A ' MEPOΣ
H νησιώτικη, αιγαιοπελαγίτικη κοινωνία της Σύρου έχει μια σημαντική ιδιαιτερότητα μέσα στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Η Σύρος είναι ο χώρος όπου εμφανίστηκαν, τον περασμένο αιώνα, στην πιο καθαρή και ολοκληρωμένη τους μορφή, οι οικονομικές και κοινωνικές συνιστώσες που συγκροτούν το τοπίο της διαμόρφωσης και της ανάπτυξης καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Σε όλη τη διάρκεια του περασμένου αιώνα, και ενώ η Αθήνα ήταν το διοικητικό κέντρο της χώρας, αλλά όχι και η οικονομική της καρδιά, η Ερμούπολη της Σύρου ήταν, με σημαντική διαφορά, το πιο αξιόλογο αστικό κέντρο του νεοσύστατου κράτους: εμπόριο, ναυτιλία, ναυπηγική, βυρσοδεψία, κλωστοϋφαντουργία ήταν οι οικονομικές δραστηριότητες μέσω των οποίων επιτυγχανόταν η συσσώρευση κεφαλαίων, ενώ ιδιαίτερα σημαντική, πρωτόφαντη για τα ελληνικά δεδομένα, ήταν και η συγκέντρωση εργατικής τάξης και αντίστοιχα σημαντικά τα πρώτα φανερώματα του κινήματός της. 'Ή ιστορία του εργατικού μας κινήματος από τη Σύρα αρχίζει, όπως και η ιστορία της καπιταλιστικής Ελλάδας, ύστερα από το Εικοσιένα, από το ίδιο νησί έχει την αφετηρία της", γράφει ο Γιάννης Κορδάτος, στην "Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος".
Oι μικροί κόσμοι των Κυκλάδων, οι εξαίσιοι αυτοί τόποι του ελλαδικού χώρου, όπου η φύση με τα ελάχιστα δυνατά υλικά (πέτρα, θάλασσα, φως, άνεμο) έχει δημιουργήσει τοπία υψηλής αισθητικής και εξαίσιας λιτότητας, ποτέ δεν επέτρεπαν, λόγω του άγονου εδάφους τους, στους κατοίκους της να ελπίζουν σε μια ευζωία στηριγμένη στην καλλιέργεια της γης. Αντίθετα, από πολύ νωρίς (και η υπόθεση αυτή ανάγεται στην προϊστορία του ελλαδικού χώρου) οι νησιώτες στράφηκαν στη βιοτεχνία και στο εμπόριο. Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, η ισχυρή ναυτική παράδοση του χώρου, οδήγησε την Πύλη (που χρειαζόταν τις ναυτιλιακές δραστηριότητες των ελλήνων) στο να χορηγήσει ειδικά διοικητικά προνόμια και φορολογικές απαλλαγές στα νησιά, κάτι που βοήθησε ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη των παραδοσιακών αυτών δραστηριοτήτων και κατέστησε την περιοχή πρωτοπόρο στο δρόμο της ανάπτυξης καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Το σχετικά αξιοπερίεργο εδώ είναι ότι η Σύρος ήταν μάλλον ασήμαντη από οικονομική άποψη όλο αυτό το διάστημα. Oι κάτοικοί της, παρά το ιδιαίτερα άγονο του εδάφους της ("τα βουνά της Σύρου είναι γυμνότερα του Αδάμ", ισχυρίζεται ο Ροΐδης), ήταν περισσότερο αγροτοκτηνοτρόφοι και λιγότερο ναυτικοί: η σχέση τους με τη θάλασσα περιορίζεται στην αλιεία και στη μεταφορά προϊόντων μικρής αξίας στα γειτονικά νησιά. Το κυριότερο εμπορεύσιμο προϊόν της Σύρου ήταν το κρασί.
