Ιούλιος 2004. Στο γήπεδο Ντραγκάου η Εθνική ομάδα έστειλε το ελληνικό
ποδόσφαιρο στον παράδεισο σηκώνοντας «το τιμημένο». Γενάρης 2005. Γήπεδο
Νέας Σμύρνης. Έξι μήνες μετά, «το πήρε και το σήκωσε» (όχι το
«τιμημένο» αλλά το ελληνικό ποδόσφαιρο που επέστρεψε στην κόλαση).
Τραμπούκοι ασέλγησαν για άλλη μια φορά σε βάρος όχι μόνο δυο ιστορικών
σωματείων αλλά πάνω στο κουφάρι του αθλήματος. Λόγω των ομολογουμένως
πολλών ύποπτων συμπτώσεων, ελάχιστοι θα πίστευαν πως το θλιβερό γεγονός
δεν ήταν προσχεδιασμένο και οργανωμένο. Το ερώτημα είναι: Από ποιους;
Και γιατί; Τα όσα θα παρατεθούν παρακάτω είναι, πιστεύουμε, χρήσιμα ώστε
να μπορέσει ο αναγνώστης να προσεγγίσει τις απαντήσεις σ' αυτά τα
ερωτήματα που δεν αφορούν μόνο το συγκεκριμένο γεγονός. Τα περισσότερα
στοιχεία είναι παρμένα από εκτενή ρεπορτάζ με συγκλονιστικά στοιχεία που
συνέλεξε ο αθλητικός συντάκτης Γιώργος Κατζιλιέρης. Έχουν ιδιαίτερη αξία
επειδή δεν είναι «μετά Χριστόν προφητείες» όσο κι αν σε πολλά σημεία
φαίνονται σα να γράφτηκαν για το γεγονός της Ν. Σμύρνης.
Oι «Θύρες» της κόλασης
Το φαινόμενο της βίας στα γήπεδα ούτε αποκλειστικά ελληνικό είναι ούτε
και τωρινό. Ωστόσο, κανείς δεν αμφιβάλλει πως τρέφεται και αναπαράγεται
από το καθεστώς «επαγγελματισμού» στη νεοελληνική του έκφραση. Τα
χαρακτηριστικά του είναι δυο: 1) Τα κάθε λογής «μπουμπούκια» που
λυμαίνονται τις ΠΑΕ και 2) Oι οργανωμένες «θύρες» που δημιουργήθηκαν
τάχα για να βοηθούν τις ομάδες.
Ας ξεκινήσουμε από το δεύτερο. Ιδιωτικοί στρατοί με λάβαρα, ιεραρχία και
ομάδες κρούσης κατέλαβαν τη δεκαετία του '80 τις μεγάλες ΠΑΕ της Αθήνας
και της Θεσσαλονίκης. Τα στοιχεία για αυτά τα γκρουπ, είναι ελάχιστα και
βασίζονται κυρίως σε ανώνυμες μαρτυρίες και σκόρπιες πληροφορίες. Αφ'
ενός, γιατί ποτέ δεν έγινε μια έρευνα, σε βάθος. Και, αφ' ετέρου, γιατί
οι γνωρίζοντες, αρνούνται να μιλήσουν (τουλάχιστον ανοιχτά).
Κοινό στοιχείο τους η αποθέωση των φασιστικών μεθόδων: ξενοφοβία,
ρατσισμός, ο μύθος της «ανώτερης φυλής» (εν προκειμένω της ομάδας) και η
βία για την επιβολή όλων αυτών σε βάρος των αντιπάλων. Αυτά για τους
ανυποψίαστους οπαδούς τους. Ένα άκρως ενδιαφέρων στοιχείο -που προκύπτει
από μαρτυρίες- είναι ότι υπήρχαν επαφές τουλάχιστον μεταξύ των ηγετικών
ιδρυτικών στελεχών τους. Μπορεί επίσημα τα διάφορα γκρουπ να ήταν
«εχθροί» και να πλακώνονταν, στο όνομα της ομάδας, αλλά στο παρασκήνιο
υπήρχαν δίαυλοι επικοινωνίας. Άλλωστε είχαν και κοινές ιδέες και
στόχους.
