MEPOΣ 1ον
Πριν από λίγα χρόνια, έκανα στο συριανό ραδιόφωνο, μια τακτική,
εβδομαδιαία εκπομπή με γενικό αντικείμενο το συριανό παρελθόν, πολιτικό,
κοινωνικό, πολιτιστικό. Ο τίτλος της -σημαδιακός κι ας τον κρατήσουμε-
"Κάθε πέρσι και καλύτερα".
Όταν το ζήτημα των "ταυτοτήτων" είχε φτάσει στην αιχμή του, με τις
"λαοσυνάξεις" και τα εκκλησιαστικά "δημοψηφίσματα", σχεδόν αυτόματα ο
νους μου πήγε στον Εμμανουήλ Pοΐδη. O χρονολογικά μακρινός πρωτοπόρος
και κορυφαίος της πεζογραφίας μας, μου φάνηκε ο φυσικός, προδρομικός και
προκαταβολικός, σχολιαστής της κρίσης των ''ταυτοτήτων". Που για μένα
δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια ακόμα υποτροπή της χρόνιας αδυναμίας της
ελλαδικής ορθόδοξης Εκκλησιας ν' ανεχτεί την εν γένει αμφισβήτηση, είτε
των τύπων της λατρείας της, είτε κι αυτών των δογμάτων της και να
αντιμετωπίσει την αμφισβήτηση αυτή μ' αυτοδύναμα πνευματικά μέσα, εκτός
του εκκλησιαστικώς χειραγωγούμενου κρατικού καταναγκασμού. Επί της
ουσίαςτου ζητήματος και μάλιστα από τη σκοπιά ενός μη ορθόδοξου Έλληνα
είχα ήδη πάρει προσωπικά θέση με άρθρο μου στα "Νέα" της 3.7.2000.
Αφιέρωσα έτσι αποκλειστικά δύο (2) συνεχόμενες εκπομπές μου στην άνευ
σχολίων ανάγνωση του κειμένου "Ολίγαι λέξεις εις απάντησιν της υπ' αρ.
5688 εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου κατά της παπίσσης Ιωάννας" του
Εμμανουήλ Ροΐδη. Όπως είναι γνωστό, το ροϊδικό αυτό κείμενο, αυτοτελώς
δημοσιευμένο από την εφημερίδα "Αυγή", αποτελεί μαζί με τις επίσης
αυτοτελώς δημοσιευμένες με το γενικό τίτλο "Η πάπισσα Ιωάννα και η
ηθική" από την ίδια εφημερίδα τέσσαρες (4) επιστολές του Ροΐδη, υπό το
ψευδώνυμο "ένας Αγρινιώτης" (Διονύσιος Ζουρλής), στην"Αυγή", το corpus
της πολεμικής (αμυντικής κι επιθετικής) αντιπαράθεσης του Ροΐδη με τους
εκκλησιαστικούς και κοσμικούς διώκτες ή επικριτές της "πάπισσας
Iωάννας". Που μ' ένα μπαράζ αντιδράσεων στον αθηναϊκό, επαρχιακό ή
απόδημο ελληνόφωνο Τύπο της εποχής, στις οποίες, βέβαια, κεντρική θέση
κατείχε η εκκλησιαστική καταδίκη του Βιβλίου ως "γέμοντος ασεβείας,
κακοδοξίας και αισχρότητας" και ο αφορισμός των ενδεχόμενων αναγνωστών
του, είχαν φέρει το νεανικό "μυθιστόρημα" του Ροΐδη στην κορυφή της
πνευματικής και κοινωνικής επικαιρότητας, καθιστώντας το "πέτρα
φιλολογικού σκανδάλου" διόλου βλαπτική για την τότε κι εφεξής
αναγνωστική του τύχη. Έκτοτε τα εν λόγω κείμενα αποτελούν αναπόσπαστο
συνημμένο κάθε εκδοτικού (λαϊκού, χρηστικού ή φιλολογικού) εγχειρήματος
της "Πάπισσας".
"Και εν πρώτοις συγχωρήσατε να ερωτήσω υμάς, τί εννοείτε δια της
λέξεως "θρησκεία"; Ο βασιλεύς της Γαλλίας Λουδοβίκος ο ΙΔ' συνήθιζε να
λέγει: "Η Γαλλία είμαι Εγώ". Ούτω φαίνονται εννοήσαντες τον
χριστιανισμόν και πολλοί κατά καιρούς αρχιερείς, ει και δεν ετόλμησαν να
είπωσιν αναφανδόν "Η θρησκεία είμεθα ημείς". Αν κατά την έννοιαν ταύτην
παραδεχθώμεν την θρησκείαν, τότε πάντα τα αφορώντα τον κλήρον
συμπεριλαμβάνονται κατ' ανάγκην εν αυτή. Μέρος της θρησκείας αποτελούσι
τότε και αι κατά την εν Εφέσω Σύνοδον σφαγαί, και τα λακτίσματα του
Διοσκόρου, και αι πυρπολήσεις του Νεστορίου, και αι πλαστογραφίαι του
Αγ. Κυρίλλου, και ο φόνος της Υπατίας και αι εν Σκυθοπόλει μεληδόν
κατακόψεις των Ελλήνων φιλοσόφων, και αι ωμότητες της Αγ. Ειρήνης και
όλα εν γένει τα κοσμούντα τα χρονικά του Βυζαντίου κατορθώματα των
ιερέων. Πλην δε τούτων πρέπει να θεωρήσωμεν ως αποτελούντα μέρος της
θρησκείας και τας διηγήσεις της "Αμαρτωλών Σωτηρίας", τας αισχρολογίας
του Νικόδημου, την εκκλησιαστικήν ρινοφωνίαν, το καύσιμον του Ιούδα εν
Χαλκίδι, τας εις Τήνον προσκυνήσεις και αυτάς τέλος πάντων τας
εγκυκλίους του Αγ. Καρυστίας.
