|
Σπεύδω να καθησυχάσω όσους, αρχίζοντας, φυσιολογικά, την ανάγνωση του
άρθρου μου από τον τίτλο του, ανησύχησαν ήδη πως, αιφνιδιαστικά,
επέστρεψα πλησίστιος στο βερμπαλιστικό αλλ' ωστόσο ειλικρινή και
ανιδιοτελή πασοκισμό της νεότητάς μου και πως υιοθετώ τις βαρύγδουπες
μομφές του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης για "δικαστικό
πραξικόπημα", δηλ. για βαρύτατη, δικαστικής προελεύσεως και κυβερνητικής
εμπνεύσεως, παραβίαση των αρχών της δημοκρατίας, ότι δεν επιδοκιμάζω
διόλου την τόσο αταίριαστη με το ύφος του και με την ιδιοσυγκρασία του
υπερβολή, στην οποία προφανώς τον παρέσυραν κάποιοι άγνωστοι θιασώτες
του στυλ "βαθυπασόκ" και με την οποία εξέφρασε τη, φυσική και εύλογη
κατά τα λοιπά, δυσφορία του για την πρόσφατη περί μη υπολογισμού των
"λευκών ψήφων" απόφαση του ΑΕΔ. Αντίθετα, εντάσσω κι αυτήν την ξαφνική
υποτροπή (παρόμοιες, όπως θα θυμάστε, είχαν εμφανιστεί και επί Σημίτη με
θύμα τον τότε πρόεδρο του ΠΑΣOΚ) της παθολογίας του αρχέγονου πασοκικού
πολιτικού λόγου στα φαινόμενα νοσηρότητας της δημοκρατίας μας που
αποπειρώμαι σήμερα να καταγράψω. Και που, σχετικώς ήπια ή σποραδικά
σήμερα, δεν αποκλείουν αυριανές οξύτητες και επιδημίες, ικανές να
υπονομεύσουν μόνιμα τη μέγιστη από της μεταπολιτεύσεως του 1974 πολιτική
μας κατάκτηση.
Προσωπικά θεωρώ νομικά εντελώς σφαλερή την απόφαση περί μη
υπολογισμού των λευκών ψηφοδελτίων στο σύνολο των ψηφισάντων, που, με
πλειοψηφία μιας μόλις ψήφου, πήρε το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.
Προκαλώντας τις γνωστές ποσοτικές και προσωπικές ανακατανομές των
βουλευτικών εδρών. Όχι βέβαια γιατί μου κακοφάνηκε καθόλου η επιστροφή
στα βουλευτικά έδρανα του παλαίμαχου και, αν μη τι άλλο, έμπειρου
αδελφού του πρώτου και θείου του δεύτερου Kαραμανλή και θεματοφύλακα της
πολιτικής παρακαταθήκης του πατέρα της Δημοκρατίας μας. Όταν θλιβερές ή
φαιδρές ερασιτεχνικές μετριότητες έχουν κατακλύσει το κοινοβούλιο,
νομίζω ότι ο από του 1963 μέλος του κι επανειλημμένα υπουργός κ.
