B' MEPOΣ
O Bergman στη «Σιωπή», παραμένοντας σταθερά στο κεντρικό του θέμα και
χρησιμοποιώντας δημιουργικά το παράλληλο μοντάζ, τα πλάνα μεγάλης
διάρκειας και το μοντάζ μέσα στο πλάνο, τα μεσαία και τα κοντινά πλάνα,
τα βλέμματα και τις εκφράσεις των προσώπων, τους φωτισμούς και τα
ντεκόρ, τους ήχους, το λόγο και τη σιωπή, συνθέτει ένα «πλήρες και
αυτοτελές κινηματογραφικό έργο τέχνης που υπερβαίνει τις μορφές του
εξωτερικού κόσμου» (Munsterberg)2 αποτελώντας «μια αγνή δημιουργία του
ανθρώπου, η οποία έχει απελευθερωθεί από τα δεσμά της φωτογραφικής
αναπαραγωγής (Arnheni)3.
Η πλοκή της ταινίας oργavώνεται αυστηρά γύρω από τις δύο αδελφές, τον
ψυχικό τους κόσμο και τη σχέση τους. Στο σύνολο σχεδόν των σκηνών του
φιλμ (στις είκοσι από τις εικοσιτέσσερις) και σε όλες τις σεκάνς που
αυτές οι σκηνές συγκροτούν (έξι συνολικά) η Ester ή η Anna ή και οι δύο
μαζί αποτελούν τα κεντρικά πρόσωπα. Συγκεκριμένα ανάμεσα στην πρώτη
σεκάνς (που λειτουργεί ως πρόλογος) και στην τελευταία που λειτουργεί ως
επίλογος) υπάρχουν η δεύτερη και η τρίιτη σεκάνς (σκηνές στο ξενοδοχείο,
στο μπαρ, στο θέατρο και στους δρόμους της πόλης) όπου σκιαγραφείται η
ψυχική ερημιά των δύο αδελφών και η τέταρτη και πέμπτη σεκάνς (σκηνές
στο ξενοδοχείο) όπου αναδεικνύεται η προβληματική κατάσταση της σχέσης
τους και καταγράφεται η σύγκρουση που αναπόφευκτα ξεσπά ανάμεσά τους.
Η παράλληλη ανάπτυξη σκηνών που εξελίσσονται την ίδια ώρα σε
διαφορετικούς χώρους και στις οποίες φυσικά πρόσωπα είναι η Ester, η
Anna και ο Johan, εκφράζει τους στενούς δεσμούς που συνδέουν αυτά τα
πρόσωπα, αλλά και τα προβλήματα επικοινωνίας που υπάρχουν μεταξύ των δύο
αδελφών (στη δεύτερη σεκάνς η σκηνή με την Ester και την Anna στο
δωμάτιο του ξενοδοχείου εξελίσσεται παράλληλα με τη σκηνή της
περιπλάνησης του Johan στους διαδρόμους, στην τρίτη σεκάνς οι σκηνές, με
την Anna στην πόλη εναλλάσσονται με τις σκηνές της Ester και του Johan
στο ξενοδοχείο και στην πέμπτη σεκάνς οι σκηνές με την Anna και τον
άντρα σε κάποιο από τα δωμάτια του ξενοδοχείου διαδραματίζονται
παράλληλα με τις σκηνές της Ester και του Johan στο δωμάτιό τους).
Δημιουργείται βέβαια, μέσα από τη χρήση του παράλληλου μοντάζ, μία αλλη
(κινηματογραφική) χωροχρονική πραγματικότητα, η οποία είναι τελείως
διαφορετική απ' αυτήν του εξωτερικού κόσμου.
