|
«Παράξενος χειμώνας μπαίνει, παράξενη εποχή» έλεγε ένα όχι και τόσο
παλιό τραγούδι. Αυτό ήταν το πρώτο που μας ήρθε στο μυαλό μαθαίνοντας
πως το έμπα της νέας χρονιάς αντί να μας φέρει χαρμόσυνες ειδήσεις, μας
πήρε ένα κόσμημα από την πόλη μας. Σαν κεραυνός έπεσε το θλιβερό μαντάτο
πως ο Δημήτρης Αθ. Κρίνος άφησε την Ερμούπολη που τόσο αγάπησε και τόσο
αγαπήθηκε από αυτή.
Η στήλη θα προτιμούσε ν' αφήσει το χώρο που της παραχωρεί η «Άποψη»
κενό ή, έστω, να γράψει ένα στερνό «γεια χαρά». Όμως, ένας λευκός χώρος
στην εφημερίδα δεν είναι και τόσο όμορφο θέαμα. Έτσι, θα προσπαθήσουμε
να καλύψουμε το κενό και της εφημερίδας αλλά κυρίως εκείνο που μας άφησε
η αναχώρηση του κυρίου Μίμη.
Υπάρχουν δεκάδες κατάλληλοι να μιλήσουν για την προσωπικότητα, το
ήθος και κυρίως το έργο του εκλιπόντος. Ο γράφων δεν συγκαταλέγεται σ'
αυτούς. Το μόνο που θα μπορούσε με παρρησία να ψελλίσει είναι λίγα λόγια
για τον Άνθρωπο Δ. Κρίνο έτσι όπως ο ίδιος τον βίωσε. Κάτι σαν ένα
στερνό κατευόδιο.
Το καλοκαίρι του 1980 ένας έφηβος, έπιασε δουλειά σαν σερβιτόρος στο
«Πάνθεον» για να βγάλει το χαρτζιλίκι του. Ανάμεσα στους καθημερινούς
πελάτες ήταν κι ένας δικηγόρος που οι φίλοι του τον φώναζαν κύριο Μίμη.
Πάντα ερχόταν κι έφευγε βιαστικός καπνίζοντας ένα μισοσβησμένο πούρο.
Απ' όλους τους πελάτες έκανε εντύπωση στο νεαρό η ευγένεια εκείνου του
κυρίου απέναντι σ' έναν άπειρο σερβιτόρο ο οποίος ουκ ολίγες φορές
μπέρδευε μέσα στο σάστισμα του τις παραγγελίες και του πήγαινε λάθος
καφέ. Ο νέος πήρε έτσι τα πρώτα μαθήματα σεμνότητας και απλότητας που
μόνο άνθρωποι με μεγάλο ειδικό βάρος μπορούν έμπρακτα να διδάξουν.
Ο καιρός κύλησε και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου κι ο έφηβος έφυγε για
σπουδές. Ένα παγωμένο απόγευμα του Δεκέμβρη του 1981 χαιρέτισε την
οικογένεια του και φορτωμένος ένα σάκο περπάτησε προς το λιμάνι. Μπροστά
από το κτίριο της Εμπορικής Τράπεζας ο ασθμαίνων «φοιτητής» συνάντησε
μετά από καιρό εκείνο τον δικηγόρο ο οποίος τον ρώτησε πού πηγαίνει.
Μόλις έμαθε το λόγο του ταξιδιού, ο κύριος Μίμης έσφιξε το χέρι του
νεαρού και του ευχήθηκε καλή πρόοδο. Ο γεμάτος φόβο για το άγνωστο
μέλλον νεαρός ένοιωσε σα ν' αποχαιρετούσε τον πατέρα του για δεύτερη
φορά μέσα σε λίγη ώρα. Στα χρόνια που πέρασαν αρκετές φορές εκείνος ο
νεαρός θεωρούσε πως η ευχή αυτού του «ξένου» τον συνόδευε και παραμέριζε
τα εμπόδια που έμπαιναν στο δρόμο του.
