| «Φθάνει λοιπόν να ηξεύρετε ότι, όσα και αν κάμνωσι, τα κάμνωσι διά
χρημάτων (...). Τόσον εβαρβαρώθη και ουτιδανώθη η κλάσις της ιερωσύνης
των Ελλήνων...».
«Ελληνική Νομαρχία» υπό «Ανωνύμου του Έλληνος»
Μετά τη χιονοστιβάδα των αποκαλύψεων, σύσσωμη η ελληνική κοινωνία
εκφράζει την ευχή να αποκαθαρθούν σύντομα και ουσιαστικά τόσο ο χώρος
των δικαστών όσο κι εκείνος του ιερατείου. Άλλοι επειδή θέλουν να
συνεχίσουν να αυταπατώνται για την «τυφλότητα» της «δικαιοσύνης» και
την «αγιότητα» οποιουδήποτε φορά ράσο. Κι άλλοι απλώς επειδή περιμένουν
να κατακάτσει ο κουρνιαχτός για να συνεχίζεται το «θεάρεστο» έργο της
διαπλοκής.
Αυτά που είδαν το φως της δημοσιότητας (και είναι μόνο η κορυφή του
παγόβουνου) αποδεικνύουν ότι ο όρος «διαπλοκή» είναι πολύ φτωχός για να
εκφράσει το σύνολο της σαπίλας μιας κοινωνίας που εκτρέφει υποκείμενα
όπως ο Απόστολος Βαβύλης ή Φωκάς ή Ραφαήλ ή. Υποκείμενα που ενώ
«διώκονται» για εμπορία λευκού θανάτου, ταυτόχρονα είναι προμηθευτές
της ΕΛ.ΑΣ., συνεργείο επικίνδυνων αποστολών του κ. Παρασκευαΐδη (σ.σ.
σκοπίμως αναφέρεται με το κοσμικό του όνομα για να αποσυνδέονται οι
πράξεις του συγκεκριμένου προσώπου από το αξίωμα του αρχιεπισκόπου),
συνεργάτες της ΚΥΠ και Κύριος είδε πόσων άλλων χαφιέδικων οργανώσεων,
εκδότες, «ιεραπόστολοι» και ό,τι άλλο παραγγείλει ο εκάστοτε πελάτης.
Δηλαδή, δεν μιλάμε πια για δεσμούς του ιερατείου μόνο με δικαστές αλλά
με το σύνολο της (παρα)κρατικής μηχανής. Επιτέλους, δια γυμνού οφθαλμού
φαίνεται ότι «Κοτζαμπάσηδες, πασάδες και σεβάσμιοι δεσποτάδες
κυβερνούσανε τη χώρα. Καλή ώρα.».
Πόσο ξεπερασμένος φαίνεται πια ο Κ. Μαρξ που έλεγε πως η θρησκεία
(με την έννοια του ιερατείου) είναι το όπιο του λαού. Γεγονός είναι πως
το σημερινό ιερατείο, που έχει σχέσεις με εμπόρους οπίου, κίναιδους και
άλλους «ιεραπόστολους», θυμίζει περισσότερο «κόζα νόστρα» παρά
εκπροσώπους του Θεού επί της γης. Αν, μάλιστα, δεν είναι δικανικό
τέχνασμα η αναβολή δίκης επειδή ένας εκ των κατηγορουμένων βρήκε άσυλο
σε μοναστήρι, τότε μπορεί κάποιος να μιλήσει για μια εταιρία που δεν
ασχολείται με τη σωτηρία της ψυχής αλλά με τη σωτηρία (σ.σ. διαβάζεται
και «ατιμωρησία») των Βαραβάδων.
Είναι φανερό πως όλα τα παραπάνω δεν αφορούν τη μεγάλη πλειοψηφία
των ιερωμένων που τιμούν την αποστολή τους. Αφορούν εκείνους που,
ανεβαίνοντας στα ψηλότερα αξιώματα του κλήρου, ξέχασαν πως ιεροσύνη
σημαίνει διακονία και κράτησαν μόνο τα φεουδαρχικής προέλευσης αξιώματα
του «δεσπότη» (δηλαδή του «αφέντη») και προσπάθησαν να γίνουν
ανεξέλεγκτοι τύραννοι (με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου).
Το μεγαλύτερο ανέκδοτο των ημερών συμπυκνώνεται στη φράση
«αυτοκάθαρση». Αυτοί που βαρύνονται με υποψίες τουλάχιστον για ανοχή
στην εκτροφή διεφθαρμένων ιερωμένων θα καθαρίσουν το σπίτι του από την
κόπρο του Αυγείου. Μάλιστα, αν πιστέψουμε τον κο Καλλίνικο, ο
διαχωρισμός κράτους-«εκκλησίας» υφίσταται. Ο Πειραιώς τόνισε πως
κανένας δεν έχει το δικαίωμα να ασχοληθεί με τη σαπίλα του χώρου παρά
μόνο οι ίδιοι οι ιερωμένοι. Να, λοιπόν, που όποτε τη συμφέρει η
ιεραρχία κρατά μακριά τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του κράτους όταν εκ
των πραγμάτων (και μάλλον παρά τη θέληση τους) πρέπει να επέμβουν. Κατά
τα άλλα, ο εναγκαλισμός κοσμικής και «πνευματικής» εξουσίας εντείνεται.
