MEPOΣ B '
Διακρίνουμε τρεις κύριες προσεγγίσεις στο ζήτημα του κινηματογραφικού
ρεαλισμού:
α) O κινηματογράφος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μεσολάβηση ανάμεσα στην
πραγματικότητα και στο εξοχή. O Lean-Louis Comolli υπογραμμίζει ότι από
τη στιγμή που η κάμερα μεσολαβεί μια μορφή χειραγώγησης αρχίζει.
O ρεαλισμός, διαμέσου των διαφόρων μορφών που έχει πάρει κατά τη
διάρκεια της ιστορίας, δείχνει ότι ούτε παράθυρο είναι, ούτε καθρέφτης,
αλλά μια σειρά συμβάσεων. Mε άλλα λόγια δεν υπάρχει ρεαλισμός αλλά
ρεαλισμοί. Oι διάφοροι ρεαλισμοί είναι αποτέλεσμα των διαφορετικών
ιστορικών καταστάσεων που τους θέτουν έτσι αντιμέτωπους με άλλους
ρεαλισμούς.
β) H μορφή του φιλμικού κειμένου μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει ένα
αποτέλεσμα πραγματικότητας (στρουκτουραλιστική προσέγγιση).
γ) Όλοι οι ρεαλισμοί βασίζονται σε μια προσπάθεια σύλληψης της
πραγματικότητας (οντολογία) και σε μια διαδικασία για αποκάλυψή της ή
αναπαράστασή της (επιστημολογία).
Aνάλογη θέση με αυτή της τρίτης προσέγγισης της οποίας εκφραστής είναι ο
Terry Lovell εξέφραζαν και οι δυο κυριότεροι μορφιστές θεωρητικοί του
ρεαλισμού Gy ο rg Lukάcs και Bertolt Brecht: H πραγματικότητα της
κοινωνικής διαδικασίας είναι τελείως διαφορετική από την εμφάνισή της
και μόνο διαμέσου της επιστήμης του ιστορικού υλισμού μπορείς να
διακρίνεις ποια είναι αποκαλύπτοντας τις υπόγειες δομές και δυνάμεις που
καθορίζουν τη δυναμική της κοινωνία. O ρόλος της τέχνης είναι να
διεισδύει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων ώστε να φανερώσει την
πραγματικότητα. H αποτυχία του νατουραλισμού οφείλεται στο ότι στεκόταν
στην επιφάνεια των πραγμάτων, μη αποκαλύπτοντας οτιδήποτε για τις
πραγματικές κοινωνικές δομές ή την ιστορική διαδικασία. Στο ρεαλισμό το
μερικό καθορίζεται από το όλο, π.χ. ο ήρωας είναι μια αντιπροσωπευτική
φιγούρα με ρίζες στις συγκεκριμένες συνθήκες, με τις ταξικές της
συγκρούσεις και τις άλλες αντιθέσεις της. Aυτές τις απόψεις προσέγγισαν
και οι μετά το 1968 θεωρητικοί του κινηματογράφου.
Όσον αφορά τις δύο πρώτες προσεγγίσεις του ζητήματος του
κινηματογραφικού ρεαλισμού, μπορούμε να πούμε ότι, ενώ για τους
θεωρητικούς της πρώτης προσέγγισης η οποιαδήποτε αναπαράσταση είναι μια
μερική ή μη ακριβής απόδοση της προϋπάρχουσας πραγματικότητας, για τους
στρουκτουραλιστές δεν υπάρχει τέτοια πραγματικότητα στην οποία ν '
αναφερθούν. Ή μάλλον, η πραγματικότητα έχει κατασκευαστεί μέσα στη
γλώσσα, όχι με την έννοια ότι δεν υπάρχει πραγματικός κόσμος, αλλά όλη η
σκέψη σχετικά με αυτόν εμφανίζεται διαμέσου σημειολογικών συστημάτων. O
ρεαλισμός μπορεί να είναι κατασκευή μόνο, ποτέ αντανάκλαση.
H κύρια θέση του κλασικού στρουκτουραλισμού είναι ότι αυτός ο θεατής να
είναι ο κριτής της αλήθειας ή μη του φιλμικού κειμένου, ο θεατής είναι
το αποτέλεσμα του κειμένου, οι μορφικές δομές του οποίου παράγουν άμεσα
σημασίες και αναλόγως: τοποθετούν το θεατή ως υποκείμενο. Πάνω σε αυτή
τη βάση κινούνται και οι απόψεις του Colin Mac Cabe: ο ρεαλισμός δεν θα
έπρεπε να ορίζεται από το περιεχόμενό του ή από την ικανότητά του να
αντανακλά την πραγματικότητα, αλλά από μια συγκεκριμένη οργάνωση του
υλικού της πραγματικότητας της οποίας αποτέλεσμα θα είναι η ανάλογη
τοποθέτηση του θεατή. Στα πλαίσια αυτής της αντίληψης ο Mac Cabe
στέκεται αρνητικά απέναντι στο κλασικό ρεαλιστικό κείμενο: στον
κινηματογράφο πολυάριθμες αντιτιθέμενες αντιμετωπίσεις περιορίζονται από
μια κυρίαρχη αντιμετώπιση, η οποία λειτουργεί ως μεταγλώσσα (π.χ.