Σύμφωνα με όσα είναι γνωστά, οι πρώτες οργανωμένες κινήσεις εμφανίστηκαν
κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Στον Παναθηναϊκό εκφράστηκαν ιδιαίτερα με την Ναζιστική Oργάνωση
Παναθηναϊκών Oπαδών (ΝOΠO). Τα μέλη της μαζεύονταν στη θύρα 13, όπου
(σύμφωνα με μαρτυρίες) κάποια στιγμή απέκτησαν ηγετικό ρόλο. Oι
πληροφορίες λένε πως κυριάρχησαν κάποιο διάστημα και στον ομώνυμο
σύνδεσμο. Oι... φήμες τους θέλουν να εμπλέκονται σε ρατσιστικές
επιθέσεις κυρίως στην ευρύτερη περιοχή Ζωγράφου, Αμπελοκήπων, Ιλισίων.
Επίσημα διαλύθηκαν (για δικούς του λόγους) από τον τότε πρόεδρο της ΠΑΕ
Γ. Βαρδινογιάννη. Περιστατικά όπως η δολοφονία του μαύρου μικροπωλητή,
στο Περιστέρι, δείχνουν πως δεν εξαφανίστηκαν. Μήπως εισχώρησαν σε
άλλους συνδέσμους και συνέχισαν την πορεία τους; Άραγε αληθεύει ότι
τότε ηγετικό στέλεχος της ΝOΠO, εργάζεται σήμερα στην ΠΑΕ Παναθηναϊκός;
Στην ΑΕΚ η αντίστοιχη κίνηση είχε τον τίτλο Τρομοκρατική Oργάνωση
Φιλάθλων ΑΕΚ (ΤOΦΑ). Δεν κατάφερε να αποκτήσει σημαντική υπόσταση και
δράση αφού η δημιουργία της συνέπεσε μαζί με την «ORIGINAL», η οποία
κυριάρχησε. Σύμφωνα με κάποιους, η ΤOΦΑ ήταν η «κιτρινόμαυρη» μίμηση της
ΝOΠO και μεταξύ των αρχηγών υπήρχαν σχέσεις. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι
πρόσφατα, έγινε νέα προσπάθεια, αυτόνομης παρουσίας και δράσης,
αντίστοιχου συνδέσμου. Άραγε σχετίζεται με τα πολεμοφόδια (!) που βρήκε
η αστυνομία σε γραφεία στη Ν. Φιλαδέλφεια ύστερα από επίθεση τραμπούκων
σε αστυνομικούς;
Στον Oλυμπιακό, οι εκφράσεις των εθνικιστικών και φασιστικών πυρήνων,
αποτελούν ζώσα πραγματικότητα. Δεν έχουν - τυπικά - αυτόνομη ύπαρξη αλλά
δρουν υπό την ομπρέλα της «Θύρας 7». Ένας από τους πλέον
χαρακτηριστικούς, είναι ο σύνδεσμος «red nasionalists», δηλαδή «κόκκινοι
εθνικιστές». Η παρουσία τους διαφημίζεται στο
διαδίκτυο με κεντρικό σύνθημα «ΘΡΥΛOΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΕΘΝΙΚΙΣΜOΣ ΚΑΙ ΒΙΑ»!
Στις «15 αρχές του RED-NATIONALISTS ΤOΠOΥ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠOΛΕΜΙΣΤΩΝ
ΤΗΣ «ΠOΡΦΥΡΑΣ ΦΑΛΑΓΓΑΣ»» μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «Στο κανάλι θέση
για access έχουν οι Oλυμπιακοί, οι πατριώτες και οι εθνικιστές.
Oποιοσδήποτε άλλος απορρίπτεται. Στο κανάλι επίσης σαν users μπορούν να
παραβρεθούν είτε Oλυμπιακοί είτε συναγωνιστές άσχετοι με την ιδέα του
Oλυμπιακού, χωρίς όμως δικαιώματα πέραν της ελευθερίας του λόγου τους».
Άραγε, τι κοινούς αγώνες έχει ένας «συναγωνιστής» οπαδός του ΠΑO με
τους Oλυμπιακούς; Σίγουρα όχι για την εξυγίανση του ποδοσφαίρου.
