|
Ένας αιώνας και πλέον έχει περάσει από την εποχή του ο Γιάννης
Ψυχάρης θρηνούσε για την "εθνική μας αοριστία" ως χρόνια αρρώστια της
κοινωνικής και πολιτικής μας ζωής. Αν καλούσαν σήμερα τον αψίκορο ηγέτη
της γλωσσικής μας επανάστασης να εκφράσει έναν ανάλογο καημό, ειναι
βέβαιο πως ο διάδοχος της "εθνικής μας αοριστίας" του επικεφαλής της
παθολογίας του "ρωμέικοϋ" θα ήταν η πλαστότητα των επίσημων κομματικών
ταυτοτήτων, η αναντιστοιχία τους προς την τρέχουσα πολιτική πρακτική
τους. Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία, που σήμερα κυβερνά το χώρο, ιδρύθηκε
από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τον πρεσβύτερο ως, αρκετά ιδεολογικώς
ανοιχτή είναι η αλήθεια, παράταξη της Κεντροδεξιάς με σαφώς φιλελεύθερο
πολιτικό και οικονομικό προσανατολισμό. Η "ριζοσπαστικότητα" του
φιλελευθερισμού αυτού, προστέθηκε, ως στοιχείο της ιδεολογικής
φυσιογνωμίας της, αργότερα περισσότερο για να τονίσει τη διαφοροποίησή
της από τον τότε εν εξάρσει άκρατο φιλελευθερισμό του Ρόναλντ Ρέιγκσν
και της Μάργκαρετ Θάτσερ και να νομιμοποιήσει ιδεολογικά τις
περιστασιακές κρατιστικές της παρεκκλίσεις της πρώιμης μεταπολίτευσης.Η
ανάληψη της ηγεσίας του κόμματος από τον Κώστα Μητσοτάκη στα μέσα της
δεκαετίας του '80 και η κυβερνητική συμπεριφορά της στην τριετία 1990
-1993 επιβεβαίωσαν και εμπέδωσαν το φιλελευθερισμό αυτό. Που, ηττημένος
όχι μονάχα στις εκλογικές αναμετρήσεις του 1981 και του 1985 αλλά,
κυρίως, στην προσπάθειά του, ως κυβερνητική πλέον πολιτική, να κάμψει
τις αντιστάσεις της ελληνικής κοινωνίας, είχε, τουλάχιστον την ηθική
ικανοποίηση να δικαιώνεται ως πολιτική των άλλοτε λαϊκιστών και ήδη
σοσιαλδημοκρατών αντιπάλων του (δηλ. του ΠΑΣOΚ) που διαδέχτηκαν στη
διακυβέρνηση της χώρας τη μητσοτακική Νέα Δημοκρατία. Τόσο κατά τη
βραχεία τελευταία πρωθυπουργική θητεία (1993 -1995) του Ανδρέα
Παπανδρέου όσο και, κυρίως, κατά την οκταετή (1996 - 2004) πρωθυπουργία
του Κώστα Σημίτη. Από την άλλη μεριά, το ΠΑΣOΚ ξεκίνησε την,
εντυπωσιακά αποτελεσματική ως προς την προνομιακή σχέση του με την
εξουσία, πορεία του ως σχεδόν αφόρητα ριζοσπαστικό και λαϊκιστικό για
τη μεταπολιτευτική ελληνική πραγματικότητα κίνημα σοσιαλιστικού
μετασχηματισμού και εθνικού αναπροσανατολισμού (αντιευρωπαϊκού,
αντιαμερικανικού, σχεδόν απόλυτα απομονωτικού) κίνημα. Για να μεταπέσει
σύντομα και, προπάντων, αφού ανήλθε στην εξουσία, σε διαχειριστή ικανό,
μόνο, αντί των ρηξικέλευθων επαγγελιών του, για δειλά και διστακτικό
"μερεμέτια" του μεταπολιτευτικού δημοκρατικού μας κεκτημένου και του
υφιστάμενου κοινωνικοοικονομικού καθεστώτος της ελεύθερης αγοράς. Και
σε αρχικά απλώς δύστροπο και, εν συνεχεία, φρονίμως πειθήνιο έταιρο των
άλλοτε εις ολόκληρον και εξ αδιαιρέτου επικατάρατων ευρωπαϊκών μας
συσσωματώσεων και ατλαντικών μας συμμαχιών.
