Όπως οι τακτικοί αναγνώστες της "Άποψης" θα θυμούνται, από της πρώτης
στιγμής της αναρρήσεως στον αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών του από
Δημητριάδος κ. Χριστοδούλου (Παρασκευαΐδη) ο υπογραφόμενος δεν έκρυψε
τις επιφυλάξεις του για το πρόσωπο, το οποίο η τότε Ιεραρχία της
Εκκλησίας της Ελλάδος έκρινε κατάλληλο για να του εμπιστευτεί την, έστω
απλή πρωτοκαθεδρία της. Η έκτοτε συμπεριφορά του επιβεβαίωσε πλήρως τις
επιφυλάξεις εκείνες. Τις προήγαγε μάλιστα (γιατί να το κρύψουμε;) σε
πραγματική αλλεργία κατά του προσώπου του. Που αποτυπωνόταν εκάστοτε
στην εδώ αρθρογραφία και σχολιογραφία μου.
Ούτε στο εν ευρεία εννοία ποίμνιό του (αν, προς στιγμήν, θεωρήσουμε το "πάσης Ελλάδος" νομοκονονικώς έγκυρο) ανήκω ούτε, εγκωμίασα ή
συνομολόγησα ποτέ, πριν ή μετά την εν εξελίξει εκκλησιαστική κρίση τα
υποτιθέμενα, συνυπάρχοντα με το μειονεκτήματά του, "χαρίσματά" του. Δεν είμαι επομένως, την ώρα αυτή της εκπτώσεώς του από της άλλοτε κραταιός επικοινωνιακής του θέσεως, ο αντικειμενικότερος κριτής του. Ενώπιον της η απλή (και μάλιστα ετερόδοξη) χριστιανική μου πίστη, ούτε καν εν μέρει δε νομιμοποιεί ηθικά την αναγόρευσή μου σε αυστηρό τιμητή των συγκεκριμένων παραπτωμάτων που σήμερα του αποδίδονται. Της συνάρειας δηλ. και συνεργασίας με, κατά το
μάλλον ή ήττον, διαβλητά πρόσωπα (Γιοσάκης, Βαβύλης, Κουλουσούσας κλπ.)
και της επιμονής στην ανειλικρινή άρνηση της συνάφειας και συνεργασίας
αυτής, όταν πλήθος αποδεικτικών στοιχείων και η κοινή λογική τη
διαψεύδουν. Το πυκνό και συχνό εσχάτως φαινόμενο της εκ προοιμίου
επικλήσεως είτε ένθερμης προσωπικής θρησκευτικότητας είτε αρχικής αλλ '
ήδη εξανεμισμένης συμπάθειας και εμπιστοσύνης προς τον κ. Χριστόδουλο
από σημερινούς δριμείς επικριτές του είναι παράδειγμα μάλλον προς
αποφυγή παρά προς μίμηση. Προσωπικά, μου πάει περισσότερο, αντί να
ξυλεύομαι δρυός πεσούσης, να κρατήσω κρυφή κι ενδόμυχη τη φυσική και
αναπόφευκτη ικανοποίηση που παρέχουν σ ' ένα εξ αρχής επικριτή του κ.
Χριστοδούλου οι, υπό τα ονόματα Γιοσάκης, Βαβύλης, Κουλουσούσας ή
Οικονόμου, σκανδαλιστικώς δημοσιοποιημένες αστοχίες του. Δεν παίρνω
σήμερα το λόγο, για να τον στρέψω, για μιαακόμη φορά, κατά τουΙΙ ΙΙΙ
απέτρεψε από υποτροπές εκείνης ακριβώς της συμπεριφοράς του, που
ανεξάρτητα οπό συγκεκριμένες επιλήψιμες συναναστροφές ή αντειλικρινείς
διαψεύσεις τους, συνιστά τη βαρύτατη βλάβη που επιφέρει, από το 1998,
στην ελλαδική Εκκλησία και στην ελληνική κοινωνία. Στο πλαίσιο μιας
προφανούς επικοινωνιακής "αντεπίθεσής" του χαρακτήρισε "βαθιά
νυχτωμένους" όσους μιλάνε για παραίτησή του, προέβη, από άμβωνος
μάλιστα αλλ ' ωστόσο σε λαϊκότατο γλωσικό ιδίωμα ("Δεν έχω δεκάρα"),
σε δακρύβρεχτες δηλώσεις κτημοσύνης και απέδωσε σε σκοτεινή, "παγκοσμιοποίησης" προελεύσεως, συνωμοσία την εκκλησιαστική
κρίση. Εξουδετέρωσε έτσι το πλεονέκτημα που του παρείχε ο ενώπιον
του, έστω εξ οικείου αμαρτήματος, δοκιμαζόμενου ανθρώπου, έλεος κάποιων
(όπωςο υπογραφόμενος) από τους πάγιους επικριτές του. Ούτε καν σήμερα,
όταν η δεινή του θέση καθιστά επιτέλους περίπου υποχρεωτική την αναδρομή
του σε θεολογικό, θρησκευτικό, λόγο, εννοεί να εγκαταλείψει τις κοσμικές
του συνήθειες! Αυτές με τις οποίες επί επτά τώρα χρόνια νόθευσε την
αποστολή και στρέβλωσε τη φυσιογνωμία της ελλαδικής Eκκλησίας. Αυτές
για τις οποίες τον εγκάλεσε, με ευαγγελική, είναι αλήθεια,
διακριτικότητα και επιείκεια, μόνος μεταξύ όλων των εν αρχιεροσύνη
αδελφών του o μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος. Και τον στηλίτευσε με τη
γνωστή υπερβολική πλην ανιδιοτελή δριμύτητα ένας αδόκητος για τους
τακτικούς αναγνώστες της στήλης ευκαιριακός συνοδοιπόρος της, ο
καθηγητής Χρήστος Γιανναράς. Αποκλειστικά υπεύθυνη για την παρούσα
καταιγίδα που πλήττει τη διοικούσα Ελλαδική Εκκλησία ειναι η καθολική
και διάχυτη εκκοσμίκευση, σττοθεολογοποίηση και αποθρησκειοποίησή της. Ο
εκφυλισμός της σε απλό μηχανισμό παραεξουσίας. Που κατανάγκην λειτουργεί
με τους όρους και τους κανόνες όχι της θρησκείας (και μάλιστα της
χριστιανικής) αλλά της πολιτικής και του management. Από κει και περά η
προσφυγή σε Γιοσάκηδες και Bαβύληδες, η επιθετική και αμυντική
ισορρόπηση των δικών μας "πομπών" με, δωρεάν ή επ' ανταλλάγμστι
κεκτημένες, "πομπές" των αντιπάλων, είναι, αλοίμονο, κανόνες του
παιχνιδιού.
Δεν εγκαινίασε, βέβαια, ο κ. Xριστόδουλος αυτό τον εκφυλισμό. Υπήρχε
και επί του μακαριστού Σεραφείμ. Εκείνος όμως χάρις ακριβώς σε μια αυθόρμητη η ανυπόκριτη προσωπική κοσμικότητα και "λαϊκότητα", κατάφερε να ελέγχει και να διατηρεί σε στενά εκκλησιαστικά πλαίσια, χωρίς επικίνδυνες διαρροές και διηθήσεις στον κοινωνικό ιστό, την κοσμική λογική της λειτουργίας της Εκκλησίας.
|