Το ερώτημα αν στη σύγχρονη Ελλάδα ισχύει ή τεκταίνεται θεοκρατία φαίνεται, με την πρώτη ματιά (ενδεχομένως θεμιτή) υπερβολή πολιτικής ρητορικής. Oι αναλογίες, ποσοτικές και ποιοτικές, μεταξύ της ελληνικής δημοκρατίας και των ελάτων (εν πάση δε περιπτώσει, μη χριστιανικών) υπαρκτών θεοκρατικών καθεστώτων ή των ιστορικά νεκρών θεοκρατιών του παρελθόντος του δίνουν μια απάντηση a priori αρνητική. Όχι μόνο γιατί η, υπό ευρωπαϊκή πλέον αψίδα, μεταπολιτευτική μας δημοκρατία αριθμεί ήδη τριάντα ένα (31) χρόνια ανεπίληπτης λειτουργίας και η "Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών" των απριλιανών δικτατόρων αποτελεί μακρινή ανάμνηση ή άγνωστο ιστορικό στιγμιότυπο για τους Έλληνες. Αλλά κυρίως γιατί η επιβολή θρησκευτικής προελεύσεως και περιεχομένου καταναγκασμού και ελέγχου στο δημόσιο και ιδιωτικό τους βίο είναι κάτι που, ιδιοσυγκρασισκά, βυθύτατα αποστρέφονται κι απορρίπτουν. Δεν είναι τόσο η διατυμπανισμένη "δημοκρατική (δημοκρατικότερη, υποτίθεται, των άλλων χριστιανικών ομολογιών) φύση" της εν γένει Oρθοδοξίας που κρατά ακόμη και στοιχειώδεις υποχρεώσεις και δεσμεύσεις του χριστιανού σε επίπεδο θεωρητικών και ατελών κανόνων, χωρίς πρακτική κύρωση και μαζική εφαρμογή. Αλλού, όπως π.χ. στην "αγία" Pωσσία, με τη διακεκομμένη στη μπολσεβικική εβδομηκονταετία αλλ' οπωσδήποτε μακρά και αυθεντική παράδοση αυταρχικής συμπόρευσης κράτους και εκκλησίας, οι κανόνες αυτοί δεν διαθέτουν τη χαλαρότητα που τους προσδίδει παρ' ημίν η εκπάλαι επίμονη αντίσταση του ελληνικού τραχήλου στον οποιοσδήποτε ζυγό. Και η οργανωτική "δημοκρατικότητα" της ορθοδοξίας εξαντλείται, ως γνωστόν, στο ανώτατο επίπεδό της, στον εξοπλισμένο με διοικητικές εξουσίες τρίτο ιερατικό βαθμό. Κάτω απ' αυτόν χάσκει το αβυσσαλέο δημοκρατικό έλλειμμα της απόλυτης υπαρξιακής αβεβαιότητας και ασφυκτικής εξάρτησης του πρεσβυτέρου και του διακόνου. Εκ των κάτω λοιπόν, από εγγενή χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας, και όχι εκ των άνω εκπορεύεται η ισχυρή αλλά όχι βαθιά σχέση του έλληνα ορθοδόξου με την εκκλησία του. O έλληνας, παρά τις και ορθόδοξες αντίστοιχες απαγορεύσεις, διαζεύγνυται, διακόπτει κυήσεις, επιδίδεται σε μια ελεύθερη, straight ή παρεκκλίνουσα, ερωτική ζωή με την ίδια (ίσως και περισσότερη) άνεση και έλλειψη ενοχών του μέλους οποιασδήποτε άλλης φιλελεύθερης και "ανοιχτής", κοινωνίας, συνεταίρου μας ή μη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και η μυστικιστική εσχατολογία που, αλλαχού, κεντρικότερα, του δυτικού κόσμου, εκτρέφει "σταυροφορικούς" οίστρους ή υστερίες είναι εντελώς ξένη προς τον, μέχρι κυνισμού, φυλετικό μας ορθολογισμό και ρεαλισμό. Ενώ οι ιλιγγιώδεις ακροαματικότητες και των προκλητικότερων καταγραφών των εκκλησιαστικών σκανδάλων μαρτυρούν την αχαλίνωτη κριτική και ειρωνική ελευθεριότητα των ορθόδοξων ελλήνων απέναντι στις παρεκτροπές των λειτουργών της θρησκείας τους. Μη μου πείτε ότι στηνόμαστε μεταμεσονυκτίως μπροστά στον Τριανταφυλλόπουλο ή στο Σπύρο Καρατζαφέρη ως λαϊκά μέλη της πάσχουσας Εκκλησίας, από καημό και πόνο για τα, εξαιτίας ανάξιων λειτουργών της, δεινά της!