Oι αυτόχθονες της Σύρου έχουν όμως και μια άλλη ιδιαιτερότητα που τους διαφοροποιεί από τον υπό διαμόρφωση ελληνικό κόσμο: ακολουθούν το δόγμα της δυτικής, καθολικής εκκλησίας. Αυτό το γεγονός είναι, γενικά, μια εξαίρεση γιατί, κατά κανόνα ο καθολικισμός στην Ελλάδα είναι κατακτητικής προέλευσης και στα μέσα και νεώτερα χρόνια αφορούσε κυρίως οικογένειες φραγκικής ή βενετικής καταγωγής, πολλές από τις οποίες μάλιστα έγιναν ορθόδοξες, με το πέρασμα του χρόνου. Αντίθετα, ο καθολικισμός της Σύρου παρουσιάζεται γενικευμένος και πληβειακός. Λόγω του καθολικού δόγματος των αυτοχθόνων, η Σύρος τέθηκε υπό την προστασία του γαλλικού κράτους από τις αρχές του 17ου αιώνα. Το γεγονός αυτό συντέλεσε σε μια πιο χαλαρή σύνδεση της Σύρου με την κεντρική οθωμανική διοίκηση. Με τη σειρά της όμως, αυτή η χαλαρή σύνδεση οδήγησε στη μη οργανική ένταξη της Σύρου στο σύνολο των νησιών του Αιγαίου που τα συνέδεαν αρκετές κοινές οικονομικές δραστηριότητες.
Πρόσφυγες
Αυτή η πολλαπλά ιδιότυπη σχέση της Σύρου με την οθωμανική αυτοκρατορία και τους οικονομικούς της μηχανισμούς ήταν ένας από τους βασικούς λόγους εξαιτίας των οποίων οι Συριανοί δεν πήραν ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821. Από μια άλλη όμως πλευρά, η μη συμμετοχή τους προφύλαξε το νησί από πολεμικές επιχειρήσεις και οθωμανικά αντίποινα. Έτσι, η Σύρος έγινε πόλος έλξης πληθυσμών είτε από τον επαναστατημένο ελλαδικό χώρο είτε από περιοχές που είχαν δεχθεί ιδιαίτερα σκληρά αντίποινα από τους Oθωμανούς. Το 1822, μετά την αιματηρή καταστροφή της Χίου και των Ψαρών, Χιώτες και Ψαριανοί πρόσφυγες κατέφυγαν μαζικά στη Σύρο: εγκαταστάθηκαν στο χαμηλό λόφο, κοντά στην παραλία και, προοδευτικά, συγκρότησαν μία νέα πόλη που και μόνο το όνομά της έδειχνε από πολύ νωρίς τους προσανατολισμούς των οικιστών της: ονομάστηκε Ερμούπολη, πόλη του Ερμή, δηλαδή πόλη του εμπορίου και της αστικής τάξης.
Εκτός από τους Ψαριανούς και Χιώτες, εγκαταστάθηκαν προοδευτικά στην Ερμούπολη και άλλοι πρόσφυγες από τον επαναστατημένο ελλαδικό χώρο καθώς και, αργότερα, πολλοί Σμυρνιοί. Η πρώτη τους ενασχόληση με το εμπόριο αφορούσε την προμήθεια ειδών πρώτης ανάγκης στην επαναστατημένη Ελλάδα. Από πολύ νωρίς επίσης ασχολήθηκαν με τη ναυπήγηση πλοίων, στήνοντας πρόχειρες εγκαταστάσεις στην παραλία. Ιδιαίτερα οι Ψαριανοί, που ήσαν ονομαστοί για τις ναυπηγικές τους ικανότητες, πρωτοστάτησαν στη δημιουργία των συριανών ναυπηγείων.