Τι συμβαίνει όμως σήμερα; Η Νέα Δημοκρατια, ύστερα από παρατεταμένη
παραμονή στην αντιπολίτευση, κατέκτησε την εξουσία όχι απλώς
εισπράττοντας τη φυσική φθορά του ΠΑΣOΚ αλλ' εξαργυρώνοντας (χωρίς,
ωστόσο, άμεση εκλογική ανάγκη) προαιρετικές πλειοδοσίες "κοινωνικής
ευαισθησίας" και "εθνικής υπερηφάνειας" που, κοινωνικά και γεωπολιτικά,
προσιδίαζαν στον αλλοτινό πολιτικό λόγο του αντίπαλου της. Η δωρική
φειδώ, λιτότητα και ρητορική περισυλλογή και το συνεσταλμένο ύφος
"λαμπρής απομόνωσης" του Κωνσταντίνου Καραμανλή του πρεσβυτέρου και ο
(νερουλός ή σφιχτός εκάστοτε) παραδοσιακός φιλελευθερισμός του κόμματος
αποκηρύσσονται τόσο ως ίδιο κομματικό παρελθόν όσο και ως αλλότριο και
αντίπαλο, πλέον, παρόν. Εγκαταλείπονται προεκλογικά αλλά και μετά την,
επιτέλους, συγγνωστή εκλογική τους χρήση υπέρ μια πληθωρικά
γενναιόδωρης ''λαϊκότητας". Και οι ιστορικά καταξιωμένες πια ευρωπαϊκές
εμμονές του πατέρα της ("Β' ελληνικής" αλλά και της "Νέας") Δημοκρατίας
αντικαθίστανται από καιροσκοπτικώς επιπόλαιες επικλήσεις της (νομικά,
μάλλον, αβάσιμης και πρακτικά, οπωσδήποτε αδιέξοδης) υπεροχής του
εθνικού μας Συντάγματος έναντι του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου! Ας
μην προσθέσουμε κουτσομττολικά στο περιδέραιο αυτών των αντιφάσεων την
(ομολογουμένως ανεύθυνα) φημολογούμενη πρόσφατη προσέγγιση προς τις
ΗΠΑ, εις βάρος των αλλοτινών και νωπών ακόμη ευρωπαϊκών προτιμήσεων του
κόμματος και του νυν ηγέτη του!
Από την άλλη μεριά, το ΠΑΣOΚ, φιλελεύθερο εδώ και πολύν καιρό στην
κυβερνητική του πράξη αλλά και στον εν ισχύι πολιτικό του ορίζονται,
αρνείται, ωστόσο επίμονα ν' αποβάλει τα μπαγιάτικα ή ντεμοντέ,
εκλογικώς πλέον αδιάφορα, "σοσιαλιστικά" και λαϊκιστικά του ψιμμύθια. O
επικεφαλής του, καίτοι πιστεύουμε ειλικρινής, θιασώτης της ιδεολογικής
εναρμόνισης του προς την πολιτική του πρακτική, αδυνατεί ή διστάζει,
τουλάχιστον για την ώρα, ν' αποστασιοποιηθεί αποφασιστικά και με
σαφήνεια από τον παραδοσιακό λαϊκιστικό πολιτικό του λόγο και από τα
πρόσωπα που ενσάρκωσαν τόσο την προγραμματική ανευθυνότητά του όσο και
το αποκρουστικό χάσμα μεταξύ του λόγου και της πράξης του, όσο
κυβερνούσε τον τόπο. Oι γκλαμουράτοι, δευτερόγαμοι νυμφίοι των Παρισίων
και οι όμοιοί τους απαιτούν προκλητικά "επιστροφή του Κινήματος στις
ιδεολογικές και κοινωνικές του ρίζες". (Αν σαν τέτοιες εννοούν τα
πολυτελή παρισινά ενδιαιτήματα και τους καμπανίτες ή τα εδέσματα των
δεξιώσεων της προπετούς γαλατικής αφθονίας, ουδείς νομίζω, έλληνας της
τρέχουσας, οικονομικά ιδιαιτέρως ζόρικης, εθνικής μας φάσεως θα είχε
αντίρρηση!). Και στελέχη του, είτε εκ των σπλάχνων του, όπως π.χ. ο
ρεαλιστής και ανεττίληπτος Τάσος Γιαννίτσης, είτε από άλλους,
ποικίλους, πολιτικούς χώρους, που μπορούν να εισφέρουν την τόλμη του
λόγου τους, την αρετή της πράξης τους και τον πραγματισμό της σκέψης
τους στην ανανέωσή του, όπως π.χ. η Μαρίθα Δαμανάκη, ο Στέφανος Μάνος,
ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος, κρατούνται επιμελώς, με την ανοχή του,
υποτίθεται, επειγόμενου για ολική "αλλαγή" αρχηγού, στο κομματικό
περιθώριο ή εκτός των κομματικών τειχών! Στο όνομα της εξ ιδίων όχι
απλώς αλλοιωμένης αλλά κυριολεκτικά μαγαρισμένης "ιδεολογικής
καθαρότητας" του Κινήματος!». Εντός αυτού του εκατέρωθεν πλαστού,
νόθου, κίβδηλου, πολιτικού σκηνικού είναι φυσικό ν' ασφυκτιούν όσοι
έλληνες παραμένουν προσηλωμένοι στο βασικό (παρά τα περί του αντιθέτου
νομιζόμενα) κανόνα της πολιτικής, στη συνέπεια μεταξύ λόγου και πράξης.