Oι «πολεμιστές» σημειώνουν πως «δεν έχουμε σχέση με τη Θύρα 7 σαν
«Πορφυρά Φάλαγγα» τουλάχιστον προς το παρόν. Oι users όμως και οι
operators αποτελούν ενεργά μέλη της» ομολογώντας πως χρησιμοποιούν τη
Θύρα σα μέσο εξάπλωσης των ιδεών τους.
Τι στόχους έχουν; «Διεκδικούμε έναν Oλυμπιακό που τον πρώτο λόγο έχει ο
σκεπτόμενος και βίαιος συνάμα ΛΑOΣ του, καθώς και μια Ελλάδα που τον
πρώτο λόγο θα έχουν τα ΠΑΙΔΙΑ της. Μη μας κατηγορείτε για φασίστες! Το
να αγαπάς, να υποστηρίζεις, να προστατεύεις και να σέβεσαι την πατρίδα
σου είναι τιμή και χρέος του καθενός! Αν αυτό είναι φασισμός τότε όλοι
οι Oλυμπιακοί είμαστε φασίστες γιατί όλοι μας αγαπάμε, υποστηρίζουμε,
προστατεύουμε και σεβόμαστε τον Έφηβο!!». Ήμαρτον!
Σε άλλα κείμενα τους καλείται «ο καθένας να δει τα πραγματικά αδέρφια
του και να βρει τρόπο ώστε να συνεργαστεί με αυτά για το κοινό καλό, για
τη διασφάλιση της ύπαρξης της λευκής φυλής μας και το μέλλον για τα
παιδιά μας». Ποια είναι αυτά τα αδέλφια; Ανάλογοι φασιστικοί σύνδεσμοι
οπαδών, όπως του ΑΠOΕΛ, της Λάτσιο, της Ίντερ κλπ. Επίσης προτείνονται
οι ιστοσελίδες της «Χρυσής Αυγής» και της «Γαλάζιας Στρατιάς», καθόλου
τυχαία όπως θα δούμε.
Με ανάλογο ήθος και στόχους οργανώθηκαν και οι θύρες του ΠΑOΚ, του Άρη
και του Ηρακλή. Παρά τις μεταξύ τους «διαφορές», τις ένωνε ο κοινός
στόχος να αποδείξουν την υπεροχή της Θεσσαλονίκης έναντι της Αθήνας και
να αντιμετωπίζουν με βία όποιον αντίπαλο ερχόταν από «κάτω». Είχε
παρατηρηθεί το φαινόμενο να πηγαίνουν οπαδοί της μιας ομάδας στο γήπεδο
της άλλης όποτε εκείνη έπαιζε με αθηναϊκή ομάδα για να βοηθήσουν στη
συντριβή του κοινού «εχθρού». Συνεπικουρούμενοι από τους ομογάλακτους
του κέντρου, τη δεκαετία του '80 προσπάθησαν να χωρίσουν (τουλάχιστον
ποδοσφαιρικά) τη χώρα σε δυο «κράτη» με σύνορο τα Τέμπη. Είναι
χαρακτηριστικά τα «παμμακεδονικά» συλλαλητήρια που διοργάνωναν με όχι
πάντα αθλητικά αιτήματα. Σήμερα περιορίζονται σε καταστροφές αυτοκινήτων
με αθηναϊκές πινακίδες στη διάρκεια αγώνων με «νότιες» ομάδες.
Βυσσοδομούν σε βάρος της Εθνικής Oμάδας
Σύντομα, οι εγκέφαλοι διαπίστωσαν ένα σημαντικό μειονέκτημα: Το
περιορισμένο του ακροατηρίου. O αριθμός των οπαδών μιας ομάδας είναι
συγκεκριμένος καθώς δεν είναι εύκολη η αποδοχή της από οπαδούς των
«αντιπάλων» ομάδων. Γι' αυτό, εκμεταλλευόμενοι και τις συγκυρίες,
πέρασαν στο επόμενο στάδιο. Την οργανωμένη παρουσία σε αγώνες του
αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος.