Στην Ερμούπολη λοιπόν εμφανίστηκαν και ενεργοποιήθηκαν πολλοί βασικοί παράγοντες που συντελούν στη διαμόρφωση καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Κατ' αρχήν, πρέπει να τονίσουμε ότι πολλοί από τους πρόσφυγες, κυρίως μάλιστα οι Χιώτες, έφτασαν στην καινούργια τους πατρίδα έχοντας διασώσει μέρος των κεφαλαίων που είχαν συσσωρεύσει τόσο από τις προεπαναστατικές οικονομικές τους δραστηριότητες, όσο και από τις επιχειρήσεις τους, εξακτινωμένες στις εξωοθωμανικές ελληνικές παροικίες. Από τους συγγενείς τους σε αυτές τις παροικίες και από τους εμπορικούς οίκους με τους οποίους παραδοσιακά συνεργάζονταν, μπορούσαν να παίρνουν με αρκετή άνεση δάνεια, ώστε να προχωρήσουν σε νέες επενδυτικές δραστηριότητες. Επί πλέον, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι κατείχαν ικανοποιητικά την τεχνογνωσία στον τομέα του εμπορίου και μπορούσαν να την αξιοποιήσουν ανάλογα.
Από μια άλλη τώρα πλευρά: στην Ερμούπολη εμφανίστηκε και ένα άλλο στοιχείο που δεν υπήρχε στην κυρίως Ελλάδα: στον ηπειρωτικό κορμό της χώρας, άργησε να δημιουργηθεί συγκέντρωση της εργατικής τάξης. Στην Ερμούπολη, όμως δεν εγκαταστάθηκαν, προφανώς, μόνο πλούσιοι πρόσφυγες, αλλά και μια μεγάλη μάζα ανδρών και γυναικών σε απόλυτη ένδεια. Αυτός ο φτωχός προσφυγικός κόσμος που, επί πλέον, δεν είχε καμμία σχέση ιδιοκτησίας με τη συριανή γη, δεν είχε και καμμία άλλη επιλογή για να επιβιώσει, πέρα από την πώληση της εργατικής του δύναμης. Πρέπει δε να προσθέσουμε, ότι πολλοί από αυτούς είχαν και ικανοποιητικό βαθμό ειδίκευσης: παράδειγμα, οι Ψαριανοί ναυπηγοί, που αναφέραμε προηγουμένως.
Oι αυτόχθονες κάτοικοι εν μέρει εντάχθηκαν και αυτοί στην υπό διαμόρφωση εργατική τάξη: κατά μείζονα λόγο όμως, παρέμειναν γεωργοί. Εδώ, ας μας επιτραπεί μια παρέκβαση. Η Σύρος, ανάμεσα σε πολλές άλλες, έχει και μια επί πλέον ιδιαιτερότητα: είναι ένα από τα ελάχιστα μέρη της Ελλάδας με πολύ συγκροτημένο αρχείο. Ακόμη, καθώς υπήρξε πατρίδα πολλών επιφανών λογίων, καλλιτεχνών και διανοουμένων, έχουμε και πολλές λογοτεχνικές μαρτυρίες και καταθέσεις που μας βοηθούν να ανασυστήσουμε ωραίες εικόνες της εποχής. O -σύγχρονος- συριανός Μάνος Ελευθερίου, μελέτησε την αυτοβιογραφία του ανωσυριανού (καθολικού) Μάρκου Βαμβακάρη και προσπάθησε, χρησιμοποιώντας την ως οδηγό, να ανασυνθέσει το συριανό κοινωνικό τοπίο των αρχών του αιώνα. Ψάχνοντας τους εκλογικούς καταλόγους της Άνω Σύρου του έτους 1910, διαπίστωσε ότι από τους 1435 εγγεγραμμένους εκλογείς, οι μισοί (750) δηλώνουν ως επάγγελμα γεωργοί. Το δείγμα είναι αρκετά όψιμο, δεν είναι μικρό και πιστοποιεί, κατά τη γνώμη μας, το γεγονός ότι η κοινωνία των αυτοχθόνων παρέμεινε κατά μείζονα λόγο αγροτική.