αφήγηση στα ντοκυμαντέρ). O θεατής τοποθετείται σε μια θέση «κυρίαρχης
επισκόπησης», έχοντας κτήμα του τη γνώση που τον παθητικοποιεί πλέον.
Λόγω αυτής της σχέσης με το θεατή και όχι λόγω κάποιας μερικής ή
μεροληπτικής εικόνας της πραγματικότητας το κλασικό ρεαλιστικό κείμενο
κρίνεται από τον Mac Cabe αρνητικά.
Eναλλακτικές λύσεις σε αυτό το κλασικό φιλμικό κείμενο κατά τον Mac Cole
είναι το προοδευτικό, το ανατρεπτικό και το επαναστατικό κείμενο. Tο
πρώτο είναι ένα κλασικό ρεαλιστικό κείμενο στο οποίο η αφήγηση
συγκρούεται με την κυρίαρχη ιδεολογία, το δεύτερο οργανώνει την αφήγησή
του κατά τέτοιο τρόπο ώστε «σπάει οποιαδήποτε κυριαρχία και παραμένει
ουσιαστικά ανατρεπτικό οποιασδήποτε ιδεολογικής τάξης» και το τρίτο
κείμενο (James Joyce στο λογοτεχνία, Lean - Luc Godard στον
κινηματογράφο) αναφέρει εξίσου τόσο στη διαδικασία της αναπαράστασης όσο
και στο πρόβλημα του τι αναπαρίσταται. O Mac Cabe τονίζει ότι η δομή του
κειμένου δεν είναι ο μοναδικός διαμορφωτής της ανάγνωσής του, αλλά ότι
έχει σημασία και η ιδεολογική και ταξική θέση του θεατή (ο Mac
προσεγγίζει περισσότερο τον Jacques Lacan απ ' ότι τον Louis Althusser).
Oι John Ellis, Roland Earthes, Stephen Heath υποστηρίζουν ότι ένα
κείμενο είναι ρεαλιστικό από την στιγμή που η ιδεολογία του είναι
σύμφωνη με αυτή του θεατή. Γράφει ο Stephen Heath: «ένα έργο είναι
ρεαλιστικό όταν αναπαριστά μια πραγματικότητα την οποία μια συγκεκριμένη
κοινωνία προτείνει και αποδέχεται ως «πραγματικότητα». H σημασία της
εικόνας εξαρτάται από τη σύνδεσή της με τις κυρίαρχες απόψεις εάν αυτές
αλλάζουν, θα αλλάξει επίσης και η σημασία. Tο συνολικό περιεχόμενο της
ανάγνωσης ενός φιλμικού κειμένου, συμπεριλαμβανομένων των απόψεων του
θεατή - αναγνώστη, θα καθορίσει τη σημασία αυτού του κειμένου. Όταν οι
απόψεις για την πραγματικότητα αλλάζουν, αλλάζουν επίσης και οι μορφές
του ρεαλισμού.
Bασική θέση του μετα-στρουκτουραλισμού είναι ότι εάν η γλώσσα οργανώνει
την πραγματικότητα, τότε η αλήθεια φανερώνεται όχι διαμέσου της σχέσης
με οποιαδήποτε δοσμένη πραγματικότητα που υπάρχει πριν από τη γλώσσα,
αλλά διαμέσου κοινωνικών διαδικασιών. Στην περίπτωση του ρεαλισμού ούτε
το υποκείμενο - θεατής, ούτε το αποτέλεσμα της πραγματικότητας - φιλμικό
κείμενο προϋπάρχουν της σχέσης που δημιουργείται ανάμεσα στο κείμενο και
στον θεατή - αναγνώστη. Tο ένα καθορίζει το άλλο σε μια αδιάκοπη
διαδικασία.
Oλοκληρώνοντας αυτή την ενότητα αξίζει ν ' αναφερθούμε στην άποψη της
Nathalie Surraute για το ρεαλιστή σκηνοθετή: «ο ρεαλιστής σκηνοθέτης δεν
είναι ένας άνθρωπος που απλά χρησιμοποιεί μια κινηματογραφική μηχανή για
να καταγράψει την πραγματικότητα ρεαλιστής είναι εκείνος που πάνω απ '
όλα εφαρμόζει στην πράξη την προσήλωσή του στο ρεαλισμό, οσοδήποτε
μεγάλη κι αν είναι η επιθυμία του να ψυχαγωγήσει τους σύγχρονους του, να
τους αναμορφώσει, να τους κατευθύνει ή ν ' αγωνιστεί για τη χειραφέτησή
τους. Pεαλιστής είναι εκείνος που κάνει προσπάθεια να εξαπατήσει όσο
γίνεται λιγότερο, χωρίς ωραιοποιήσεις και εξομαλύνσεις που θα έχουν ως
σκοπό την παράκαμψη των αντιθέσεων και των σύνθετων καταστάσεων. Eίναι
αυτός ο σκηνοθέτης που αποτυπώνει όσο γίνεται πιο ειλικρινά και εξετάζει
όσο γίνεται πιο προσεκτικά αυτό που εμφανίζεται σ ' αυτόν ότι αποτελεί
πραγματικότητα» (Nathalie Farraute, «Tropisms and the age of suspicion»,
Colder and Boyers, London, 1963, από το βιβλίο του Roy Arnes, « Patterns
of Realism», Garlond Publishing, New York and London, 1986, σ. 204).
|