Αν τοιαύτην περιληπτικήν έννοιαν δίδετε εις την λέξιν "θρησκεία", ω
Αγιοί μου Πατέρες, τότε "όργανον" τω όντι "του Σατανά", εχιδνα και
κακούργος, είναι ο συγγραφεύς της "Ιωάννας", όστις πάντα ταύτα έσκωψε
και εμυκτήρισεν ανηλεώς. Συγχωρήσατέ μοι όμως να παρατηρήσω ότι η
τοιαύτη ερμηνεία, απηρχαιώθη, σήμερον δε, επανερχόμενοι βαθμηδόν εις την
αρχαϊκήν απλότητα εννοούμεν δια της λέξεως "θρησκεία" την διδασκαλίαν
του Ιησού, τας ερμηνείας των πρώτων Πατέρων και τους κανόνας των Συνόδων
καθόσον δεν συνειργάσθησαν εις την σύνταξιν αυτών ούτε λακτίσματα ούτε
σφαγαί, και πλην τούτου καθ' όσον τα υπό των Συνόδων τούτων κανονισθέντα
δεν αντιμάχονται αναφανδόν προς το πνεύμα του Ευαγγελίου και τας
απαιτήσεις του ορθού λόγου. Εις ταύτα δε μόνον περιορίζων την πίστιν μου
είμαι, νομίζω, ορθοδοξότερος και υμών αυτών, οίτινες χάριν ευτελών
συμφερόντων εξορίζετε εκ του χριστιανισμού και αυτούς τους αποστολικούς
κανόνας, τους απαγορεύοντας την μετάθεσιν των επισκόπων. Αλλά αν κατά
την δεύτερον ταύτην έννοιαν παραδεχθώμεν τον χριστιανισμόν, την σύμφωνον
με το Ευαγγέλιον, τον ορθόν λόγον, και τας παραδόσεις των αποστολικών
Πατέρων, ενώ η πρώτη μόνον με τους ιεροεξεταστάς και την ιεροκρατίαν του
μεσαίωνος συμφωνεί, δυσεύρετος τότε καθίσταται εν τη "Ιωάννα" η
κακοδοξία, εκτός μόνο αν αποδοθώσιν εις τον συγγραφέα όσαι γελοίαι
γνώμαι μεσαιωνίων θεολόγων ή συγχρόνων Γερμανών φιλοσόφων αναφέρει ίνα
τας χλευάση, ρητώς αποδοκιμαζών αυτάς εν τε τω κειμένω και δια των εν
τέλει σημειώσεων. Τούτο δε πράττων ουδόλως εγγίζει τα ιερά, διότι δύο
τινά υπάρχουσιν, Άγιοι μου Πατέρες, εν τη χριστιανική θρησκεία, η θεία
αυτής αλήθεια, ήτις την καθιστά σεβαστήν, και αι ανοησίαι των ανθρώπων,
αίτινες την κατέστησαν καταγέλαστον, "ουδόλως δε εμπαίζει την θρησκείαν
ο χλευάζων τας παραδοξολογίας δι' ων ατιμάζουσιν αυτήν οι ιερείς". Το
ρητόν τούτο του θείου Πασχάλ φέρει γαλλιστί η "Ιωάννα "επί κεφαλής της
πρώτης σελίδας, το οποίον κακώς έπραξε μη μεταφράσας χάριν υμών ο
συγγραφεύς. Αλλά και εν σελ. 159 λέγει εφ' εαυτού: "Αγαπάς, αναγνώστα
μου, τον γενναίον οίνον της πίστεως, ως ονόμαζε τη θρησκείαν ο σοφός
Αλβίνος; Αν τω όντι τον αγαπάς, μισείς βεβαίως τους ασυνείδητους
εκείνους καπήλους οίτινες νοθεύουσι το θείον τούτον ποτόν, αναμιγνύοντες
ύδωρ, βαφάς ή δηλητήρια και αντί θείου νέκταρος ανούσιον ή ναυτιωδές
ποτόν προσφέροντες εις τα διψώντα χείλη σου".
|