Υπάρχουν λοιπόν κεφάλαια, αλλά υπάρχει και συσσώρευση φτωχού, πληβειακού πληθυσμού, χωρίς κλήρο, που το μόνο που διαθέτει είναι η εργατική του δύναμη. Υπάρχουν δηλαδή οι δύο βασικές κοινωνικές και οικονομικές συνιστώσες που μπορούν να αποτελέσουν τη βάση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Από την άλλη πλευρά, η ίδια η γεωγραφική θέση της Σύρου ευνοεί την ανάπτυξη εμπορικών - ναυτιλιακών δραστηριοτήτων. Η άγονη Σύρος, σχεδόν στη μέση του Αιγαίου, βρίσκεται στη μέση των μεγάλων εμπορικών δρόμων που συνδέουν τρεις κόσμους, τρεις οικονομίες με διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης: τη δυτική Ευρώπη, των αναπτυγμένων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και της Βιομηχανικής Επανάστασης, την παραπαίουσα οθωμανική αυτοκρατορία και την ημιφεουδαρχική Ρωσία. Έτσι, η Σύρος γίνεται σταυροδρόμι διεθνούς εμπορίου. Βιομηχανικά προϊόντα της δύσης κατευθύνονται, μέσω Σύρου προς την ανατολή: αγροτικά προϊόντα της ανατολής και ρωσικό σιτάρι μεταφέρονται μέσω Σύρου προς την Ευρώπη. Η Σύρος είναι επίσης το μεγαλύτερο λιμάνι εισαγωγικού εμπορίου της χώρας: από τη Σύρο περνούν τα περισσότερα προϊόντα, τα οποία κατευθύνονται προς τον Πειραιά. Στο εξαγωγικό εμπόριο όμως, η Σύρος δεν μπορεί να συναγωνιστεί την Πάτρα, καθώς το κύριο εξαγωγικό προϊόν της Ελλάδας το 19ο αιώνα ήταν η σταφίδα και η πελοποννησιακή πρωτεύουσα ήταν πολύ κοντά στους τόπους παραγωγής της.
Στη Σύρο, ακριβώς για τις ανάγκες εξυπηρέτησης του εμπορίου, οικοδομήθηκαν από πολύ νωρίς μεγάλες αποθήκες και τελωνεία, όπου τα προς διοχέτευση προϊόντα παρέμεναν τράνζιτ. Oι έμποροι-ιδιοκτήτες των φορτίων, μπορούσαν να πραγματοποιήσουν τη μεταπώλησή τους με τους συμφερότερους για τους ίδιους όρους. Φυσικά, μιλώντας για εμπόριο εκείνη την εποχή, μιλάμε για εμπόριο μέσω των θαλασσινών δρόμων. Ήρθε λοιπόν η ώρα να αναφερθούμε στο σχηματισμό του εφοπλιστικού κεφαλαίου.