Αχιλλέας Καραμανλής, δικαιούται, με το παραπάνω, μιας ακόμη βουλευτικής
θητείας, θεωρητικού (αλλά, φοβούμαι, αλοίμονο, μόνο θεωρητικού) του
"εκσυγχρονισμού" κ. Πώργου Πσσχαλίδη. Έστω και με το τίμημα της
παράλληλης κοινοβουλευτικής νεκρανάστασης ελασσόνων απολιθωμάτων της
πασοκικής παλαιοντολογίας, όπως ο κ. Χάρης Τσιόκας. Oύτε γιατί μειώθηκε
κατά μία (1) μονάδα η κοινοβουλευτική δύναμη του ΠΑΣOΚ. Αλλά γιατί,
λύει, με τρόπο λαθεμένο κι επικίνδυνο, ένα μείζον ερμηνευτικό πρόβλημα
της εκλογικής μας νομοθεσίας. Γιατί αποδυναμώνει και περιθωριοποιεί το
εξ αντικειμένου οπωσδήποτε υπαρκτό κι ενδεχομένως σημαντικό πολιτικό
νόημα της λευκής ψήφου. Και γιατί εκθέτει εαυτήν, λόγω των ειδικών
χαρακτηριστικών της συγκεκριμένης περίπτωσης που έκρινε, στην υποψία
υποχώρησης σε εξωδικαιικές πιέσεις και χαμηλού επιπέδου πολιτικές
σκοπιμότητες. Από του σημείου όμως αυτού μέχρι του σημείου να
χαρακτηρίζεται "δικαστικό πραξικόπημα" η απόσταση είναι μεγάλη.
Εξίσου, πάντως, άστοχη με την πολιτική κριτική που υπέστη η απόφαση
ήταν και η, απέναντι στην κριτική αυτή, αντίδραση των μελών του ΑΕΔ που
την εξέδωσαν. Όπως (αναγκαστικά) εκφράστηκε από τον πρόεδρο του Πρόεδρο
του Συμβουλίου της Επικρατείας κ. Χρήστο Γεραρή, ο οποίος είχε μάλιστα
μειοψηφήσει! Το ΑΕΔ (δια του κ. Γεραρή) διεκδίκησε, ούτε λίγο ούτε πολύ,
κριτική ασυλία για το δικαστικό του έργο! Όμως, όσο ακριβώς βλάπτει τη
δημοκρατία ο χαρακτηρισμός ''δικαστικό πραξικόπημα" για μια απόφαση
απλώς λαθεμένη ή, όπως τόσες άλλες, πολιτικά διαβλητή, τόσο τη βλάπτει
και η αμφισβήτηση του συνταγματικά πλέον κατοχυρωμένου και πολιτικά προ
πολλού κεκτημένου δικαιώματος κριτικής των δικαστικών εν γένει
αποφάσεων, στο πλαίσιο, βέβαια, της τυχόν καθαρά νομικής δεσμευτικότητάς
τους.
Δυστυχώς, το (αναφαίρετο) δικαίωμα κριτικής των δικαστικών αποφάσεων
αμφισβητήθηκε, με τρόπο πολύ εντονότερο και προκλητικότερο από την
ετερόφωτη δυσφορία του κ. Γεραρή, σε δυο άλλες περιπτώσεις. Αφενός από
την Ένωση δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας με αφορμή
την κριτική του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ κ. Σουφλιά για την επί πολεοδομικών
θεμάτων νομολογία του Ανώτατου Διοικητικού μας Δικαστηρίου και αφετέρου
από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων για τον, επί μήνες τώρα,
συνεχιζόμενο δημοσιογραφικό θόρυβο ως προς τις περιπτώσεις επίορκων
δικαστών και κυκλωμάτων επηρεασμού της περιπτώσεις επίορκων δικαστών και
κυκλωμάτων επηρεασμού της δικαιοσύνης. Και ως προς μεν τις μετριοπαθείς
και όπως συνήθως, προσεκτικές δηλώσεις του κ. Σουφλιά, ενός από τα
σοβαρότερα στελέχη της σημερινής κυβέρνησης, που μιλάει μονάχα όταν έχει
κάτι να πει και πράττει όχι για το θεαθήναι της κυβερνητικής πολιτικής
πελατείας αλλά ό,τι μπορεί και ό,τι πρέπει, οι παλιότεροι αναγνώστες της
τότε λακωνικότερης παρούσας στήλης θα θυμούνται πως, πριν από δέκα
χρόνια, είχε με το ίδιο ακριβώς πνεύμα αντιμετωπίσει την, έκτοτε, στο
όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος, "εισπήδηση" του ΣτΕ σε καθαρά
νομοθετικά έργα. Ως προς δε το σπασμωδικό κατάλογο κλαδικών αιτημάτων
της (πλειοψηφίας του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων , ενόψη
της διαφθοράς στη δικαιοσύνη και των προς πάταξη της, μέτρων της ηγεσίας
του Αρείου Πάγου, που έφτασε στο σημείο, να περιλάβει, ως κατακλείδα
μιας μνημειώδους επίδειξης κακώς εννοούμενου συντεχνιακού πνεύματος, την
επαναφορά του καταργημένου από το 1993 (υπουργία του δικαστή Γ.