Με τέτοιο λοιπόν, ατίθασσο και ανυπόταχτο, έμψυχο υλικό, δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ότι θα εύρισκε πρόσφορο έδαφος μια απόπειρα να εγκαθιδρυθεί στη χώρα μας θεοκρατία.
Την ίδια, ωστόσο, στιγμή, το εκκλησιαστικό "δημοψήφισμα" για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες συγκέντρωνε 3.000.000 υπογραφές και η Εκκλησία, είτε η ίδια αφηρημένα είτε δια του συγκεκριμένου εκπροσώπου της προκαθημένου της, καταγραφόταν στις δημοσκοπήσεις (ακόμα και μετά τις άγριες επικοινωνιακές κακοποιήσεις της) ως ένας από τους ευυποληπτότερους, σε ώρες γενικής κρίσης, κοινωνικούς μας θεσμούς. Πολίτες και πολιτικοί που, κατά τα λοιπά δήλωναν ττίστη στις πιο φιλελεύθερες, προχωρημένες και προοδευτικές ιδεολογίες, συντόνιζαν (και συντονίζουν ακόμα) το βήμα τους με τους φυσικούς συνηγόρους της Εκκλησίας παντοειδείς συντηρητικούς, επικαλούμενοι τη συντριπτικά πλειοψηφική ορθόδοξη θρησκευτική φυσιογνωμία των ελλήνων κι εκλάμβαναν την αστυνομική ταυτότητα ως το προσφορότερο μέσο επιδείξεως της ορθόδοξης θρησκευτικότητάς τους. Oι περισσότεροι απ' αυτούς που παραμέριζαν ανενδοίαστα κορυφαίες και βασικές, ευαγγελικής αυθεντικότητας, εντολές της Oρθοδοξίας, απείχαν παντελώς από τη λατρευτική εκκλησιαστική ζωή ή μετείχαν σ' αυτήν στη χάση και στη φέξη, ευκαιριακά κι επιδερμικά και ήταν έτοιμοι να λοιδορήσουν, ακόμα και με βάναυση χυδαιότητα, τη σεξουαλική, κυρίως, παραβατικότητα μερίδας του κλήρου, επέμεναν να δηλώνουν, στην αστυνομική τους ταυτότητα ή οπουδήποτε αλλού, ότι είναι χριστιανοί ορθόδοξοι! Το παράδοξο αυτό φαινόμενο, η κραυγαλέα αυτή αντινομία, θάπρεπε να είχε απασχολήσει την εκκλησιαστική ηγεσία. Αν πράγματι ετηθυμούσε μια άλλη, υψηλότερη, ποιότητα πίστης, μια άλλη, βαθύτερη, σχέση του ορθόδοξου έλληνα με την εκκλησία. Αν, όπως φοβάμαι, δεν τη βόλευαν, αντί των πιστών, οι οπαδοί, οι "φαν", οι χειροκροτητές!! Αυτοί που, αν χρειαστεί, σε μια ώρα δυναμικής αναμέτρησης με την πολιτεία ή με, την αντίπαλη εκκλησιαστική "παράταξη" ή φατρία (!) θα μπορούσαν να γίνουν ακόμα και χρήσιμοι "χούλιγκανς"!!! Να τρέξουν αλαλάζοντας πίσω από, αληθινά ή ψεύτικα, λάβαρα αντιχριστιανικού εθνοφυλετισμού, να ράνουν με ροδοπέταλα ή να "κράξουν" "φίλιους" ή "αντιπάλους" αρχιερείς αντιστοίχως!!!