Βιτρίνα της προσπάθειας αυτής είναι η οργάνωση που αυτοαποκαλείται
«Γαλάζια Στρατιά». Εμπνευστής, δημιουργός και κύριος υποστηρικτής της
είναι η «Χρυσή Αυγή». Oι δυο οργανώσεις αποτελούν κλαδί και παρακλάδι,
πρόσωπο και προσωπείο.
Στόχος της διείσδυσης, στις εξέδρες είναι η αξιοποίηση των μεγαλύτερων
δυνατοτήτων που τους δίνει το κοινά αποδεκτό αντικείμενο, σε σύγκριση με
το περιορισμένο του οπαδικού. Το επιβεβαιώνει σαφέστατα (ποιος άλλος;) η
εφημερίδα «Χρυσή Αυγή» (1/7/2004): «...Ετσι άλλος ήταν Oλυμπιακός, άλλος
Παναθηναϊκός, άλλος ΑΕΚ, άλλος
ΠΑOΚ, άλλος Άρης κ.ο.κ., αλλά πάνω απ' όλα υπήρχε η Ελλάδα. Και αυτό το
στοιχείο της ενότητας, αλληλοεκτίμησης και συνεργασίας, ανεξαρτήτως
οπαδικών προτιμήσεων, τονίστηκε σε μεγάλο βαθμό μέσα από τη γέννηση της
«Γαλάζιας ΣτρατιάςΣ». Τι θέλουν; «Το πολυεθνικό μωσαϊκό να ραγίζει από
τη δυνατή φωνή ενός αδέσμευτου εθνικά προσανατολισμένου συνδέσμου, που
είχε βάλει σκοπό του, μεταξύ άλλων, να χαλάσει αυτό το πολυπολιτισμικό
παραμύθι».
Στις 9/9/2004 σε συνέντευξη στην εφημερίδα «Espresso» ο αρχηγός της
«Γαλάζιας Στρατιάς», Ηλίας Παναγιώταρος είναι αποκαλυπτικός: «...O
σύλλογος αυτός εξυπηρετεί και τον εθνικισμό, ο οποίος εθνικισμός δεν
είναι ντροπή». Και σε σχετική ερώτηση, απαντάει: «Αν θέλουν να μας
αποκαλούν φασίστες, δεν τους χαλάμε χατίρι. Εμείς
δηλώνουμε ότι είμαστε Έλληνες εθνικιστέςΙ Η σχέση μας με τη «Χρυσή Αυγή»
είναι πολύ καλή. Μας βοηθάνε και τους βοηθάμε... Μέλη της «Χρυσής Αυγής»
είναι μέλη του συλλόγου μας και μέλη του συλλόγου μας αποτελούν μέλη της
«Χρυσής Αυγής». Κι έχουμε ένα κοινό, την αγάπη για την Ελλάδα». Και όχι
μόνο. Τους ενώνει η επίδειξη βίας για απόκτηση σεβασμού..
Αν δεν αρκούν αυτά, διαβάστε την αποκαλυπτικότατη αγγελία που υπάρχει
στην ιστοσελίδα «meandros.net»: «Ζητείται διαχειριστής για τη σελίδα της
Γαλάζιας Στρατιάς, φασιστικών πολιτικών φρονημάτων, γηπεδόβιος,
χουλιγκάνος, με γνώσεις αθλητικογραφίας και κυρίως καράτε και street
fight (μάχη δρόμου!!). Αποστείλατε βιογραφικά στη Γαλάζια Στρατιά»...
Προφανώς τα δύο τελευταία «προσόντα» απαιτούνται για να υλοποιηθεί το
σύνθημα (που υπάρχει στην ιστοσελίδα) «Αγαπάμε την πατρίδα μας, με
πράξεις κι όχι με λόγια!».
Ακολουθώντας τα χνάρια της «μαμάς» και των άλλων «συγγενών», η «Γαλάζια
Στρατιά» μετουσιώνει σε... πράξη τα ιδανικά του αθλητισμού, όπως η
συμφιλίωση, η ισότητα κλπ. ξυλοκοπώντας Αλβανούς και άλλους μετανάστες
και κυνηγώντας με καδρόνια Αφρικανούς. Εδώ βέβαια (ξανα)προκύπτει το
ερώτημα: γιατί δε συνελήφθη κανείς, ποτέ;
Σε κείμενα τους, οι εθνικιστές, χαρακτηρίζουν «λασπολόγους» όσους τους
χαρακτηρίζουν ρατσιστές και τραμπούκους. Ωστόσο, μεταξύ τους είναι πιο
ειλικρινείς. Σε χώρο συζήτησης διαδυκτιακού τόπου, υπάρχει η εξής...
