εξοικείωση που ασφαλώς πληγώνεται με τυχόν επηρμένες και αλαζονικές
προσεγγίσεις, έστω και περιβεβλημένες τα ελαφρυντικά του ερασιτεχνισμού.
Θα μου πείτε: Έχει παντού άδικο ο "ρομαντικος αστός" του "Αρχιπελάγους";
Πρέπει το "πρόγραμμα των Έρμουπολείων" να καταρτίζεται ερήμην των λαϊκών
προτιμήσεων; Η απάντηση είναι, φυσικά -όχι. Ένας κύκλος πολιτιστικών
εκδηλώσεων που αποβλέπει στη διατήρηση της πολιτιστικής παράδοσης και
κληρονομιάς του τόπου δεν μπορεί να παραγνωρίσει τα χάσματα που η
σύγχρονη πραγματικότητα έχει ανοίξει ανάμεσα στους σημερινούς Συριανούς
και στην παραδοση αυτή. Οφείλει να τα λάβει, υπόψη του και να
προσπαθήσει να τα γεμίσει με αυθεντική ποιότητα. Όταν αυτή υπάρχει,
κανένα καλλιτεχνικό έργο δεν είναι ερμητικό για το λαό. Όταν όμως δεν
υπάρχει, όταν δηλ, όπως θάλεγε (στοχότατα εν προκειμένη) ο "ρομαντικός
αστός") "με πορδές πάμε να βάψουμε αυγά" ή όταν, όπως θάλεγα εγώ,
σερβίρουμε (με την καλή πίστη της αποκατάστασης των "περασμένων" μας
"μεγαλείων", με την ψευδαίσθηση της ιστορικότητας ωχρών και πρόχειρων
απομιμήσεών τους και με την ονείρωξη Σασλτσμπουργκιανών κλωνοποιήσεων)
στους σημερινούς Σuριαvoύς και τους λιγούρηδες για ευρωπαϊζουσες και
νεοκλασικές εμπειρίες τουρίστες "μαϊμούδες" (και όχι απλώς οικονομικές
συσκευασίες) της σύνθετης και μικτής οπερατικής καλλιτεχνικής
τελετουργίας, τότε, αντί ν' αναστήσουμε το ένδοξο παρελθόν, κινδυνεύουμε
να το θάψουμε οριστικά! Έχω πλήρη συνείδηση ότι ειδικά οι τελευταίες
κουβέντες μας χρειάζονται εξηγήσεις. Προτίθεμαι να τις δώσω στο πλαίσιο
ενός γενικού απολογισμού των φετεινών, εκ πρώτης, τουλάχιστον, οψεως,
απελπιστικών πενιχρών «Έρμουπόλειων». Αφού τελειώσουν τόσο αυτά όσο
και οι διακοπές της «Απόψης". Μέχρι τοτε "καλό καλοκαίρι'".
Μάρκος Δ. Φρέρης
|