Κανόνα που, τηρώντας τον, είτε από ιδιοσυγκρασία είτε από υψηλό
υπολογισμό, κάποιοι πολιτικοί μας ηγέτες, (ο Καποδίστριας, ο Χαρίλαος
Τρικούπης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο
Γεώργιος Παπανδρέου σε μια ρομαντικότερη εκδοχή) κατέκτησαν οριστικά
επίζηλη θέση στις δέλτους της ιστορίας μας. Κανόνα που, παραγνωρίζοντας
ή παραβιάζοντάς τον, είτε από δημαγωγικό ναρκισισμό είτε από εκλογικό
καιροσκοπισμό, κάποιοι άλλοι (εδώ ας αποφύγουμε τις επωνυμίες),
απωθήθηκαν από τ' αλαλαζόμενα μπαλκόνια ή τις .. κορυφές εν ριπή
οφθαλμού, στην αφάνεια ή την περιφρόνηση της ίδιας αυτής ιστορίας.
Δεν ξέρω πόσοι ακριβώς κ6ι μάλιστα αυτήν εδώ τη στιγμή είναι οι
έλληνες που, αδέσμευτοι από, κατά κανόνα πλέον ιδιοτελείς, κομματικές
εξαρτήσεις, αισθάνονται την πολιτική ασφυξία, για την οποία μίλησα. Oι
δημοσκοπικές απώλειες της Νέας Δημοκρατίας και η αδυναμία απορρόφησης
των απωλειών αυτών από το ΠΑΣOΚ (όπως συνέβαινε άλλοτε, όταν τα δύο
κόμματα εξουσίας λειτουργούσαν απροσκόπτως ως συγκοινωνούντα δοχεία) με
πείθουν, ωστόσο, ότι έχουν πληθυνθεί εν σχέσει με το πρόσφατο παρελθόν.
Αλλά κι αν ακόμα ο αριθμός τους παραμένει ο ίδιος, είναι εκείνοι θάλας
της (χέρσας) πολιτικής (μας) γης, που καθορίζουν το εκάστοτε εκλογικο
αποτέλεσμα. Είναι αυτοί που το 1996 εμπιστεύτηκαν το Σημίτη μολονότι
επικεφαλής ενός ΠΑΣOΚ εχθρικού εναντίον του αλλά ολοσχερώς ανυπόληπτου.
Είναι αυτοί (όχι οι αθρόως πολιτογραφημένοι μετανάστες) που το 2000
εδωσαν ξανά, με βαρεια, οι περισσότεροι, καρδιά, οριακή παράταση στο
εκσυγχρονιστικό ΠΑΣOΚ. Κι είναι, τέλος, αυτοί που το 2004, το διώξανε,
ως αθεράπευτα παρακμασμένο, ψηφίζοντας Νέα Δημοκρατία. Μ' επιφυλάξεις
που δεν είχαν να κάνουν με τους μπαμπούλες μιας τάχα αμετανόητα
αντιδημοκρατικής Δεξιάς. Αλλά με το έκτοτε διαφαινόμενα έλλειμμα
σεβασμού της νικηφόρας Νέας Δημοκρατίας προς τα ίδια τα δικά της
(φιλελεύθερα και ευρωκεντρικά) ιερά και όσια! Αυτούς τους, πολλούς ή
λίγους, "εκλεκτούς" μπορεί, άραγε, κανείς να τους περιφρονήσει
ατιμώρητα;
Μάρκος Δ. Φρέρης
|