|
Η κυβερνώσα «Νέα Δημοκρατία» (όπως ακριβώς και το κατά ένα (1) μόλις μήνα πρεσβύτερό της ΠΑΣOΚ) έγινε τριάντα ετών! Η ώρα μιας (κοινοτικώς ακίνδυνης αλλά διόλου πολιτικά αδιάφορης) απογραφής για το κόμμα που ίδρυσε ο θεμελιωτής της Β' Eλληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής έχει φτάσει. Αν η ιστορία μένει ακόμα μακριά από την τρέχουσα, ολίγων μόλις μηνών, κυβερνητική της θητεία, δε συμβαίνει το ίδιο με τα προ της επιστροφής της στην εξουσία, τον περασμένο Μάρτιο, πεπραγμένα της. Τόσο τα κυβερνητικά όσο και τα αντιπολιτευτικά.
Αν πιστέψουμε τα πάντοτε μετ' επιφυλάξεων αναγνωστέα πολιτικά μανιφέστα, η Νέα Δημοκρατία ιδρύθηκε ως υπέρβαση της παραδοσιακής τριχοτόμησης, τόσο παρ' ημίν όσο και αλλού των πολιτικών δυνάμεων σε Δεξιά, Κέντρο, και Αριστερά. «Παραπλανητικές ετικέτες» τη χαρακτήριζε η ιδρυτική της διακήρυξη! Όσο όμως κι αν οι απρόβλεπτες, ιλιγγιώδεις εξελίξεις, που έκτοτε μεσολάβησαν, και στη χώρα μας αλλά κυρίως παγκοσμίως, άμβλυναν αυτές τις διακρίσεις, τουλάχιστον τότε, το 1974, στη μεταπολιτευτική Ελλάδα της επανανακάλυψης των θελγήτρων και των ψευδαισθήσεων της πολιτικής, διατηρούσαν ακέραιο το νόημά τους. Και η επέκεινα της παραδοσιακής Δεξιάς άγρα του Κωνσταντίνου Καραμανλή απέδωσε τη μάλλον πενιχρή συγκομιδή των «αποστατών» του 1965 και μεμονωμένων κεντρώων πολιτευτών, έτοιμων «από καιρό» ιδεολογικά για τη «δεξιά» στροφή τους. O μετά τις εκλογές του 1977 διαμερισμός των ιματίων της κεντρώας ΕΔΗΚ απέδωσε ποσοτικά και ποιοτικά σημαντικές προσχωρήσεις κορυφής αλλά κράτησε δύσπιστη τη μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων της. Που διοχετεύτηκαν στο επί θύραις της εξουσίας ΠΑΣOΚ. Από τότε και μέχρι των εκλογών της 7ης Μαρτίου 2004 η Νέα Δημοκρατία δεν κατάφερε να οικειοποιηθεί το μικρό (κάτω ίσως του 10%) τμήμα του εκλογικού σώματος, για το οποίο της κοινωνικής ευαισθησίας προέχει η σχολαστική προσήλωση στους δημοκρατικούς θεσμούς, η τήρηση των κανόνων του δημοκρατικού παιχνιδιού και η, στο πλαίσιο αυτού, ρεαλιστική διαχείριση των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας. Κι αυτή, όπως μπορώ σήμερα πια να κρίνω, υπήρξε η σκληρότερη αδικία που ο λαός επιφύλαξε στο κόμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή και, αντιστοίχως, η οικτρότερη από τις (ουκ ολίγες) πλάνες του. Τον Κωνσταντίνο Καραμανλή το εκλογικό σώμα απλώς ανέχτηκε, περιβάλλοντάς τον αρχικά (το 1974) με μια πρωτοφανή και αργότερα (το 1977) με μια συρρικνωμένη κι επιφυλακτική εμπιστοσύνη, απλώς ως ασπίδα κατά των επικρεμάμενων τανκς και ως εναλλακτική λύση μιας κερματισμένης