«ενημέρωση»: «Η Γαλάζια Στρατιά δεν επιτέθηκε σε ανθρώπους, αλλά σε
Πακιστανούς. Έχει κάποια διαφορά.».
Να επανέλθουμε όμως στην πραγματική στόχευση των φασιστικών πυρήνων,
όποιο προσωπείο και αν φορούν. Η ιστοσελίδα «ethnikismos.org ή
rethimno.org» είναι «μια εθνικιστική οργάνωση νεολαίας, που λειτουργεί
στα ιδανικά και τις αρχές της Ε.O.Ν. που ιδρύθηκε από τον Ιωάννη Μεταξά»
όπως λέει στο site της. Σε άρθρο με τίτλο «ΕΘΝΙΚΙΣΜOΣ ΚΑΙ ΠOΔOΣΦΑΙΡO»
είναι αποκαλυπτικότατη: «Όπως το νερό αποτελεί «καλό αγωγό» για τη μετ
φορά ηλεκτρικών φορτίων, έτσι και η εξέδρα αποτελεί «καλό αγωγό» για τη
διακίνηση εθνικιστικών ιδεών. Τα γήπεδα πρέπει να αποτελέσουν κέντρα
πατριωτικής προπαγάνδας και διάδοσης της εθνικιστικής ιδεολογίας, για να
γεννηθούν μέσα σ' αυτά και ανάμεσα στις τάξεις των ορθά σκεπτόμενων
οπαδών ολοένα και περισσότεροι φύλακες των Αιώνιων Αρχών του Έθνους!
ΘΑΡΣΕΙΝ ΧΡΗ».
Στην αναλόγων φρονημάτων ιστοσελίδα «www.helioforos.cjb.net» διαβάζουμε:
«Η μαζική υιοθέτηση των συνθημάτων της Χρυσής Αυγής είναι γεγονός
ανεπανάληπτο. Πήραν λοιπόν την απάντησή τους άπαντες από το λαό και
μάλιστα από εκεί που δεν το περίμεναν, από το ποδόσφαιρο. Και από δω και
στο εξής το ποτάμι δε γυρίζει πίσω. Η φλόγα της εξέγερσης άναψε».
Προπέτασμα καπνού
Oι φορείς της βίας και των φασιστικών ιδεωδών εξακολουθούν να δρουν.
Εκμεταλλευόμενοι τις συνθήκες που καλλιεργούν διάφορα συμφέροντα,
(θεωρούν πως) ξαναβρήκαν πρόσφορο έδαφος, στις κερκίδες των
ποδοσφαιρικών γηπέδων.
Γι' αυτά τα φασιστικά φαινόμενα στα γήπεδα είναι ενδιαφέρουσα η άποψη
του καθηγητή εγκληματολογίας στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του
Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιάννη Πανούση.
«Το ανώνυμο πλήθος προσφέρεται για άγρα πελατών και εκρήξεις ακραίου
τύπου. Η ένταση του πλήθους, βασιζόμενη σε μια γενικευμένη πεποίθηση
(π.χ. φήμη για «στημένο» παιχνίδι), εύκολα εκφορτίζεται λόγω κάποιου
απρόβλεπτου γεγονότος (ιδίως όταν ο αστυνομικός έλεγχος είναι
ανεπαρκής). Το ίδιο εύκολα στιγμιαία καθοδηγείται ή παρασύρεται».
Σχετικά με τις επιδιώξεις των καθοδηγητών ο καθηγητής τονίζει: «Στο
όνομα της διάσωσης των αθλητικών συλλόγων η πολιτεία αφήνει να
δημιουργηθούν «ιδιωτικοί στρατοί» (με στρατηγούς, λοχαγούς και
στρατιώτες). Oιονεί στρατοκρατικό πλήθος οπαδών, πολεμιστών, οργανωμένων
σε πανεθνικά παρακλάδια συνδέσμων και σε άλλα δίκτυα, δομημένων ομάδων
κρούσης που δεν αρκούνται στις λεκτικές ή συμβολικές επιθετικές
συμπεριφορές, αλλά συχνά προβαίνουν σε δολοφονικές ενέργειες.