Σχεδόν 20 χρόνια μετά, ο πάλαι ποτέ φοιτητής επέστρεψε στο νησί. Είχε
δει πολλούς παλιούς γνωστούς ωστόσο όταν ξαναείδε τον κύριο Μίμη και
χαιρετήθηκαν ένοιωσε πως επιτέλους ξαναγύρισε σπίτι.
Τα χρόνια που ακολούθησαν τον συναντούσε στο δρόμο. Τώρα πια ο
ηλικιωμένος κύριος Μίμης τον αποκαλούσε «κύριο» και του μιλούσε στον
πληθυντικό. Μιλούσαν για τα κείμενα που διάβαζαν κι αντάλλασσαν απόψεις.
Οι κριτικές παρατηρήσεις του έμπειρου αρθρογράφου, οι οποίες δινόταν
πάντα με συστολή δυσανάλογη προς το ειδικό του βάρος, αποτελούσαν πάντα
πολύτιμη βοήθεια για τον νεώτερο συνομιλητή του. Με την ίδια συστολή ο
κύριος Μίμης του πρόσφερε το υπέροχο βιβλίο του δείχνοντας περίπου πως η
ανάγνωση του από κάποιον με τη μισή του ηλικία και λιγότερο από το ένα
χιλιοστό των ικανοτήτων του αποτελούσε γι' αυτόν ύψιστη τιμή. Το
τελευταίο διάστημα οι δυο άνδρες συναντιόταν σχεδόν καθημερινά τα
μεσημέρια που ο νεώτερος έφευγε από το γραφείο του κι ο κύριος Μίμης
επέστρεφε στο σπίτι του μετά από μια επίσκεψη στους γιατρούς του ή έναν
περίπατο. Μάλιστα, λίγες μέρες πριν τις γιορτές ευχήθηκαν ο ένας στον
άλλο και υποσχέθηκαν να τα ξαναπούν με το νέο έτος. Όμως, ο κύριος Μίμης
δεν τήρησε αυτή του την υπόσχεση. Ξεκίνησε μόνος το ταξίδι του στην
αιωνιότητα.
Ο Δημήτριος Αθ. Κρίνος ήταν ένας εξαιρετικός ΑΝΘΡΩΠΟΣ (με κεφαλαία
όλα τα γράμματα της λέξης). Αποτελούσε τιμή για την πόλη μας. Της
πρόσφερε πολλά χωρίς να πάρει πολλά από αυτή. Στο βαθμό που γνωρίζουμε,
δεν είχε δική του οικογένεια. Οικογένεια του ήταν όλοι οι κάτοικοι αυτής
της πόλης που τόσο αγάπησε και ύμνησε. Ίσως γι' αυτό του αξίζει η
ανταπόδοση. Την ιδέα της ονοματοδοσίας ενός δρόμου αυτός ο σεμνός
άνθρωπος μάλλον θα την απέκρουε. Ωστόσο θα ήταν το λιγότερο που θα
μπορούσε να κάνει μια δημοτική αρχή: να τιμήσει αυτούς που πραγματικά
αξίζει να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι. Να
τιμήσει τον άνθρωπο που δίκαια αποκλήθηκε ο «τελευταίος Ερμουπολίτης».
Το χρέος όλων εμάς είναι να θυμόμαστε το διακριτικό του πέρασμα από αυτή
την πόλη. Γιατί κανένας δεν πεθαίνει πραγματικά όσο υπάρχουν άνθρωποι
που τον θυμούνται.
Είναι ανθρώπινη αδυναμία η θλίψη που μας φέρνει μια τέτοια απώλεια.
Ωστόσο, αν καταπνίξουμε την εγωιστική μας θλίψη, θα πρέπει μάλλον να
νοιώθουμε χαρά που ένας Κρίνος ανθίζει τώρα στους κήπους τ' ουρανού.
|