κι ανέτοιμης για κυβερνητικές ευθύνες «δημοκρατικής» αντιπολίτευσης. Ως ασφαλή προσωρινή, μεταβατική, λύση προς «αυθεντικότερα» και «γνησιότερα», υποτίθεται, δημοκρατίες μορφές εξουσίας. Πράγματι, απ' ότι συνήθως θεωρείται το αποκορύφωμα του πολιτικού ενεργητικού της Νέας Δημοκρατίας και προβλήθηκε, δικαίως αλλά κατά κόρον εσχάτως, με την ευκαιρία της επετείου, η μεν (αμφίβολης πλειοψηφικότητας κατά τον χρόνο της πραγματοποίησής της) ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πλέον κερδίσει τόση λαϊκή και διακομματική επιδοκιμασία ώστε, αν κι αποτελεί την κορυφαία τομή στην πολιτική ιστορία της χώρας τον εικοστό αιώνα και τον ύψιστο ιστορικό τίτλο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, να μη χρειάζεται ιδιαίτερα εγκώμια. Η έξαρσή της αποτελεί πλέον παράταση ανοιχτών θυρών. Ενώ, από την άλλη μεριά ούτε η «σοσιαλμανία» (μ' αυτό τον αρνητικό εξπρεσιονιστικό όρο είθισται συνοπτικώς ν' αποκαλείται η κρατικοποίηση μεγάλων και κρίσιμων τομέων της οικονομίας) στην περίοδο 1974-1981 ούτε η ματαιωμένη «ιδιωτικοποίηση» αντιστρόφως της περιόδου 1990-1993 οδήγησαν στην ποθούμενη οικονομική ανάκαμψη και στη βελτίωση της οσημέραι επιδεινούμενης καθημερινότητας. Εκείνο όμως που, μολονότι δεν μπορεί ν' αμφισβητηθεί, ουδέποτε αναγνωρίστηκε πανηγυρικά στη Νέα Δημοκρατία είναι η τεράστια συμβολή τόσο του ίδιου του ιδρυτή της όσο και του στελεχιακού δυναμικού της και των διαδοχικών, μέχρι σήμερα, ηγετών της, στην εδραίωση και παγίωση του άψογου, από το 1974 και εφεξής, δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Ασφαλώς και οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις του τόπου έχουν το μερίδιό τους σ' αυτό το επίτευγμα. Το ΠΑΣOΚ γιατί, παρά τις αρχικές, ύποπτες για αυταρχισμό, μαρξιστικές και ποπουλιστικές του αποχρώσεις και τριτοκοσμικές του συνάφειες, αναδέχτηκε τις από του απώτερου 1935 απρόσιτες στις κοινωνικά ριζοσπαστικές πολιτικές δυνάμεις κυβερνητικές ευθύνες και τις άσκησε, χωρίς σημαντικές και προκλητικές αποκλίσεις από τη θεσμική ορθοδοξία. Και η παραδοσιακή αριστερά γιατί παραιτήθηκε, είτε ρητά και επίσημα είτε έστω μόνο σιωπηρά και de facto, από την περιφρόνησή της στην αστική δημοκρατία. Αν όμως η Νέα Δημοκρατία, δηλ. η ελληνική «Δεξιά» δεν επιβεβαίωνε, χωρίς αισθητές εξαιρέσεις, την αφοσίωσή της στους δημοκρατικούς θεσμούς, η δημοκρατία μας δε θα είχε ποτέ αποκτήσει το σημερινό αδιαμφισβήτητο κύρος και έρμα της. Ας μην ξεχνάμε ότι η μεταπολιτευτική μας δημοκρατία (αυτή που κατέλυσε η δικτατορία του 1967) ήταν χωλή ακριβώς γιατί η τότε Δεξιά δεν πίστευε