|
«Ξένοι επενδυτές» στο Ιράκ
Στα μέσα Δεκεμβρίου ανακοινώθηκε ότι το «Κλαμπ του Παρισιού» στο
οποίο συμμετέχουν οι 19 πιο εύρωστες χώρες του πλανήτη, απάλλασσε το
Ιράκ από το 80% του τεράστιου οικονομικού του χρέους, για να βοηθήσει
την οικονομία του να ορθοποδήσει. Δεν έλειψαν οι πανηγυρικοί εκείνη την
ημέρα, κοντέψαμε σχεδόν να πιστέψουμε ότι «οι δυτικοί τραπεζίτες έχουν
καρδιά»! Κοιτώντας όμως κάτω από την επιφάνεια θα ανακαλύψουμε ότι η
διαγραφή των χρεών δεν είναι χριστουγεννιάτικο δώρο προς τον ιρακινό
λαό, αλλά δούρειος ίππος αφού έρχεται με ένα βαρύτατο όρο: Το 60% του
χρέους θα διαγραφεί μόνο όταν η «ανεξάρτητη» κυβέρνηση του Ιράκ
συμφωνήσει να ανοίξει όλους τους φυσικούς πόρους της χώρας σε ξένους
επενδυτές. Το υπόλοιπο 20% θα διαγραφεί τρία χρόνια μετά, αφού οι
ρυθμίσεις «ιδιωτικοποίησης» επιβεβαιωθούν στην πράξη.
Το χρέος του Ιράκ δημιουργήθηκε την περίοδο 1981-1989, όταν η χώρα
δανειζόταν τεράστια ποσά για να χρηματοδοτεί τον πόλεμο κατά του Ιράν.
Πιστωτές ήταν οι ΗΠΑ αλλά και οι περισσότερες χώρες του Κόλπου. Το
τέλος του πολέμου βρήκε την ιρακινή οικονομία σε συντρίμμια και την
πετρελαϊκή βιομηχανία του Ιράκ να υποφέρει από την καταστροφή των
υποδομών και τη χαμηλή τιμή πετρελαίου. Η εισβολή στο Κουβέιτ φάνηκε στο
Σαντάμ μια καλή διέξοδος, αφού ταυτόχρονα θα μείωνε το χρέος του, θα
αύξανε την πετρελαϊκή του παραγωγή και τον έλεγχο επί των διεθνών τιμών
και θα απασχολούσε την κοινή γνώμη και το στρατό, αλλά αντί για όλα αυτά
ήρθε η καταστροφή και το εμπάργκο. Ως το 2002 ουσιαστικά το Ιράκ πωλούσε
μικρές ποσότητες πετρελαίου για να αγοράζει τρόφιμα, φάρμακα και να
πληρώνει πολεμικές αποζημιώσεις στο Κουβέιτ, ενώ το χρέος εξακολουθούσε
να συσσωρεύεται και να τοκίζεται.
Το χρέος συνεπώς δεν το δημιούργησε ο ιρακινός λαός αλλά ένας
δικτάτορας που διεξήγαγε δεκαετή πόλεμο με την υποστήριξη των δανειστών
του. Αν μάλιστα οι δανειστές δεν είχαν χρηματοδοτήσει τον πόλεμο με το
Ιράν, οι Ιρακινοί δεν θα πενθούσαν εκατομμύρια συγγενείς και φίλους.
Τώρα, για να αποπληρώσουν αυτό το παράνομο χρέος πρέπει να παραδώσουν
τους φυσικούς πόρους της πατρίδας τους (κυρίως το πετρέλαιο) στις
πολυεθνικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ. Σύμφωνα με το άρθρο 26 του συντάγματος
που επέβαλαν στη χώρα, οι αποφάσεις με βαθμό νόμου του πρώην διοικητή
του Ιράκ Τζακ Μπρέμερ θα παραμείνουν σε ισχύ, χωρίς η μεταβατική ή
οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση να μπορεί να τις τροποποιήσει. Ανάμεσά
τους, ξεχωρίζει η «Διαταγή 39» η οποία ορίζει η βιομηχανία και η
οικονομία της χώρας γενικότερα είναι ανοιχτή στους ξένους επενδυτές. Oι
εκλογές της 30ης Ιανουαρίου, εφόσον διενεργηθούν, θα σημαίνουν
νομιμοποίηση της διαδικασίας, και συνεπώς οριστική δέσμευση των Ιρακινών
σε αυτήν.
Η προσπάθεια της Δύσης να βάλει στο χέρι τους πόρους της Ανατολής δεν
είναι πρωτοφανής. Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα η αποικιοκρατία σαρώθηκε
με πολύ κόπο και αίμα, χάρη σε δεκάδες μικρούς και μεγάλους
εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες στην Ασία και την Αφρική. Πριν περάσει
άλλος μισός αιώνας από τότε που η Βρετανία υποχρεώθηκε να παραδώσει το
τελευταίο της χωράφι στη Μέση Ανατολή, τη διώρυγα του Σουέζ, η Δύση
επιστρέφει κρατώντας ξανά το μαστίγιο του αποικιοκράτη.
Και μια ενδιαφέρουσα υποσημείωση: Oι ρυθμίσεις που αναφέρθηκαν
παραπάνω «χαρίζουν» το 80% του χρέους. Παραμένει λοιπόν ακόμα ένα 20%
προς εξόφληση.
Παρά το Ελντοράντο του ιρακινού πετρελαίου που ανοίγεται μπροστά
τους, οι δυτικοί τραπεζίτες δεν αντέχουν να μην ακούσουν τον ήχο του
ρευστού να πέφτει στις τσέπες τους.
|