Κουβελάκη), εγκλήματος της περιύβρισης αρχής, ειδικά για τις προσβολές
κατά δικαστών, εκεί πια αρχίζει ν' αναρωτιέται κανείς πόσο ασφαλής είναι
προσφεύγοντας στη δικαιοσύνη. Όχι μόνο για το πράγματι σποραδικά ακόμη
ελλειμματικό ήθος των λειτουργών της. Αλλά για τις περί δημοκρατίας και
ελευθερίας αντιλήψεις του συνδικαλιστικού τους οργάνου. Που, όπως και να
το κάνουμε, υπονοούν μαζικότερες συναινέσεις από τα ποσοτικώς διόλου
ευκαταφρόνητα αλλ' οπωσδήποτε μεμονωμένα και αποκρουστικά σε κάθε
ευσυνείδητο λειτουργό της δικαιοσύνης κρούσματα δικαστικής διαφθοράς.
Αν όμως τα ήδη ύπερθεν καταγεγραμμένα κρούσματα πολιτικής
αμετροέπειας και υποδόρειου, συντεχνιακής καταγωγής, αυταρχισμού θα
μπορούσαν να ερμηνευτούν από κάποιους αυτεπάγγελτους ιεροφάντες των
μαρξικών ή απλώς μαρξιστικών δογμάτων ως νομοτελειακή ατέλεια της,
υποτίθεται, ανάπηρης και ληξιπρόθεσμης αστικής μας δημοκρατίας, τί να
πει κανείς για τα αριστερόστροφα νέφη του δημοκρατικού μας ορίζοντα; Τί
να πει π.χ. για το βάναυσο, στο όνομα του πανεπιστημιακού ασύλου,
πολύωρο περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας υπερεκατό "ομήρων" (μεταξύ
των οποίων και δύο, ελάχιστα προσφιλείς μου, υπουργοί του ΠAΣOK) στο
Πολυτεχνείο από ομάδα "αναρχικών"; Που η απειλούμενη ή τετελεσμένη τους
βία οδήγησαν σ' έσχατο σημείο υπαρξιακής απόγνωσης και σε ανέλεγκτη
χρήση του υπηρεσιακού του περιστρόφου το νεαρό και άπειρο αστυνομικό -
φρουρό του Χρήστου Βερελή, ο οποίος, χωρίς πιθανότατα δική του ευθύνη,
ξέχασε ν' αφήσει, επειδή τάχα έτσι επέτασσε το πανεπιστημιακό άσυλο,
εντός του Πολυτεχνείου, μόνο του το αντικείμενο της προστασίας του! Και
κατέληξε σε εκβίαση κατάδοσης (ρουφιανιάς) του δυστυχούς πανικόβλητου
αστυνομικού αντάξια παν χειρότερων παραδόσεων του αλήσιου μνήμης
αστυνομικού μας κράτους! Τι να πει για τις τυφλωμένες από τις ιδεοληψίες
τους διοικητικές αρχές του Πολυτεχνείου που ενοχλήθηκαν σφόδρα από μια
τυχαία, προφανώς ανεπίγνωστη, δήθεν "παραβίαση" του ασύλου (την είσοδο
ως συνοδείας πολιτικού προσώπου ενός αστυνομικού στο Πολυτεχνείο) αλλά
θεώρησαν εντελώς φυσική, δικαιολογημένη κι απολύτως συμβατή με το
περιβόητο "άσυλο" τη διάπραξη, κατά πραγματική και κατ' ιδέαν συρροή,
σοβαρών αξιόποινων πράξεων μέσα στο ίδρυμα! Σαν να ήταν το σύμβολο της
αγωνιστικής διεκδίκησης της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας (άλλοτε