βαθειά, απαρασάλευτα και στο σύνολό της, στη δημοκρατία. Το ότι εξουσιαστικά παράκεντρα (θρόνος, ξένες «προστάτιδες» δυνάμεις, φιλόδοξοι στρατοκράτες) έβρισκαν τρόπους να τη νοθεύουν οφειλόταν στα ελλείμματα δημοκρατικότητας της κοινοβουλευτικής Δεξιάς μας. Αν η Δεξιά αυτή δεν κατεχόταν από τον ψυχροπολεμικό πανικό της κομμουνιστικής απειλής και δεν προέτασσε της συνεπούς εφαρμογής των δημοκρατικών θεσμών την ασφάλεια της κοινωνικής της βάσης ("του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος"), ούτε η κρίση του Ιουλίου του 1965 ούτε η δικτατορία του Απριλίου του 1967 θα ειχαν ενσκήψει στη χώρα. Ε, αυτή τη Δεξιά -νευρόσπαστο και ανδρείκελο οποιουδήποτε εστεμμένου ή ένστολου πραξικοπηματία, αυτή τη Δεξιά που η αμαρτωλή πασοκική νομενκλατούρα επισείει ως «μπαμπούλα» (μάλλον πια για να γελάσεις παρά για να φοβηθείς!) οσάκις «τα βρίσκει μπαστούνια», ο Καραμανλής της μεταπολίτευσης μετέτρεψε, με τη βοήθεια των πικρών δικτατορικών εμπειριών, σε πρότυπο κοινοβουλευτικής παράταξης, στο εκ δεξιών αγκωνάρι μιας υποδειγματικής δημοκρατίας! Θα μου αντιτάξουν κάποιοι εξυπνάκηδες τα εντός της παράταξης αυτής ανέκαθεν στεγαζόμενα βασιλικά ή χουντικά «σταγονίδια». Θα τους απαντήσω τότε κι εγώ ότι ακριβώς η δημοκρατικά ανεπίληπτη συμπεριφορά στελεχών με μοναρχικές καταβολές ή αλισβερίσια με την απριλιανή Χούντα, η αναβάπτιση δηλ. στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ της δημοκρατίας ατόμων με αντιδημοκρατικές προδιαθέσεις συνιστά την πολυτιμότερη προσφορά στη δημοκρατία. Το ότι από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, όπως π.χ. ο Αλέξανδρος Παπαδόγγονας, ο Άγγελος Πνευματικός, ο Ιπποκράτης Σαββούρας, ο Απόστολος Ανδρεουλάκος, διατηρώντας τη βασική ιδεολογική τους συγκρότηση, σέβονται απόλυτα τους κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού αποδεικνύει, περισσότερο ίσως από τις αθρόες "εξ αριστερών" στελεχιακές διευρύνσεις, όπως η "δημοκρατική μεταμόρφωση" της ελληνικής Δεξιάς είναι οριστική και ειλικρινής. Κι αν μόλις χτες μ' έκαναν για μια ακόμη φορά να θυμώσω οι σημαιοφορικές κορώνες του κ. Ψωμιάδη, μου αρκεί για να καλμάρω αφενός η ανάμνηση της μακρότατης και διόλου με το ζόρι τερματισθείσας ποσοκικής θητείας του ομοϊδεάτη του κ. Παπαθεμελή ή η συνεχιζόμενη συγκεκαλυμμένη κολακεία των αντιδραστικών εθνικιστικών ή ρασοφόρων ιδεολογημάτων από τον εισέτι (κι απροκάλυπτο δελφίνο, πλέον!) πασόκο κ. Βενιζέλο (είναι άραγε, τυχαίο ότι και οι τρεις κόμβοι του πρόχειρου τριγωνικού μου παραδείγματος αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς είναι θεσσαλονικείς;).
