|
Η πρόσκληση προς το Μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών να παραστεί στην ανακήρυξή του ως επίτιμου διδάκτορα του Γρηγοριανού Πανεπιστημίου της Ρώμης είναι αυστηρά προσωπική. Έστω κι αναμφίβολα η τιμητική διάκριση σχετίζεται με την ιδιότητά του ως προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδας. Αναρωτιέται, επομένως, κανείς γιατί την ανταπόκρισή του στην πρόσκληση αυτή έθεσε αρχικά υπό την κρίση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και, εν συνεχεία, της Συνόδου της Ιεραρχίας. Για να εισπράξει την καταθλιπτική εναντίον της πλειοψηφία 42 ιεραρχών (14 ιεράρχες, μεταξύ των οποίων ο μητροπολίτης μας Δωρόθεος Β', προς τιμήν τους μειοψήφησαν). Που, γνώστης αυτός άριστος των ενδοϊεραρχικών συσχετισμών, θα έπρεπε λογικά v' αναμένει. Ανεξάρτητα αττό την αφορμή της και τον, τουλάχιστον επισήμως, προσωπικό χαρακτήρα της, η (οριστικά άραγε;) ματαιωμένη αρχιεπισκοπική επίσκεψη στο Βατικανό θ' αποτελούσε την πρώτη, εθελούσα, επαφή της Ελλαδικής Εκκλησίας με την Καθολική Δύση. Την πρώτη, έστω και προσωποπαγή, συμμετοχή της σ' έναν εκκλησιαστικό διάλογο, σε μια σχέση αγάπης και σε μια πορεία ενότητας μεταξύ δυτικής και ανατολικής Χριστιανοσύνης. Που έχει ξεκινήσει και εξελίσσεται ερήμην της εδώ και σαράντα περίπου χρόνια. Oι πλειοψηφικές αντιρρήσεις έδειξαν για μια ακόμη φορά πόσο απαράδεκτα εσωστρεφής (για να μην πω μισαλλόδοξη) παραμένει η πλειοψηφία των ιεραρχών μας. Που, ενώ θυμάται (ύστερα από δυόμισυ αιώνες) τις υστερικά αντιπαπικές υποθήκες του Κοσμά του Αιτωλού (πράγμα αναμενόμενο αφού εξακολουθεί να είναι εν αρχιερατική χρήσει και να έχει, τουλάχιστον εκκλησιαστική, πέραση) και η εθνικιστική εσχατολογία του εν λόγω νεομάρτυρα Αγίου), λησμονεί χειρονομίες αγάπης της Καθολικής Εκκλησίας προς την Oρθοδοξία πολύ νωπότερες, όπως η εξακολουθητικώς οφειδής δωρεά ιερών λειψάνων και η παραχώρηση ναών σε καθολικές χώρες. Χειρονομίες που φρόντισαν να υπενθυμίσουν, στην Ιεραρχία, αν πιστέψουμε τα σχετικά ρεπορτάζ, ορισμένοι υπό τους μειοψηφήσαντες ιεράρχες.
Προεξάρχων της πλειοψηφικής αντιδράσεως ο και παλαιότερα τροφοδότης της στήλης μητροπολίτης Πειραιώς. Που δεν περιορίστηκε σε αντικανονικές, έστω και υπό μορφή αστεϊσμού, απειλές αφορισμού ισότιμού του μητροπολίτη (!), στον οποίο απέδωσε την ιδέα του αρχιεπισκοπικού ταξιδιού. Αλλ' επικαλέστηκε αφενός το ότι "δεν έχουμε ανάγκη τους καθολικούς" και αφετέρου την εχθρότητα προς αυτούς μεγάλου μέρους του πληρώματος της Εκκλησίας της Ελλάδας!
Δεν επιθυμώ να υπεισέλθω στο μάλλον αδιάφορο για την ετερόδοξη ταπεινότητά μου ζήτημα διεκκλησιαστικού τακτικισμού αν πράγματι η Ελλαδική Oρθοδοξία έχει ανάγκη τον Πάπα και την καθολική Εκκλησία. Μπορεί ναι μπορεί όχι! Εξαρτάται από το τι θεωρεί κανείς ως ανάγκη του. Περιορίζομαι να σημειώσω ότι η αυτάρκεια και η αυτοπεποίθηση που αποπνέει η τοποθέτηση του Αγίου Πειραιώς μου θυμίζει έντονα ανάλογες παρ' ημίν και αλλαχού, απόψεις, πολιτικού τότε και όχι εκκλησιαστικού απομονωτισμού, επαρχιωτισμού, και αναδελφισμού. Που λανσαρίστηκαν μεν, εν μέρει επιτυχώς, και στην τοπική πολιτική μας αγορά στη δεκαετία του 70 αλλά χρεοκόπησαν σύντομα μπροστά στην διόλου ευνοϊκή για απόλυτες αυτονομιές γεωπολιτική πραγματικότητα. Όμως, κι αν ακόμη υποτεθεί ρεαλιστική η απομονωτική άποψή του μόνο το μέγεθος του πώγωνος έχοντος κοινό προς το Φιντέλ Κάστρο Αγίου Πειραιώς, δεν τον ενοχλεί, άραγε, καθόλου από ευαγγελικής και μόνο πλευράς, μακράν κάθε κυνικού πραγματισμού (προσήκοντος, ίσως, σε πολιτικούς και πολιτικάντηδες, όχι όμως και σε ιεράρχες), το πελώριο σκάνδαλο του σχίσματος της Εκκλησίας του Θεού της αγάπης του Χριστού, της έλλειψης, αν όχι τίποτ' άλλο, αδελφικής κοινωνίας μεταξύ των εκκλησιών που τον αναγνωρίζουν Ιδρυτή και Πατέρα τους; Αν τέλος, η έλλειψη οποιασδήποτε επαφής μεταξύ Βατικανού και Εκκλησίας της Ελλάδας επιβάλλεται λόγω των έναντι του καθολικισμού συναισθημάτων της πλειοψηφίας των πιστών της, ποιος ο επί του θέματος ποιμαντικός της ρόλος; Ν' άγεται και να φέρεται από τους αυθορμητισμούς των μαζών; Να χαϊδεύει ατταβιστικές τους προκαταλήψεις; Να τρέχει πίσω από τα μίση και το πάθη τους; Αντί να τους καταδείξει πειστικά αν, όχι (δεν έχουμε τέτοια απαίτηση!) την ασημαντότητα των δογμάτων και, εκ παραλλήλου, τη σοβαρότητα και το δυσεπίλυτο των διοικητικών διαφορών Oρθοδοξίας και Καθολικισμού, τουλάχιστον το ευαγγελικώς ανεπίτρεπτο και ιστορικώς ανεπίκαιρο της διαιώνισης ενός αντιχριστιανικού και μπαγιάτικου μίσους; Όπως ήδη, προ πολλού έπραξαν όχι μόνο ο, επιτέλους διαρκώς ύποπτος στους ελλαδικούς εκκλησιαστικούς φωστήρες, Oικουμενικός Πατριάρχης αλλά και οι προκαθήμενοι πολλών άλλων αυτοκέφαλων Oρθόδοξων εκκλησιών! Mε δυτικής προελεύσεως τραύματα νωπότερα, οδυνηρότερα και παπικότερα της κοσμικής αποκλειστικώς υπαιτιότητας, αντιβυζαντινής εκτροπής της Tέταρτης Σταυροφορίας!!!
Πρόσπερος
|