Κάποτε οι μεγάλες ορχήστρες (Duke Ellington, Count Basie, Woody
Hermann) αλλά και τα μικρότερα σχήματα (Art Blakey, Charlie Mingus,
Miles Davis) λειτουργούσαν και σαν σχολές που τροφοδοτούσαν συνεχώς τη
μουσική σκηνή με νέα ταλέντα. Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η
μουσική εκπαίδευση έχει αναλάβει εδώ και πολύ καιρό αυτό το ρόλο,
χρησιμοποιώντας ικανότατους δασκάλους και έχοντας κωδικοποιήσει σε
μεγάλο βαθμό τη γνώση και την εμπειρία που έχουν συσσωρευτεί όλα αυτά
τα χρόνια. Βέβαια η εμπειρία της μαθητείας δίπλα στους μεγάλους δεν
μπορεί να αντικατασταθεί από κανένα τίτλο σπουδών και η ωρίμανση πάνω
στο πάλκο δεν μπορεί να συγκριθεί με το μάθημα μέσα στην τάξη. Γι αυτό
και πολύ συχνά βρισκόμαστε μπροστά σε πολύ καλά καταρτισμένους
απόφοιτους σχολών που δεν έχουν βρει ακόμη τη δική τους ταυτότητα.
Υπάρχουν όμως και πολλά παραδείγματα νέων και πρωτοεμφανιζόμενων
μουσικών που κεντρίζουν αμέσως το ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε την
πορεία τους.
Steve Hudson : " Outer Bridge "
Δεν ξέρουμε πολλά για τον πιανίστα Steve Hudson. Κατάγεται από τη
Νέα Υόρκη, έχει παίξει με τον Stefon Harris και τον Avishai Cohen, έχει
μελετήσει με τον Stanley Cowell, τον Barry Harris και τον Don Friedman,
και αυτός εδώ είναι ο πρώτος του δίσκος με το νεανικό κουιντέτο
σχημάτισε πριν από δύο χρόνια στο Νιου Τζέρσι. Με την πρώτη ματιά στους
τίτλους των κομματιών (Mingus Moon, Tune with Tango, Funky Hobbit)
διαπιστώνουμε ότι πρόθεσή του είναι να εξερευνήσει διάφορα στυλ. Η
εντύπωση που δίνει το "Outer Bridge" είναι ότι ο Hudson έχει εμπεδώσει
όλα αυτά με τα οποία καταπιάνεται με αποτέλεσμα η μουσική του να μη
μοιάζει με μια συρραφή των ακουσμάτων και των επιρροών του αλλά να
ακούγεται προσιτή, συμπαγής όσο και πολύπλευρη. Παράλληλα αναδεικνύεται
σε πολύ καλό ηγέτη μιας δεμένης ομάδας αλλά και σε ταλαντούχο συνθέτη.
Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του άλμπουμ είναι ο υποδειγματικός
συνδυασμός ανάμεσα στο άλτο σαξόφωνο του Mark DeJong και το μπάσο
κλαρινέτο του Tom Buckelew (συνθέτη του μοναδικού κομματιού που δεν
έχει γραφτεί από τον Hudson). Τα δύο πνευστά αλληλοσυμπληρώνονται στις
μελωδίες και μοιράζονται τους περισσότερους αυτοσχεδιασμούς, πάνω στις
πολύχρωμες αρμονίες και τη μπλουζ διάθεση της ρυθμικής τριάδας που
οδηγείται από το πιάνο του Hudson και συμπληρώνεται από το κοντραμπάσο
του Michael Noordzy και τα τύμπανα του David Freeman. Ένας δίσκος που
αξίζει να ακουστεί και που έχουμε τη δυνατότητα να τον αποκτήσουμε μόνο
μέσω του Ίντερνετ.
