Η ψυχρολουσία της (αυθωρεί μετεκλογικής) αμερικανικής αναγνώρισης της
FYROM ως «Δημοκρατίας της Μακεδονίας», δηλ. με την ονομασία του
εσωτερικού της συντάγματος, έφερε στην επιφάνεια χρόνια παθολογικά
συμπτώματα του πολιτικού μας βίου. Αυτή καθαυτή η ουσία του ζητήματος ως
προβλήματος της εξωτερικής μας πολιτικής ήταν περιορισμένης σημασίας.
Αφού ήδη, ανεξαρτήτως της επίσημης διεθνούς εκκρεμότητάς του, στη διεθνή
πράξη είχε λυθεί υπέρ της άνευ περαιτέρω προσδιορισμών ονομασίας
«Μακεδονία». Και αφού, από την άλλη μεριά, οποιεσδήποτε ενδόμυχες
αλυτρωτικές, εις βάρος της ελληνικής Μακεδονίας, βλέψεις των πολιτικών
ηγεσιών και των υπηκόων της γείτονας χώρας (αρνούμαι, κατά παράβαση της
αρχής της νομικής ισοτιμίας των πολιτειακών υποκειμένων του διεθνούς
δικαίου, να την αποκαλέσω «κρατίδιο») προσκρούουν αφενός στην οικονομική
αδυναμία και στην, εξαιτίας του ελλείμματος της εσωτερικής ενότητας και
εθνικής ομοιογένειας, πολιτική καχεξία της και αφετέρου στην έλλειψη
οποιουδήποτε εθνολογικού υποβάθρου αμφισβητήσεως της εντός των ορίων της
ελληνικής επικράτειας Μακεδονίας. Όπου κατοικούν πλέον, γηγενούς η
προσφυγικής προελεύσεως, αμιγώς ελληνικής συνειδήσεως πληθυσμοί.
Δε στερείται, βέβαια, η πρώτη πολιτική κίνηση του αναβαπτισμένου στη
λαϊκή εμπιστοσύνη προέδρου Μπους ουσιώδους συμβολικού νοήματος. Και το
νόημα αυτό συνιστά οπωσδήποτε πλήγμα στο γόητρο της Ελλάδας. Αφού
εκφράζει την αποδοκιμασία της μόνης υπερδύναμης προς ό,τι, ως μη όφειλε,
αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της βαλκανικής εξωτερικής μας πολιτικής
τα τελευταία δέκα πέντε χρόνια. Είναι δικό μας λάθος πως επιλέξαμε να
προμαχήσουμε, επενδύοντας σ' αυτήν ολόκληρη την εθνική μας φιλοτιμία,
μιας υπόθεσης μικρής ουσιαστικής σημασίας και εκ των προτέρων χαμένης.
Στα συλλαλητήρια και στις «εθνικές εξάρσεις» των αρχών της δεκαετίας του
1990 ανιχνεύονται οι αφετηρίες της «σφαλιάρας» του Νοεμβρίου του 2004.
Ποιος φταίει; Θα ήταν αφελές και απλουστευτικό ακόμη και για τον
υπογράφοντα, οπαδό, ως γνωστόν, της ικανότητας καταλογισμού και του
υπευθύνου του κυρίαρχου λαού, να θεωρήσει αποκλειστικώς υπεύθυνη τη
μαζικώς, δια συλλαλητηρίων και καταθλιπτικών δημοσκοπικών πλειοψηφιών,
εκδηλωμένη κοινή γνώμη. Ή να προσθέσει απλώς στους υπευθύνους τους
αυτοσχέδιους κι ερασιτέχνες ρασοφόρους ή διανοούμενους υποκινητές της.
Πού, όπως ακριβώς το 1897 και το 1955, συνέπραξαν αναρμοδίως, στην
«εθνική μας τύφλωση». Πλάι στον, κατά τον εθνικό μας ποιητή, «πάντοτ'
ευκολοπίστευτο» λαό και τους κυμαινόμενης καλής προαιρέσεως κι ευφυΐας
περιστασιακούς ρυθμιστές των «εθνικών μας θεμάτων», ένα τεράστιο μερίδιο
ευθύνης βαραίνει τους πολιτικούς μας. Πλην του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη
ατομικώς και της διαφόρων αποχρώσεων αριστεράς. Η οποία, περισσότερο από
την ιδεολογική αντιεθνικιστική της προκατάληψη και λιγότερο από ψυχρό
υπολογισμό των προοπτικών του, κράτησε αποστάσεις από τον τότε
μακεδονικό εθνικό πυρετό. Η υπόλοιπη πολιτική μας ηγεσία νεοδημοκρατική
και ποσοκική, έσπευσε να ενισχύσει, ως θλιβερή καιροσκοπική
οπισθοφυλακή, την εκλογικώς προσοδοφόρα μακεδονική μέθη. Για να την
κατευνάσει, εν συνεχεία της εκλογικής της αξιοποίησης, υπό την εκδοχή
του κυβερνητικού ΠΑΣOΚ, με τη μεταβατική «ενδιάμεση συμφωνία» του 1995.