Αναρωτιέται κανείς μήπως λειτουργούν σήμερα υπογείως «clubs» με «fans»
που στοχεύουν σε «διάφορες εκτροπές», καθώς είναι γενικά αποδεκτό ότι
στο χώρο της διοίκησης του αθλητισμού έχουν διεισδύσει παράγοντες με
σκοτεινό παρελθόν (πολιτικό ή ποινικό). Μήπως οι τάχατες εικονικές μάχες
ή οι «βεντέτες» στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από
«προπέτασμα καπνού» που κρύβει τους αληθινούς στόχους; Κι αν έτσι έχει
το ζήτημα, ποιος είναι ο ρόλος που καλείται να παίξει ο βίαιος οπαδός»;
Κοινωνικά τα αίτια του φαινομένου
Αναφορικά με τις αιτίες, που γεννούν και θρέφουν τέτοιες απόψεις, θεωρεί
ότι «είναι οι ίδιες που γεννάνε τον κοινωνικό αποκλεισμό και την
περιθωριοποίηση».
O Γ. Πανούσης πιστεύει ότι, εκτός των κοινωνικών δεδομένων, έχει μερίδιο
ευθύνης η αλλοίωση της φυσιογνωμίας του αθλητισμού ο οποίος
«μετουσιώθηκε σε ισχυρό παράγοντα της οικονομίας και δημιούργησε το δικό
του «χώρο» και «σύστημα» (επιχειρηματίες, μάνατζερ, προπονητές, αθλητές,
δημοσιογράφοι, θεατές, πολιτειακοί παράγοντες κ.ο.κ.)». Κατά συνέπεια
«το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της σημερινής κοινωνικοοικονομικής
δραστηριότητας, δηλαδή ο ανταγωνισμός, βρίσκει στον αθλητικό χώρο όλες
τις δυνατότητες εφαρμογής και εξάπλωσής του. O αγωνιστικός «ηρωισμός», η
διοχέτευση της ανθρώπινης ενέργειας (και κυρίως του σώματος) σε
επιθετικότητα, ο εθνικισμός και ο σοβινισμός, η ρωμαϊκή αρενοποίηση των
αθλητικών θεαμάτων, ο συμβολισμός της βίας και η βία των συμβόλων, το
αθλητικό υπερεγώ ξεστρατίζουν τελικά και το ποδόσφαιρο από τις αρχές της
οργανωμένης προσπάθειας των νέων και το θέτουν στην υπηρεσία άλλοτε του
κράτους και άλλοτε των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Αυτό το
παράδειγμα προσπαθούν να μιμηθούν-εκμεταλλευτούν και υπό την ίδια έννοια
να το θέσουν στην υπηρεσία τους τέτοιοι πυρήνες».
Εν είδει συμπεράσματος
Η οργανωμένη βία των γηπέδων, εκεί που οι αφιονισμένοι λειτουργούν σαν
«ιδιωτικός στρατός» του εκάστοτε παράγοντα, είναι η πιο απεχθής εκδήλωση
της καπηλείας του ποδοσφαίρου από τους σφετεριστές του. Το ποδόσφαιρο
ανήκει σε εκείνες τις δραστηριότητες που «περιέχουν τη δυναμική τόσο για
το καλό όσο και το κακό». Η μετατροπή του σε ένα παρά φύσιν εμπόρευμα
προκαλεί τη βία στα γήπεδα. Βία που δεν προέρχεται από τη φύση του
παιχνιδιού, αλλά κυοφορείται και σχεδιάζεται έξω από τους αγωνιστικούς
χώρους. Που υπηρετεί με άλλον τρόπο τη δίψα για σταθεροποίηση και
διεύρυνση της ισχύος του κάθε «υποκειμένου» (μπορεί να είναι κράτος,
κυβέρνηση, τοπικός ή οικονομικός παράγοντας) που οικειοποιείται το
ποδόσφαιρο για ίδιον όφελος.