Την ασφυκτική και καταθλιπτική πραγματικότητα, την απελπισία και τη
μοναξιά των προσώπων, εκφράζει o Bergman μέσα από το συνθετικό
ντεκουπάζ, το μοντάζ μέσα στο ίδιο το πλάνο μεγάλης διάρκειας πλανά,
αργές οριζόντιες και κάθετες κινήσεις της κινηματογραφικής μηχανής,
ταυτόχρονες κινήσεις της μηχανής και των προσώπων, αξιοποίηση του βάθους
πεδίου), αλλά και μέσα από κοντινά και πολύ κοντινά πλάνα, με την
κινηματογραφικη μηχανή να ανιχνεύει τα πρόσωπα, να ταυτίζεται με το
βλέμμα τους.
Στη δημιουργία της ασφυκτικής ατμόσφαιρας της ταινίας και στην
υπογράμμιση του αδιέξοδου ψυχικού κόσμου των δύο αδελφών σημαντική είναι
n συμβολή των φωτισμών. Χαμηλός φωτισμός τόσο στο κουπέ του τρένου όσο
και στους χώρους του ξενοδοχείου, μισοσκόταδο στο δωμάτιο όπου
εκδηλώνεται η σύγκρουση των δύο αδελφών και στους δρόμους της πόλης που
διασχίζουν τα άρματα μάχης, φωτοσκιάσεις στο πρόσωπο του Johan στο τρένο
ενώ ανατέλλει ο ήλιος, στα σώματα της Anna και του Johan ενώ κοιμούνται
το μεσημέρι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, στο πρόσωπο της Ester ενώ
κοιτάζει από το παράθυρο του ξενοδοχείου προς τα έξω, στο πρόσωπο της
Anna από τη σκιά που ρίχνουν σ' αυτό τα κάγκελα του παραθύρου, και
έντονες αντιθέσεις φωτός και σκιάς στο πλάνο με τα άρματα μάχης που
φωτίζονται από πίσω από το φως του ήλιου, στη σκηνή με την Άννα στο
θέατρο (φως στο πρόσωπό της, σκοτάδι στην αίθουσα) και στη σκηνή της
περιπλάνησης του Johan στους χώρους του ξενοδοχείου με την υπερμεγέθη
σκιά του μικρού που πέφτει πάνωσ' έναν από τους τοίχους του.
Οι ερημικοί χώροι του ξενοδοχείου και η τεταμένη κατάσταση στους
δρόμους της πόλης ενισχύουν επίσης τη ζοφερή ατμόσφαιρα του φιλμ, ενώ το
ιδιόμορφο ντεκόρ του δωματίου των νάνων και η μεταμφίεση απ' αυτούς του
αγοριού σε κοριτσάκι δημιουργούν μια αίσθηση παραλογισμού. Επιπλέον το
ντύσιμο και γενικά η εξωτερική εμφάνιση των δύο αδελφών είναι τέτοια
ώστε να εκφράζονται και μέσα απ' αυτά οι τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες
τους (Anna: φορέματα με ντεκολτέ, ελεύθερα μαλλιά, Esrer: σοβαρό
ντύσιμο, μαζεμένα μαλλιά).
Η περιορισμένη χρήση του λόγυ, οι λιγοστοί, αλλόκοτοι και απόκοσμοι,
πολλές φορές, ήχοι (ιδιαίτερα αυτός που ακούγεται σε στιγμή μεγάλης
κρίσης της Ester προς το τέλος της ταινίας) και η απουσία μουσικής (τα
μουσικά κομμάτια που ακούγονται προέρχονται από πηγές που υπάρχουν μέσα
στο φιλμ), επιτείνουν την κατάσταση της πλήξης, της μοναξιάς και της
απελπισίας που υπάρχει στην ταινία.
Φυσικές οι ερμηνείες τον ηθοποιών, στηρίζονται, κυρίως, σε στιγμές
έντασης, στις εκφράσεις των τιροσώπων.
ΣΗΜΕIΩΣΕΙΣ
2. Hugo Munsterberg: "The Film: A psychological study" (Dover
Publications, New York, 1970), σ .: 82.
3. Rudolf Arnheim: "Film as Αrt" (Faberand Faber, London, 1983), σ. 175.
«H Σιωπή» του Ίνγκμαρ Mπέργκαν
<< A' MEPOΣ |