Έμποροι και πλοιοκτήτες
Στις απαρχές της συγκρότησης του ελληνικού κράτους, οι συριανοί έμποροι ήταν ταυτόχρονα και πλοιοκτήτες (είχαν δηλαδή μερίδιο στην ιδιοκτησία του πλοίου). Το ίδιο πράγμα μπορεί να ειπωθεί και αντίστροφα: οι πλοιοκτήτες ήσαν και ιδιοκτήτες του μεταφερόμενου φορτίου. Το αμιγώς εφοπλιστικό κεφάλαιο (όπου ο πλοιοκτήτης δεν είναι ιδιοκτήτης και του φορτίου) σχηματίζεται προοδευτικά και ο σχηματισμός του σχετίζεται με την εξάπλωση της χρήσης του ατμού στην ελληνική ναυτιλία, εξέλιξη που επιβάλλει και συγκεκριμένες μεταβολές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των πλοίων, προκρίνοντας τη συγκρότηση μετοχικών εταιριών σε βάρος της παραδοσιακής μορφής ατομικής πλοιοκτησίας. Όλος ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται από τη διαπάλη ανάμεσα στο παραδοσιακό ιστιοφόρο πλοίο και στο ατμόπλοιο. Τα ελληνικά ιστιοφόρα παρέμεναν για μεγάλο χρονικό διάστημα ανταγωνιστικά στη διεθνή αγορά, παρά την παρωχημένη τους τεχνολογία: κύριος λόγος ήταν το πολύ χαμηλό ποσό των ναύλων μεταφοράς, καθώς και το κόστος κατασκευής τους ήταν μικρότερο, λόγω των ταπεινότερων υλικών που χρησιμοποιούνταν και το κόστος κίνησής τους πολύ πιο φτηνό, καθώς τα ατμόπλοια έκαιγαν γαιάνθρακα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το κόστος διαβίωσης των πληρωμάτων στα ιστιοφόρα ήταν πολύ χαμηλότερο από εκείνο των πληρωμάτων των ατμοπλοίων. O Γάλλος πρόξενος στη Σύρο, το 1834, αναφέρει ότι το κόστος διατροφής των ελληνικών πληρωμάτων αντιστοιχούσε μόλις στο 1/4 εκείνου των γαλλικών. Αυτό το στοιχείο δείχνει, πιστεύουμε, πολύ καθαρά το πώς ακριβώς οικοδομήθηκε το "ελληνικό ναυτιλιακό θαύμα" και με το πόσους και ποιους τρόπους οι Έλληνες εφοπλιστές αποσπούσαν υπεραξία από τα πληρώματά τους.
Τα ατμόπλοια, από την άλλη πλευρά, ήταν οπωσδήποτε τεχνολογικά πιο προηγμένα, μπορούσαν να ταξιδεύουν με οποιοδήποτε καιρό (κάτι που, βέβαια, αφορούσε άμεσα τον ιδιοκτήτη του φορτίου) και τα πληρώματά τους ήσαν περισσότερο εξειδικευμένα. Ακόμη, οι Έλληνες εφοπλιστές είχαν προλάβει να αποκτήσουν διεθνώς τη φήμη ότι προκαλούν συχνά δόλια ναυάγια. Άλλη μια πλευρά του ελληνικού ναυτιλιακού θαύματοςΙ
Πάντως, οι Συριανοί έμποροι διαπιστώνουν πολύ νωρίς την αναγκαιότητα χρήσης ατμοπλοίων για τη μεταφορά των προϊόντων τους στο εξωτερικό -ήδη από το1834- οπότε και ξεκινά η οργάνωση της ελληνικής θαλάσσιας συγκοινωνίας από την εταιρεία Φεράλδη. Κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, οι Συριανοί συνεργάζονται με ατμοπλοϊκές εταιρείες γαλλικών και βρετανικών συμφερόντων. Το 1857, ιδρύεται η Ελληνική Ατμοπλοΐα της Σύρου που εγκαινιάζει την ελληνικών συμφερόντων ατμοκίνητη ναυτιλία στις ελληνικές θαλάσσιες συγκοινωνίες. Στο ιδρυτικό κεφάλαιο της εταιρείας συμμετείχαν το δημόσιο κατά 36,5%, η Εθνική Τράπεζα με 18,3%, ερμουπολίτες κεφαλαιούχοι με 8,6%, ομογενείς των παροικιών με 22,9% και, τέλος, κεφαλαιούχοι από την υπόλοιπη Ελλάδα. Η εταιρεία ξεκίνησε τις δραστηριότητές της με τρία μεταχειρισμένα ατμόπλοια που αγόρασε από το εξωτερικό. Το ιδρυτικό της προέβλεπε την εκτέλεση γραμμών προς το εξωτερικό, "άνευ βλάβης της εσωτερικής συγκοινωνίας" του κράτους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ανάμεσα στις υποχρεώσεις της εταιρίας ήταν και η κατασκευή εργοστασίου και νεωρίου στη Σύρο για την επισκευή και τον καθαρισμό των ατμοπλοίων. Oι μονάδες όμως αυτές δημιουργήθηκαν με μεγάλη χρονική καθυστέρηση και αποτελούν τον πρόδρομο του σημερινού Νεωρίου.