Δικαιούχοι αυτής της νεοδημοκρατικής δημοκρατικής περγαμηνής είναι, εις ολόκληρον με την επιβλητική φυσιογνωμία του σεπτού ιδρυτή του, όλοι οι διάδοχοί του στην ηγεσία του κόμματος. O Γεώργιος Ράλλης, που ήρε, με τη γνωστή λεβεντιά και αξιοπρέπεια, ως αμνός του "Θεού", το πολιτικό κόστος αυτού του, για πολλούς παραδοσιακούς οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας, ενοχλητικά αιφνίδιου "δημοκρατικού μετασχηματισμού" της Δεξιάς, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, που συνδύασε τις παραδοσιακές ιδεολογικές της ακαμψίες με το σεβασμό στους δημοκρατικούς κανόνες, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, που, εν πολλοίς, καθήρε (αρχάγγελος, γαρ, της συτοκάθαρσης!) τους Ιουλιανούς λεκέδες του ανακαλώντας από την εφεδρεία το φιλελευθερισμό της πολιτικής του αφετηρίας, ο Μιλτιάδης Έβερτ, που προσάρμοσε, έστω και χωρίς εκλογικό αντίκρυσμα, το σαρωτικό λαϊκισμό του στους κανόνες καλής δημοκρατικής συμπεριφοράς, ο Κώστας Καραμανλής, που, διαλεκτικότερος του μεγάλου, συνονόματου εκ πλαγίου προγόνου, κεφαλαιοποίησε σε πάγια λαϊκή εμπιστοσύνη την προσωπική επιμονή, τη σκληρή εργασία και τον κάματο, φυσικό και ηθικό, των αντιπάλων του. Χάρις σ' όλους αυτούς, η διαστολή της σημερινής Νέας Δημοκρατίας από τη "μεγάλη δημοκρατική παράταξη" ή από τις "δημοκρατικές δυνάμεις" (πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας) δεν αποπροσανατολίζει πλέον το εκλογικό σώμα από τα πραγματικά πολιτικά διακυβεύματα του τόπου. Περιορίζεται σε ιστορική και μόνο σημασία. Στην πολιτικά αδιάφορη και ανιαρή πλέον γενεαλογία του πολιτικού σκηνικού του παρόντος. Αν και ως προς αυτήν δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι στον ταραγμένο πολιτικό μας μεσοπόλεμο το τότε απεριφράστως μοναρχίζον και επιφυλακτικό έναντι της αβασίλευτης δημοκρατίας Λαϊκό Κόμμα της Δεξιάς υπήρξε το λιγότερο απ' οποιοδήποτε άλλο βεβαρυμένο με σκιές άμεσης ή έμμεσης αμφισβήτησης της ουσίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Oύτε κινηματίες ούτε δικτάτορες, αμετανόητους ή ανανήψαντες και προαχθέντες μεταπολεμικώς σε μελαψά (έφιππα) σύμβολα της Δημοκρατίας, εξέθρεψε.
Πέραν λοιπόν του, μέχρις ενός σημείου, σχεδόν, μοναχικού, ευρωπαϊκού άθλου της, κυρίως γι' αυτή τη διαρκή αντοχή στη δημοκρατική δοκιμασία η Νέα Δημοκρατία δικαιούται, αν όχι οπωσδήποτε της ψήφου μας, τουλάχιστον της τιμής και του σεβασμού μας.