Τόσο, εντούτοις, το επί μακρόν έκτοτε κυβερνήσαν ΠΑΣOΚ όσο και η από του
περασμένου Μαρτίου κυβερνώσα Νέα Δημοκρατία δεν τόλμησαν να προχωρήσουν
στην προβλεπόμενη ως οριστική συναινετική με διαπραγματεύσεις, λύση της
εκκρεμότητας. Ελπίζοντας στην αρχή «Oυδέν μονιμότερο του προσωρινού».
Που, όμως, επί της διεθνούς πολιτικής ισχύει μόνο υπέρ των ισχυρών και
των κρατούντων. Όχι κι αντιστρόφως. Τώρα η ενώπιον του πολιτικού κόστους
«φοβία» η θωπεία του λαϊκού συναισθηματισμού, οδήγησε στο ράπισμα της
αμερικανικής αναγνώρισης. Που θα είναι άδικο, αν μη τι άλλο, με το
κριτήριο της διάρκειας της καιροσκοπικής αδράνειας, να το επωμιστεί
αποκλειστικώς η κατά τη στιγμή της εξαπόλυσής του κυβερνώσα Νέα
Δημοκρατία.
Η αρνητική κατανομή των επί της, αμερικανικής κατασκευής και
προελεύσεως, εθνικής μας ταπεινώσεως μεριδίων έχει προκαλέσει, τις
ημέρες αυτές, έναν άνευ προηγουμένου ευτελισμό του πολιτικού διαλόγου
και της κομματικής αντιπαράθεσης στη χώρα μας. Oι κατεξοχήν υπαίτιοι του
ολέθριου, όπως αποδείχτηκε, δεκαετούς «κατενάτσιο» μέμφονται τους
αντιπάλους τους για αδράνεια και έλλειψη αντιδράσεων σε πιθανολογούμενα
έγκαιρα προανακρούσματά της, κατά το Διονύση Σαββόπουλο, «μπουστιάς».
Σαν να υπήρχε περιθώριο ή δυνατότητα ν' αλλάξει, μέσα σε λίγες ημέρες, η
προφανώς προ πολλού ειλημμένη αμερικανική απόφαση. Και οι κυβερνώντες
ξορκίζουν την κακορίζικη σύμπτωσή της με την έναρξη της κυβερνητικής
τους θητείας, αναμιμνησκόμενοι του «ενδοτισμού» της αξιωματικής
αντιπολίτευσης έναντι του σχεδίου Ανάν! Χωρίς, ωστόσο, να παραδίδουν
ταυτόχρονα (με διαγραφή ή άλλη κύρωση) στο εξώτερο εθνικό πυρ τον
ενωρίτερα και σαφέστερα και αυτού του αρχηγού της αξιωματικής
αντιπολίτευσης επιδοκιμάσαντα το σχέδιο Ανάν επίτιμο πρόεδρό τους!!!
Που, τουλάχιστον, στο θέμα των Σκοπίων (αλλά και στο θέμα του σχεδίου
Ανάν), ξεπέρασε και των μεν και των δε την αφροσύνη και την ατολμία!
Πάλι καλά που αποκλείουμε τα συλλαλητήρια, ψελλίζουμε, στα διαλείμματα
των τηλεοπτικών κοκορομαχιών, και καμιά κουβέντα για «εθνική συναίνεση»
και δεν τρέχουμε πια λαχανιασμένοι πίσω από θερμοκέφαλους παπάδες,
ανεύθυνους καφενορήτορες και ηρωικούς μακεδονομάχους τύπου Σαμαρά,
Παπαθεμελή ή Κανέλλη!
Με τον κίνδυνο να γίνει μονότονη, η στήλη τούτη θα θυμίσει πως από
τότε που είδε το φως, στη θερμοκοιτίδα των τότε Μεγάλων Δυνάμεων, το
ελεύθερο ελληνικό κράτος, οι εθνικοί μας στόχοι, είτε (ευλόγως)
επιθετικοί είτε απλώς αμυντικοί, δεν επιτεύχθηκαν με εσωστρεφείς μαζικές
επιδείξεις εθνικής αυτοπεποίθησης και αποκλειστικότητας ή εθνικιστικούς
αυτισμούς. Επιτεύχθηκαν είτε ειρηνικά είτε δια όπλων αλλά πάντοτε σε
συνδυασμό με επιτυχείς διπλωματικούς ελιγμούς, με τον κατάλληλο χειρισμό
των γεωπολιτικών συσχετισμών. Oπωσδήποτε όχι με τη διεθνή μας απομόνωση
ή με την πολυτελή για ένα μικρό, περιορισμένης στρατιωτικής ισχύος και
οικονομικής σημασίας, κράτος προσφυγή σ' εκβιαστική (και γι' αυτό
αντιπαθή και μακροπροθέσμως επιζήμια) χρήση του δικαιώματος αρνησικυρίας
του στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών.