Η περιορισμένη εσωτερική αγορά της Ελλάδας, η έλλειψη χερσαίων συγκοινωνιών που θα μπορούσαν να μεταφέρουν τα αγροτικά προϊόντα της ενδοχώρας στα παράλια, ο οξύς ανταγωνισμός από τη γαλλικών και βρετανικών συμφερόντων ακτοπλοΐα ήσαν μερικοί από τους παράγοντες που οδήγησαν στην οικονομική αποτυχία και στη διάλυση, τελικά, της Ατμοπλοϊκής Εταιρείας της Σύρου, μετά από 35 χρόνια λειτουργίας. Όταν η Εταιρεία διαλύθηκε, η Εθνική Τράπεζα, που ήταν και ο μεγαλύτερος πιστωτής της, κατάσχεσε τις εγκαταστάσεις του Νεωρίου, ενώ κατάφερε να συνδεθεί πιο οργανικά με το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ερμούπολης, δηλαδή με την πιο εκχρηματισμένη αγορά της ελληνικής επικράτειας.
Με τη ναυτιλία και το εμπόριο συνδέεται και η ναυπηγική η οποία στη Σύρο είχε ιδιαίτερη παράδοση. Όπως είπαμε και στην αρχή, οι Ψαριανοί ήταν εξειδικευμένοι ναυπηγοί-τεχνίτες. Oι πρώτοι ταρσανάδες στήθηκαν εκ του προχείρου στην παραλία της Σύρου, σε καταπατημένες δημόσιες εκτάσεις - γι' αυτό το λόγο και ο μηχανολογικός τους εξοπλισμός ήταν πάντα πρόχειρος, καθώς ο δήμος είχε μερίδιο στην ιδιοκτησία του εδάφους και μπορούσε να το διεκδικήσει ανά πάσα στιγμή. Το 1850, η Ερμούπολη είχε ένα πληθυσμό 7.650 ατόμων, από τους οποίους οι 1.000 δούλευαν στα ναυπηγεία. Επίσης, στα ναυπηγεία δούλευαν και εργάτες προερχόμενοι από τα γύρω νησιά ή και από άλλες περιοχές της Ελλάδας. Το χαρακτηριστικό των εργατών αυτών ήταν το ότι παρείχαν εξειδικευμένη εργασία: ήσαν καλαφάτες, πριονιστές, καρφωτές, μακαρατζήδες κλπ. Τα ημερομίσθιά τους υφίσταντο ισχυρές διακυμάνσεις, ανάλογα με την οικονομική συγκυρία: σε περιπτώσεις έντονης ναυπηγικής δραστηριότητας, ήταν πολύ ψηλότερα από τους μισθούς άλλων κλάδων, ακόμα και των υπαλλήλων του δημοσίου ή της Εθνικής Τράπεζας. Σε περιόδους ύφεσης όμως, μειώνονταν εξαιρετικά.