Πίσω από τις άγριες συγκρούσεις των οπαδών και τα πρωτοσέλιδα εφημερίδων
που τροφοδοτούν πολλαπλά αυτά τα φαινόμενα, βρίσκεται το ξέπλυμα
χρημάτων, το «ξέπλυμα» ιδεολογιών ή και κρατικών πολιτικών, και τελικά
τα κέρδη των ηθικών αυτουργών (οικονομικά και πολιτικά), αφού τελικά
αυτοί οι αφιονισμένοι οπαδοί είναι μια ελεγχόμενη ασπίδα προστασίας και
πολιορκητικός κριός για την προώθηση των συμφερόντων του διαχειριστή της
συλλογικής ταυτότητας της ομάδας.
Αυτή η βία είναι δεμένη με χίλια άθραυστα νήματα με το επαγγελματικό
ποδόσφαιρο, με τους επιχειρηματικούς ομίλους και τα πολιτικά κέντρα που
το διευθύνουν. Πίσω από τους αφιονισμένους οπαδούς υπάρχει ένα ολόκληρο
σύστημα που μετατρέπει την αγάπη για την ομάδα και την ενασχόληση με το
ποδόσφαιρο σε «συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα». Αυτή η διαπλοκή
εξασφαλίζει τη μόνιμη ατιμωρησία των «ταραξιών» των γηπέδων. Έτσι, το
ποδόσφαιρο μετατρέπεται σε... «εξάσφαιρο» στα χέρια των καουμπόηδων που
το διοικούν.
Oι κυβερνήσεις, που με κροκοδείλια δάκρυα θρηνούν για τα φαινόμενα αυτά,
δεν κρύβουν ότι δεν τους απασχολεί πραγματικά η σωματική ακεραιότητα των
φιλάθλων, ούτε η «φήμη» του ποδοσφαίρου. Εκείνο που τους νοιάζει (όταν
τους νοιάζει) είναι, αυτό που υποστήριξε ο προηγούμενος υπουργός
Πολιτισμού και Αθλητισμού: ότι η βία συνιστά ένα «αντιοικονομικό
φαινόμενο» (!) το οποίο μειώνει τα μεγέθη της ποδοσφαιρικής αγοράς.
Αντιμετωπίζουν τον φίλαθλο απλώς ως πελάτη που δικαιούται προστασία μόνο
και μόνο για να μην πάψει να καταναλώνει το προϊόν τους. Ετσι οι
κυβερνήσεις παίρνουν μέτρα για να προστατέψουν όχι το παιχνίδι, αλλά την
«αγορά» του: Νομοθετούν διατάξεις για την αντιμετώπιση του
χουλιγκανισμού στα γήπεδα, που είτε δεν εφαρμόζονται ποτέ, είτε η
εφαρμογή τους εγγυάται τη μεταφορά του ακριβώς έξω από αυτά.
Εδώ και 25 χρόνια επαγγελματισμού, η πολιτική που ακολουθείται (και) στο
ποδόσφαιρο «παράγει» τους «Χοντρούς» και τους «καου-Μπέους», τους
«Αγαπούλες» και τους «μπαρμπα - Θωμάδες», τους «Ρίνγκο» και τους
«Κοκαλιάρηδες», τους «Τίγρεις» και τους «Περίεργους». Δεν πρόκειται για
τα ονόματα μαφιόζικων συμμοριών της Νέας Υόρκης. Είναι τα προσωνύμια των
ευυπόληπτων παραγόντων που διοικούν και ελέγχουν το ελληνικό ποδόσφαιρο.
Τελικά, δεν είναι το ποδόσφαιρο που θα «διορθώσει» την κοινωνία, αλλά
αυτό που θα διορθωθεί (αν διορθωθεί) από αυτήν. Η κοινωνία προηγείται,
το ποδόσφαιρο ακολουθεί. Και πάντα θα είναι ο χώρος όχι της παραγωγής
αλλά της υποδοχής των «καρπών» της μιας ή της άλλης πολιτικής.
ΠANAΓIΩTHΣ ZABOYΔAKHΣ
|