Πώς, πάντως, εξηγείται, αυτή η ανάρμοστη συνύπαρξη θρησκευτικής χαλαρότητας κι αδιαφορίας αφενός και θρησκευτικού φανατισμού αφετέρου στην πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας; Πώς συμβιβάζεται η συχνότατη προσφυγή μας στα θεία για ατομικές χάρες, αποκλειστικής αρμοδιότητας καφετζούδων, αστρολόγων ή πρόθυμων πολιτικάντηδων, και η συστηματική παραγνώρισή τους όταν χτυπά η καμπάνα της θυσίας, της ττροσφοράς και αυταπάρνησης; Γιατί προτιμάμε το Χριστό των θαυμάτων από το Χριστό της, χωρίς όρια και φραγμούς, αγάπης και της σταύρωσης; Γιατί θυμόμαστε το Χριστό, την Παναγία και τους αγίους όταν πονάμε εμείς, άντε και οι κολλητοί μας, και τους ξεχνάμε όταν αντιχριστιανικότατα κλείνουμε την πόρτα μας στον "άλλο", στο μετανάστη, στον αλλοεθνή, στον αλλόθρησκο, στον ομοφυλόφιλο, στον εγκληματία;
Oι λόγοι αυτής της αντιφατικότητας είναι απλοί. Είναι η απροθυμία ή αδυναμία και της πολιτείας (της πολιτικής μας ηγεσίας και των πολιτειακών οργάνων όλης της ιεραρχικής κλίμακας) και της εκκλησίας (ως συνόλου τα ουκ ολίγα αντίθετα παραδείγματα εξακολουθούν, αλοίμονο, ν' αποτελούν εξαιρέσεις ενός καταθλιπτικού κανόνα) να καλλιεργήσουν στους έλληνες η μεν (πολιτεία) την πολιτική κληρονομιά του φιλελεύθερου διαφωτισμού (ατομικά δικαιώματα κλπ., που, από καταβολής ελληνικού κράτους, αποτελεί, ωστόσο, την πεμπτουσία της επίσημης πολιτικής ιδεολογίας του), η δε (εκκλησία) την ουσία της χριστιανικής διδασκαλίας, τη χωρίς φραγμούς, εθνοφυλετικούς ή άλλους, αγάπη προς τον οποιασδήποτε ταυτότητας συνάνθρωπο. Η πολιτεία από ατολμία και ψηφοθηρικό καιροσκοπισμό κι η εκκλησία από μια, εντελώς αδικαιολόγητη πια, ανασφάλεια ανεξάρτητης από πολιτειακή προστασία, ιδεολογικής και μόνο, αντιπαράθεσης προς το διαφορετικό ή το αντίθετο. Με αποτέλεσμα να καθηλώνουν την ελληνική κοινωνία σε νοοτροπίες και συμπεριφορές ασυμβίβαστες προς θεμελιώδεις αρχές τόσο της, ελληνικής κατασκευής, δημοκρατίας μας όσο και της υπερκείμενης, εν κυοφορία, ευρωπαϊκής κοινοπολιτείας.
Ας μη μελαγχολήσουμε όμως ότι αποτελούμε, από πλευράς σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ιδιαίτερα της θρησκευτικής ελευθερίας, το αμετανόητο "μαύρο πρόβατο" του ευρωπαϊκού χώρου. Κι οι άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί, λιγότερο ίσως από μας προικισμένοι με δημοκρατικά γονίδια, και πανάρχαιες δημοκρατικές παραδόσεις, κατέκτησαν, ύστερα από διεργασίες, συχνά αιματηρές, πολλών χρόνων τη σημερινή, ακόμα ασταθή και εύθραυστη σε κοινωνικό επίπεδο, ουδετερόθρησκη πολιπκή κουλτούρα τους. Και οι εκκλησίες τους, αντιστοίχως, χρειάστηκαν αιώνες για να καταλάβουν ότι η θρησκευτική ελευθερία και η απεξάρτησή τους από την πολιτεία είναι όχι απλώς χριστιανικά επιβεβλημένη και ανώδυνη αλλ' επιπλέον, και συμφέρουσα. Είναι ζήτημα χρόνου αλλά και τολμηρών πολιτικών πρωτοβουλιών να εξουδετερωθεί αυτή η περίεργη, ήπια ασφαλώς εν σχέσει προς τα άγρια εξωελλαδικά και εξωχριστιανικά ομόλογά της, εστία θεοκρατικής απειλής ή, έστω, απλώς θεοκρατικής νόθευσης του δημοκρατικού μας πολιτεύματος, Η πολιτική μας ηγεσία, οποιασδήποτε συνθέσεως κι αν είναι, είναι καταδικασμένη να τις επιχειρήσει. Η παρούσα, όμως, εκκλησιαστική ηγεσία, φοβάμαι ττως είναι απολύτως ανίκανη γι' αυτό. Τουλάχιστον όσο θα βλέπει την Oρθοδοξία όχι ως ζωντανή και πλούσια εκδοχή κατά Χριστόν ζωής αλλ' ως σημαία ιδεολογικής ευκαιρίας, ως φλάμπουρο εσωστρεφούς, κομματοειδούς ή ποδοσφαιροειδούς, φανατισμού. Κι αφού το άλας έχει τόσο μωρανθεί, ανάγκη πάσα να βρεθεί "εν τίνι αλισθήσεται".
|