Bυρσοδεψία
Η περίπτωση της Σύρου πιστοποιεί τον κανόνα που περιγράφει ο Μαρξ ότι παντού στον κόσμο η πρώτη μορφή κεφαλαίου είναι το εμπορικό. Ωστόσο, οι δραστηριότητες των Ερμουπολιτών είναι κατ' εξοχήν βιομηχανικές. Αναφερθήκαμε ήδη αρκετά αναλυτικά στη ναυτιλία και τη ναυπηγική, θα αναφερθούμε τώρα σε έναν άλλο κλάδο που γνώρισε σημαντική ανάπτυξη, τη βυρσοδεψία που μετεξελίχθηκε σε κλωστοϋφαντουργία, στις αρχές του αιώνα. Το 1848, σε έκθεση του υπουργού Εσωτερικών προς τον Oθωνα, αναφέρονται τα εξής: "η δε κατεργασία των δερμάτων των μεγάλων ζώων, εισαχθείσα μεταγενεστέρως δια συνδρομής της κυβερνήσεως εις Πύλον και ακολούθως εις Σύρον και άλλας τινάς πόλεις, έδωσεν σημαντικήν ώθησιν εις τον κλάδον τούτονΙ ιδίως εις τας νήσους". Η περιγραφή αυτή είναι πολύ φτωχή και δεν αποδίδει, σε καμμία περίπτωση, τη δυναμική ανάπτυξη του συγκεκριμένου κλάδου στη Σύρο. Παραθέτουμε ορισμένα στοιχεία: δύο βυρσοδεψεία (του Εμμανουήλ Σαλούστρου και του Παναγιώτη Καλουτά) ξεκίνησαν σαν μικρά εργαστήρια ανάμεσα στο 1834 και 1839. To 1848 είναι μεγάλα χειροκίνητα εργοστάσια που απασχολούν κατά περιόδους από 50 μέχρι και 100 άτομα, σε περιόδους μεγάλης οικονομικής δραστηριότητας. O Γάλλος πρόξενος στη Σύρο, το 1848, επισημαίνει ότι τα συριανά δέρματα έχουν εκτοπίσει τα γαλλικά από την οθωμανική αγορά. Το 1852 τα επτά συστηματικά βυρσοδεψεία της Ερμούπολης απασχολούν 200 έως 250 άτομα, χρησιμοποιούν 12 ανεμόμυλους, κατεργάζονται 30.000 δέρματα το χρόνο και παράγουν προϊόντα αξίας πάνω από ένα εκατομμύριο δραχμές.
Σύμφωνα με την άποψη της ιστορικού Χριστίνας Αγριαντώνη (από δημοσίευση της οποίας στο περιοδικό "Ιστορικά" δανειζόμαστε και τα στοιχεία) η κάμψη που παρουσίασε η παραδοσιακή ιστιοφόρα ναυτιλία μετά το 1858 οδήγησε πολλούς συριανούς μεγαλέμπορους να επενδύσουν κεφάλαια στην εγχώρια βιομηχανική παραγωγή. Το 1861, 5 από τα 8 μεγάλα βυρσοδεψεία της Σύρου απασχολούν 600 με 700 εργάτες, κατεργάζονται 70 - 80.000 δέρματα και παράγουν προϊόντα αξίας πάνω από 5 εκατομμύρια δραχμές το χρόνο. Τα δύο παλιότερα αντικαθιστούν τους παραδοσιακούς μύλους με 2 ατμομηχανές, σε μια εποχή κατά την οποία δεν υπήρχαν πάνω από 2-3 ατμοκίνητα εργοστάσια στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Εκτός από τα βυρσοδεψεία, μεταξύ 1861 και 1864 ιδρύονται στη Σύρο 4 ατμόμυλοι, από τους οποίους δύο είναι μεγάλα εργοστάσια με 50 εργάτες το καθένα. Το 1861, ιδρύεται το μηχανουργείο της Ατμοπλοϊκής Εταιρείας Σύρου, μοναδικό στο είδος του εργοστάσιο της χώρας.
Σιγά-σιγά, η βυρσοδεψία μετεξελίσσεται σε κλωστοϋφαντουργία. Από την αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη, μαθαίνουμε ότι το 1912 η μητέρα του, Ελπίδα, έπιασε δουλειά στο "κλωστήριο του Δεληγιάννη". Η ίδια δούλευε στο βαφείο του κλωστηρίου, αλλά μαζί της δούλευε και ο μικρός Μάρκος, κάνοντας πακέτο τα νήματα. Η παιδική εργασία δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο πράγμα στη Σύρο. Πάντως, το συγκεκριμένο εργοστάσιο απασχολούσε 60 με 80 εργάτες, εκείνη την εποχή.
|