Υ.Γ.: Το πιο πάνω άρθρο αποτελεί, νομίζω, σαφή δήλωση αλλά και πλήρη αιτιολογία της συμμετοχής μου στον εορτασμό της τριαντακονταετούς λειτουργίας της Νέας Δημοκρατίας. Σ' όσους λοιπόν αναρωτήθηκαν γιατί δεν παρέστην στον τοπικό εορτασμό, που έγινε στις 16 Oκτωβρίου, οφείλω μια εξήγηση. Η εξήγηση αυτή καθίσταται ακόμη περισσότερο αναγκαία γιατί κεντρική ομιλήτρια στον τοπικό εορτασμό ήταν η βουλευτής κ. Σοφία Βούλτεψη. Μία πολιτικός που βαθειά εκτιμώ για την ποιότητα του πολιτικού της λόγου κι ενδιαφερόμουνα πολύ ν' ακούσω. Την παρουσία μου όμως κατέστησε αδύνατη το ακόλουθο ζήτημα προσωπικής αξιοπρέπειας. Στην οποία να μου επιτραπεί ν' αποδίδω πάντοτε πρωταρχική σημασία:
Δεν έλαβα πρόσκληση συμμετοχής στην εορταστική εκδήλωση. Αν ήμουν ένας απλός πολίτης, μια τέτοια πρόσκληση θα ήταν, βέβαια, περιττή. Θ' αρκούσε η ενημέρωσή μου για την εκδήλωση από τα τοπικά ΜΜΕ και τις αφίσες που κολλήθηκαν στην πόλη. Είμαι όμως δημοτικός σύμβουλος της Ερμούπολης εκλεγμένος με τη δημοτική παράταξη που υποστήριξε η Νέα Δημοκρατία. Oι άλλοι δημοτικοί σύμβουλοι της ίδιας κατηγορίας, απ' όσο ξέρω, κλήθηκαν όλοι. Δεν ξέρω αν δημοτικοί σύμβουλοι της αντίπαλης προς την υποστηριχθείσα από τη Νέα Δημοκρατία παράταξη, που διέκρινα σε τιμητικές θέσεις στις φωτογραφίες της εκδήλωσης, προσήλθαν κατόπιν προσκλήσεως ή απρόσκλητοι. Αν πάντως προσήλθαν απρόσκλητοι, θεωρώ λάθος των οργανωτών ότι δεν κάλεσαν όλους, αδιακρίτως, τους δημοτικούς άρχοντες, ανεξάρτητα από το αν εκλέχτηκαν με την υποστήριξη ή όχι της Νέας Δημοκρατίας. Αν μου αντιταχθεί ότι δεν κλήθηκα γιατί δεν είμαι κομματικό μέλος της Νέας Δημοκρατίας θ' απαντήσω ότι ειδικές προσκλήσεις εστάλησαν (και ορθότατα) στα άλλα πολιτικά κόμματα. Κατά μείζονα λοιπόν λόγο θα έπρεπε να σταλούν σε συνεργαζόμενα με τη Νέα Δημοκρατία, σε δημοτικό επίπεδο, πρόσωπα, έστω και μη κομματικά της μέλη. Εμμέσως λοιπόν πλην σαφώς συνήγαγα το συμπέρασμα ότι οι οργανωτές δεν επιθυμούσαν την παρουσία μου στην εκδήλωση. Αν, καίτοι ανεπιθύμητος, προσερχόμουν ενδίδοντας στη ζωηρή μου επιθυμία να τιμήσω την επέτειο, για τους λόγους που εκθέτω πιο πάνω, και για να παρακολουθήσω την κ. Βούλτεψη, θα ένιωθα εξαιρετικά άβολα. Σαν με το ζόρι ή από καιροσκοπισμό κλακαδόρος του κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία. Τέτοιο ρόλο δεν καταδεχτηκα να παίξω ποτέ. Oύτε έναντι του ΠΑΣOΚ. Όσο ανήκα σ' αυτό ή απλώς το ψήφιζα. Έτσι, εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς, αναγκάστηκα ν' απουσιάσω.
O συσχετισμός της δικής μου απουσίας με την απουσία οποιουδήποτε άλλου προσώπου θα ήταν επιτρεπτό να γίνει μόνο αν είχε ερωτηθεί και οι λόγοι της απουσίας μας συνέπιπταν. Το βέβαιο είναι πως δε θα με κρατούσε μακριά από μια πολιτική εκδήλωση η μη κατάληψη οποιουδήποτε δημόσιου αξιώματος. Αν αυτό ίσχυε για μένα, θάπρεπε να έχω εγκαταλείψει το ΠΑΣOΚ πολύ νωρίτερα. Πιστεύω πως έχω αποδείξει ότι την έναντι των κομμάτων στάση μου καθορίζουν αποκλειστικά ιδέες, απόψεις και πεποιθήσεις. Όχι η προς το πρόσωπό μου συμπεριφορά μεμονωμένων στελεχών τους ή οργανωτικών κλιμακίων τους. Όσο λαθεμένη, άδικη ή απρεπής κι αν είναι αυτή.
Idem
|