Για τους «άπιστους Θωμάδες» ας αναφέρουμε πως ενώ η επικαιρότητα
κατακλύζεται με τα «θαύματα» των προυχόντων του κλήρου, η κυβέρνηση
βρήκε την περίοδο για να εκδηλώσει την «ευσέβειά» της απέναντι στους
«φτωχούς» κατόχους της αμύθητης εκκλησιαστικής περιουσίας. Με την
υπουργική εγκύκλιο που εκδόθηκε στο πλαίσιο της εφαρμογής του νέου
φορολογικού νόμου, η Εκκλησία υπάγεται πλέον σε απόλυτο καθεστώς
φοροασυλίας. Συγκεκριμένα «για ναούς, μητροπόλεις, μοναστήρια (...)
χαρίζεται ολόκληρος ο φόρος εισοδήματος από ακίνητη περιουσία» και από
το συμβολικό 10% που ισχύει σήμερα πηγαίνει στο... 0% μέχρι το 2007!
(«Ρ» 9/2/2005 και 12/2/2005). Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στο νόμο,
στο καθεστώς φορολογικής ασυλίας υπάγονται όλα τα εισοδήματα
Μητροπόλεων, Μονών κλπ. που προέρχονται από οικοδομές και από εκμίσθωση
γαιών! Επίσης, όποιος «ευεργέτης» θέλει «να σώσει την ψυχή του» μπορεί
πλέον να το κάνει εντελώς ανέξοδα, αφού «καταργείται ο φόρος στα ποσά
δωρεών και χορηγιών» προς την Εκκλησία!
Όμως η κυβέρνηση δε σταματά εκεί. Στο νέο αναπτυξιακό νόμο, ορίζεται
ότι «επενδυτικά σχέδια που γίνονται από Ιερές μονές, καθώς και την Ιερά
Κοινότητα του Αγίου Όρους για την ανέγερση ή και εκσυγχρονισμό ξενώνων
ή για τη μετατροπή κτιρίων τους σε ξενώνες, καθώς και για την ανέγερση,
επέκταση, εκσυγχρονισμό ή μετατροπή κτιρίων τους σε χώρους κοινωνικών
και πολιτιστικών λειτουργιών, εργαστηρίων και χειροτεχνίας», υπάγονται
στο ειδικό καθεστώς των «ενισχυμένων επενδυτικών σχεδίων», που σημαίνει
απαλλαγή μέχρι και 100% (!) από τη φορολογία.
Παράλληλα, η κυβέρνηση φρόντισε με τον λεγόμενο «αναπτυξιακό» νόμο,
να εξαιρέσει την Εκκλησία από κάθε υποχρέωση ελέγχου για τις ενισχύσεις
που λαμβάνει, αφού αν και αναφέρεται ότι: «Οι επιχειρήσεις, των οποίων
επενδυτικά σχέδια ύψους άνω των 200.000 ευρώ υπάγονται στο καθεστώς
ενίσχυσης του παρόντος νόμου, υποχρεούνται το αργότερο μέχρι την
εκταμίευση της πρώτης δόσης της ενίσχυσης να λειτουργούν με μορφή
εμπορικής εταιρίας ή συνεταιρισμού», εντούτοις «Ιερές μονές και η Ιερά
Κοινότητα του Αγίου Όρους για την πραγματοποίηση των επενδύσεων δεν
υποχρεούνται σε σύσταση εταιρίας».
Με άλλα λόγια, για τους... «πιστούς» λεφτά δεν υπάρχουν, για το
ιερατείο, όμως, υπάρχουν και παραϋπάρχουν. Παρά τα όσα είπε ο Ιησούς,
το ιερατείο κηρύσσει πως ο έχων δυο χιτώνας απαιτεί και τρίτο. Αν αυτά
γίνονται τώρα, που πολλοί μιλούν υποκριτικά για «χωρισμό Κράτους -
Εκκλησίας», φαντάζεστε τι γινόταν πριν και τι θα γίνεται μετά τον
κουρνιαχτό.
ΥΓ: Ο γράφων θεωρεί πως ο καλύτερος επίλογος πρέπει να είναι ένα
απόσπασμα από την πάντα επίκαιρη επιστολή που έστειλε το. 1866 ο
Εμμανουήλ Ροΐδης «Προς τα σεβαστά μέλη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας
της Ελλάδος» μετά την αφοριστική εγκύκλιο 5688 κατά του δημιουργού της
«Παπίσσης Ιωάννας»: «Υμείς απ' εναντίας έχετε μεταθέσεις να ζητήσετε,
υπουργούς να παρακαλέσετε, εχθρούς να διαβάλετε, φίλους να τοποθετήσετε
και άλλας σπουδαίας ασχολίας, αίτινες δεν αφίνουσι καιρόν εις διδαχήν
του ποιμνίου».
|