www.stevehudsonquintet.com
Jon Opstad : " Still Picture " ( New Canvas )
Ένας ντράμερ που μόλις έχει βγει από την εφηβεία ξεκινά την καριέρα
του με ένα δίσκο χαμηλόφωνο, καθόλου επικεντρωμένο στα τύμπανα και
επηρεασμένο από τον Wayne Shorter, τον Herbie Hancock και τον ήχο της
ECM. Και μόνο αυτά είναι αρκετά για να τον προσέξουμε. Όμως ο βρετανός
Jon Opstad έχει να επιδείξει πολύ περισσότερα. Και πρώτα από όλα τα
συνθετικά του προσόντα. Παρά το νεαρό της ηλικίας του αυτό το παιδί
ακούγεται να έχει εντελώς κατασταλαγμένη άποψη για αυτό που κάνει. Τα
42 λεπτά του "Still Picture" καλύπτονται εξολοκλήρου από πέντε δικά του
κομμάτια, όλα με μεγάλη διάρκεια και αργό τέμπο. Τα δύο από αυτά είναι
παιγμένα από πιάνο τρίο και τα υπόλοιπα από κουιντέτο (με σαξόφωνο και
τρομπέτα). Όλα τα μέλη του γκρουπ, που γνωρίστηκαν κατά τη διάρκεια των
σπουδών τους στο Κέμπριτζ, είναι κάτω των εικοσιπέντε, με νεότερο τον
γεννημένο το 1988 (!) James Opstad, αδελφό του Jon, ο οποίος τα
καταφέρνει θαυμάσια στο άταστο μπάσο και στο τσέλο. Η επίδραση της ECM
είναι ευδιάκριτη στην εικόνα και την αισθητική του εξωφύλλου αλλά και
στον τρόπο με τον οποίο γίνεται η ώσμωση της τζαζ με στοιχεία από την
Ευρώπη και τη σκανδιναβική φολκ (ο Opstad έχει νορβηγικές ρίζες). O
αργός ρυθμός ευνοεί το λυρικό, καθαρό και χωρίς εξάρσεις παίξιμο από το
σοπράνο σαξόφωνο του Simon Cosgrove και το πιάνο του Tom Rogerson. Η
γαλήνια, γλυκόπικρη ατμόσφαιρα του άλμπουμ βρίσκει τον ιδανικό σύντροφο
μέσα στη σιωπή και τις σκιές της νύχτας, που μας επιτρέπουν να
διακρίνουμε καλύτερα την προβολή των ήρεμων, μοναχικών εικόνων του"Still Picture". Ελπίζουμε να έχουμε σύντομα νέα και ανάλογη συνέχεια
από αυτή την πολλά υποσχόμενη νεανική παρέα.
www.jonopstad.com
Pete Zimmer Quintet : " Common Man " ( Tippin ')
O Pete Zimmer είναι επίσης ένας νεαρός ντράμερ που εμφανίζεται για
πρώτη φορά στη δισκογραφία. O δίσκος του δείχνει ότι οι μουσικές του
προτιμήσεις εντοπίζονται κυρίως στη δεκαετία του '60 και στο στυλ που
έπαιζαν εκείνη την εποχή ο Wayne Shorter, ο Art Blakey και ο Horace
Silver. Ανάλογη είναι και η επιλογή στη μορφή του γκρουπ: ένα κλασικό
σχήμα κουιντέτου του μπημποπ και του χαρντ μποπ (σαξόφωνο, τρομπέτα,
πιάνο, μπάσο, τύμπανα). Δύσκολο να πει κανείς τι είναι αυτό που μπορεί
να κάνει μια μουσική που πρωτακούστηκε πριν από πολλά χρόνια και που οι
φόρμες της έχουν παιχτεί εξαντλητικά από πολύ μεγάλους μουσικούς και
από τις γενιές που τους ακολούθησαν, να μην ακούγεται παρωχημένη στις
μέρες μας. Αρκούν το κέφι, η αφοσίωση, η καλή τεχνική κατάρτιση και η
αδιάκοπη μελέτη των πρωτοπόρων; Όχι βέβαια, γιατί σε αυτή την περίπτωση
θα μας αρκούσε να ακούμε τους παλιούς και αξεπέραστους δίσκους. Αυτό
που μετράει είναι νομίζω ο νέος μουσικός να έχει την ικανότητα να
πείσει ότι η παράδοση αυτή παραμένει ζωντανή και μας αφορά ακόμη.