αιτημάτων πολιτικού ηρωισμού και σήμερα ιδεολογικών άλλοθι ωμού
κοινωνικού κουτσαβακισμού) ξέφραγο, στην οποιαδήποτε εγκληματικότητα και
αντικοινωνικότητα, αμπέλι! Τι να πει για τους, αντιπολιτευόμενους ή
συμπολιτευόμενους, πολιτικούς που, αντί ν' αποδοκιμάσουν το βαθειά
αντιδημοκρατικό φαινόμενο, το υποβίβασαν σε «ενδιαφέρουσα κι
εποικοδομητική ανταλλαγή πολιτικών απόψεων» ή το έκαναν «γαργάρα» χάριν
του νεοπαγούς «αριστερού» και «κοινωνικά ευαίσθητου» προφίλ της
κυβερνητικής πλειοψηφίας;
Αλλά και ορθοδοξότερες του ιδιόμορφου ελλαδικού «αναρχισμού» εκδοχές
της αριστεράς, όπως το επίσημο ελληνικό υποκατάστημα του (πάλαι ποτέ
υπαρκτού) σοσιαλισμού, και υποτιθέμενα κατεξοχήν θύματα των όποιων
ελλείψεων της δημοκρατίας μας, εξακολουθούν να λειτουργούν ως θύτες της.
Ματαιώνοντας π.χ. στη Λάρισα με την εισβολή κομματικής «ομάδας κρούσεως»
μ' επικεφαλής τον βουλευτή του ΚΚΕ κ. Τάκη Τσιόγκα εκδήλωση με θέμα
«Υπάρχει αντιαμερικανισμός στην Ελλάδα;» του τοπικού ελληνοαμερικανικού
συνδέσμου. Ή, παραβλέποντας, όπως ο προσφιλέστερός μου πάντων των λοιπών
ομοϊδεατών του εκπρόσωπος της κομμουνιστικής Oρθοδοξίας στην «Άποψη»
«Αμετανόητος» στο όντως πνευματώδες σχόλιό του με τίτλο «Η θεωρία της
(α)σχετικότητας στην πράξη» την έκδηλη (με την αποκλειστική φωτογραφική
παρουσία του στρατάρχη Ζούκοφ στη σχετική πρόσκληση) φιλοκομμουνιστική
μονομέρεια της οργανωμένης από τη Νομαρχία Κυκλάδων τελετής για τα 60
χρόνια από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, που τόσο άδικα επικρίνει
για πολιτική ουδετερότητα. Δεν ήμουν παρών στην εκδήλωση και δεν ξέρω τί
ακριβώς είπε ο κεντρικός ομιλητής της συριανός πρώην δικηγόρος, πρώην
νομάρχης και γνωστός λογοτέχνης Κώστας Κριτσίνης. Αν, όπως συμπεραίνω
από τους υπαινιγμούς του «Αμετανόητου», αναφέρθηκε στο Φρόιντ, στον
Oπενχάιμερ και στον Αϊνστάιν, γιατί ο κυνηγημένος (όχι μόνο για την
εβραϊκή του καταγωγή) από τους Ναζί πατέρας της ψυχανάλυσης ή οι δύο
κορυφαίοι γερμανοί ουμανιστές, ειρηνιστές και αντιναζί φυσικοί, που
υπέστησαν, ο καθένας με τον τρόπο του, την καταπίεση και της
μεταπολεμικής αντικομμουνιστικής υστερίας, είναι λιγότεροι σχετικοί προς
την μέγιστη αλληλοαφαγή του 20ού αιώνα απ' όσο π.χ. ο Μαρξ; Κι ο Κώστας
Κριτσίνης δεν είναι ένας οποιοσδήποτε απλός πρώην Νομάρχης, Κι αν ο
«Αμετανόητος» συγγνωστά, λόγω ηλικίας, το αγνοεί, ο Κώστας Κριτσίνης
βρέθηκε, εξ απαλών ονύχων, αντιμέτωπος με το φασισμό. Είτε γράφοντας,