Στους τακτικούς αναγνώστες της παρούσας σελίδας είναι γνωστό ότι το
όντως «βροντερόν» κυπριακό «όχι» στο σχέδιο Ανάν του περασμένου
Απριλίου, όσο συναισθηματικά κατανοητό κι αν είναι, δεν αποτελει γι'
αυτήν ιδανικό τακτικό χειρισμό όχι μόνο του ίδιου του κυπριακού αλλά της
εν γένει θέσης της Ελλάδας και της Κύπρου στην τρέχουσα γεωπολιτική
πραγματικότητα. Όταν με την ουσιαστική υπαναχώρηση του ΑΚΕΛ από το μετ'
επιφυλάξεων «ναι» στο μετ' επιφυλάξεων «όχι» η άρνηση του σχεδίου Ανάν
από τους ελληνοκυπρίους έγινε βεβαιότητα, «μας είχαν ζώσει τα φίδια» για
το πιθανό τόσο ελλαδικό όσο και κυπριακό, κόστος της. Ελπίζουμε να
διαψευστούμε. Και να μην είναι η, όπως γράψαμε στην αρχή, περιορισμένης
σημασίας, επισημοποίησή της στην πράξη γενικευμένης χρήσης της γυμνής
και άκρατης ονομασίας «Μακεδονία» η αφετηρία πολύ σοβαρότερων, δυσμενών
για την Ελλάδα και βλαπτικών για τα εθνικά μας συμφέροντα, εξελίξεων στα
Βαλκάνια και στην εν γένει γεωπολιτική μας ζώνη. Η προσφιλής στη στήλη
αναδρομή σε παρεμφερή ιστορικά προηγούμενα δε μας επιτρέπει, ωστόσο, να
αισιοδοξήσουμε. Το 1922 μια επανάσταση στρατιωτικών, για τον πατριωτισμό
των οποίων δεν επιτρέπονται αμφιβολίες, ξεκίνησε την κάθαρση μιας
εθνικής τραγωδίας μ' ένα, υπό κανονικές συνθήκες, ανατριχιαστικής
υποτέλειας και δουλικότητας αίτημα, μια απαίτηση απόλυτου εξευτελισμού
της εθνικής κυριαρχίας μας: "Το σχηματισμό κυβερνήσεως αχρόου και
εμπνεούσης εμπιστοσύνης εις την Αντάντ" (δηλ. στην τριαδική τότε
πλανηταρχία)! Είχε άραγε άδικο; Ήταν οι εθνικά απεγνωσμένοι επαναστάτες
αξιωματικοί του 1922 εθνικοί μειοδότες και γραικύλοι; Κι είχαν τάχα
δίκιο οι «εθνικά περήφανοι» εκλογείς του Νοεμβρίου του 1920; Πόσο,
άραγε, «εθνικά υπερήφανοι» αισθάνονται οι ίδιοι, δύο (2) μόλις χρόνια
αργότερα, με το μικρασιατικό ελληνισμό κατεστραμμένο, την μικρή και
φτωχή Ελλάδα κατακλυσμένη από πρόσφυγες κι ανίκανη να υπερασπιστεί
αυτοδυνάμως κι αυτά τα προ της μικρασιατικής εκστρατείας σύνορά της; Και
δεν ήταν υπεύθυνοι (πολιτικά βεβαίως, όχι ποινικά) οι λαοπρόβλητοι
εκλεκτοί τους που ενέδωσαν στο «εθνικό γινάτι» της επιστροφής ενός
ανεπιθύμητου στην «Εγκάρδια Συνεννόηση» (Entente) βασιλιά κι αψήφησαν τη
μεταβολή των γεωπολιτικών συσχετισμών στην περιοχή;
Αν όχι η «εθνική συναίνεση» που, στο κάτω-κάτω, δεν μπορεί να γίνει
αντικείμενο καταναγκασμού, ούτε καν αυτού της λογικής και της
σωφροσύνης, τουλάχιστον η υπέρβαση των μικροπολιτικών συμφερόντων και
των συνακόλουθων αντιπαραθέσεων είναι αναγκαία, μολονότι όχι ικανή,
συνθήκη της αβλαβούς διέλευσής μας από την αρξόμενη την προπερασμένη
Πέμπτη εθνική δοκιμασία. Κι αλοίμονο, τουλάχιστον για την ώρα, δεν την
έχουμε διαπιστώσει. |