Ευτυχώς υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι μουσικοί και ο Pete Zimmer είναι ένας
από αυτούς. Εκμεταλλεύεται στο έπακρο την άριστη αυτοσχεδιαστική δυάδα
που σχηματίζουν ο Joel Frahm (τενόρο σαξόφωνο) και ο Michael Rodrigues
(τρομπέτα) και με πρωτότυπες συνθέσεις (πλην ενός και μόνο στάνταρντ)
πατά στους περπατημένους δρόμους της στρέητ τζαζ που οδηγούν στο
σήμερα, για να μας δείξει ότι τα εκφραστικά της μέσα δεν έχουν
εξαντληθεί. Αξίζει σίγουρα να παρακολουθήσουμε την κατεύθυνση που θα
πάρουν τα επόμενα βήματά του.
www.petezimmer.com
David Braid Sextet : " Vivid - The David Braid Sextet Live "
Το "Vivid" είναι η δεύτερη δισκογραφική εμφάνιση του τριαντάχρονου
πιανίστα David Braid από το Τορόντο του Καναδά και παρουσιάζει αρκετές
ομοιότητες με το "The David Braid Sextet" που είχε κυκλοφορήσει πριν
από τέσσερα χρόνια. Είναι κι αυτό μια ανεξάρτητη παραγωγή του πιανίστα,
με αποκλειστικά δικό του υλικό και τα ίδια ακριβώς μέλη στο γκρουπ του.
Υπάρχουν όμως και αρκετές διαφορές. Εκτός του ότι η ηχογράφηση είναι
ζωντανή, το συγκρότημα ακούγεται περισσότερο δεμένο και ο ίδιος ο Braid
πιο ώριμος συνθετικά, προχωρά πέρα από τις κλασικές φόρμες του χαρντ
μποπ με πιο σύνθετες μελωδίες και αρμονίες. Η μουσική αυτή, καθαρόαιμη
τζαζ ιδωμένη μέσα από μια μοντέρνα αισθητική, πότε χαρούμενη και ζωηρή,
πότε λεπτή και ταξιδιάρικη, είναι το είδος της προσιτής και ποιοτικής
μουσικής που ανεβάζει τη διάθεση και χαίρεσαι να την απολαμβάνεις
ζωντανά με την παρέα σου. Αυτός θα πρέπει είναι και ο λόγος που ο Braid
αντί του στούντιο προτίμησε ένα συναυλιακό χώρο για να ηχογραφήσει τα
νέα του κομμάτια και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει απόλυτα. Πόσο μάλλον
όταν τον πλαισιώνει μια ομάδα από έξοχους σολίστες. Και οι 5 μουσικοί
(John MacLeod, Mike Murley και Gene Smith στα πνευστά, Steve Walace στο
μπάσο και Terry Clarke στα τύμπανα), όλοι τους τουλάχιστον κατά μια
γενιά μεγαλύτεροι από τον πιανίστα, είναι γνωστοί και πολύπειροι
εκπρόσωποι της καναδέζικης σκηνής, με γνωστότερο από όλους τον Terry
Clarke που στα 40 και πλέον χρόνια της καριέρας του έχει παίξει με
πολλά από τα μεγαλύτερα αστέρια της τζαζ και έχει συμμετάσχει σε
εκατοντάδες δίσκους.
www.davidbraid.com
BAΓΓEΛHΣ APAΓIANNHΣ
vagarag@syr.forthnet.gr
|