αμούστακος ακόμα, αντιμουσολινικές επιθεωρήσεις στα συριανά μετόπισθεν
του 1940, είτε ξυλοκσττούμενος κι εκτοπιζόμενος για τη μαχητική του
δράση στο μεταπολεμικό ΕΑΜ είτε, υπερασπιζόμενος την εύθραυστη
προδικτατορική μας δημοκρατία είτε, τέλος, αντιστεκόμενος στην απριλιανή
τυραννία. O Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ου την μνήμην επετελέσαμεν, ήταν η
νικηφόρα αναμέτρηση των λαών κατά του φασισμού, ο θρίαμβος της
ελευθερίας. Δεν ήταν, όπως ορισμένοι νομίζουν, η κατίσχυση της
κομμουνιστικής ιδεολογίας!
Κι αυτοί όμως οι, υποτίθεται απαλλαγμένοι του αυταρχικού μικροβίου,
«ανανεωτικοί» αριστεροί διανοούμενοι, φαίνεται πως υποπίπτουν σε
αντιδημοκρατικά ολισθήματα! Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς τη μεταχείριση
που επιφύλαξε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, απελθών (ή απομακρυνθείς, αν
θέλετε) πρόεδρος του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στο διάδοχό
του Παντελή Βούλγαρη; Δεν ανήκω σ' εκείνους που επιδοκίμασαν την
αντικατάσταση της προηγούμενης Διοίκησης του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Κυρίως του πρώην Διευθυντή του Μισέλ Δημόπουλου (ο Θεόδωρος
Αγγελόπουλος, αφοσιωμένος στο δικό του καλλιτεχνικό έργο, δεν πιστεύω
πως πρόσφερε στο Φεστιβάλ κάτι καλλιτεχνικά ουσιαστικότερο του τεράστιου
διεθνούς συμβολικού του κύρους). Όταν όμως αντικαταστάτης του
Αγγελόπουλου είναι ο Παντελής Βούλγαρης, ένας δηλ. εξίσου με το
σκηνοθέτη του «θιάσου», άνθρωπος του κινηματογράφου, διόλου κομματικός
ευνοούμενος και πρόσωπο υπεράνω πάσης υποψίας προσωπικής φιλοδοξίας ή
ιδιοτέλειας (για να μη θυμηθούμε τις αντιδικτατορικές αγωνιστικές του
περγαμηνές με κορύφωση την εξορία του στην εφιαλτική Ιωαννιδική Γυάρο),
η αόριστη και ατεκμηρίωτη σπίλωσή του, έστω και μόνο ως πολιτικά αδαούς
οργάνου προφανώς ανύπαρκτων κομματικών σκοπιμοτήτων έπρεπε ν'
αποφευχθεί. Κάποια περιστολή της εύλογης προσωπικής πικρίας και κάποια
αυτοσυγκράτηση της έκρηξης της νομίζω πως ήταν επιβεβλημένη. Με την
παραίτηση του ο αδίκως βαλλόμενος Βούλγαρης απέδειξε την ηθική υπεροχή
του. Αντίθετα, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, για μια ακόμη φορά, φοβάμαι,
ύστερα από τη διένεξή του με τον άλλοτε στενό συνεργάτη του λογοτέχνη
Θανάση Βαλτινό, δεν κατάφερε να αποδείξει την αρμονία μεταξύ της
καλλιτεχνικής του προσωπικότητας και του ατομικού του ήθους.
|