Εξέχον παράδειγμα για τη συγκεκριμενοποίηση της έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης μέσα από καθημερινά θέματα περιβαλλοντικής διαχείρισης, αποτελεί η Νομολογία του Ε ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ). Θα αναφερθούμε στη συνέχεια στην αρχή της «φέρουσας ικανότητας», αρχή θεμελιώδη για την επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης, ιδιαίτερα για τα νησιώτικα οικοσυστήματα και στο πως η αρχή αυτή χρησιμεύει ως βάση για αποφάσεις του ΣτΕ που αφορούν θέματα χωροταξικού σχεδιασμού σε μικρά νησιά.
Η έννοια της «φέρουσας ικανότητας», στην Οικολογία, αφορά τον μέγιστο αριθμό των ειδών που ένα οικοσύστημα μπορεί να υποστηρίξει κατά τη διάρκεια της εποχής του έτους με τις δυσμενέστερες συνθήκες, ή τη μέγιστη βιομάζα που μπορεί να συντηρήσει αέναα, ή ακόμη τον μέγιστο αριθμό ζώων που βόσκουν που μια περιοχή μπορεί να συντηρήσει χωρίς επιδείνωση. Η ιδέα που περικλείει αυτός ο ορισμός, δηλαδή η πεπερασμένη χωρητικότητα και αντοχή των οικοσυστημάτων, έχει γενικότερη αξία και γι ' αυτό λαμβάνεται ως θεμελιώδες κριτήριο για την εξασφάλιση της επιθυμητής ισορροπίας τόσο των οικοσυστημάτων, όσο και των ανθρωπογενών συστημάτων.
Έτσι, σε θέματα διαχείρισης «φέρουσα ικανότητα» σημαίνει το επίπεδο χρήσης, σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο διαχείρισης, το οποίο ένας φυσικός πόρος (ή πόρος που έχει δημιουργηθεί από τον άνθρωπο) μπορεί να υποστηρίξει χωρίς να επέλθει απαράδεκτος βαθμός επιδείνωσης του είδους και της ποιότητας του πόρου. Παράδειγμα στον τομέα της οικολογίας: το μέγιστο επίπεδο χρήσεων αναψυχής, σε όρους αριθμών και δραστηριοτήτων που μπορούν να υποστηριχθούν σε μια δεδομένη περιοχή, πριν επέλθει παρακμή της οικολογικής της αξίας.
Ο Μ. Δεκλερής (Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας) εξηγεί (1) ότι σκοπός της βιώσιμης ανάπτυξης είναι η ισόρροπη συνύπαρξη των οικοσυστημάτων και των ανθρωπογενών συστημάτων. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει τα συστήματα αυτά να διατηρούν την ισορροπία τους. Η ισορροπία αυτή είναι δυναμική και έχει την τάση να επανέρχεται μετά την αρχική διατάραξη, έτσι αφήνει περιθώρια αμοιβαίων προσαρμογών. Η παραβίαση όμως του ορίου της φέρουσας ικανότητας αποσταθεροποιεί τα συστήματα γιατί συνεπάγεται μη αναστρέψιμες εξελίξεις. Έτσι, το όριο αυτό αποτελεί το κατώφλι, πέρα από το οποίο δεν υπάρχει δυνατότητα επανόδου, αλλά καταστροφή.
Ο σεβασμός της αρχής της φέρουσας ικανότητας πρακτικά σημαίνει:
1. τη διάκριση συνήθων και ευαίσθητων οικοσυστημάτων, τα οποία μπορούν να ανεχθούν μόνο ήπιες μορφές ανάπτυξης (στην τελευταία κατηγορία ανήκουν οι ακτές και τα μικρά νησιά)
2. την υποχρέωση θεσμοθέτησης μέτρων και μεθόδων για τη μέτρηση της φέρουσας ικανότητας των ανθρωπογενών συστημάτων που τείνουν προς υπερτροφική ανάπτυξη, όπως π.χ. του αριθμού και του επιτρεπτού μεγέθους οικισμών, του αριθμού των αυτοκινήτων ή των τουριστών σε ευαίσθητα οικοσυστήματα, κλπ.
3. την αρχή της «σταθερής κατάστασης» για τα φυσικά συστήματα ατμόσφαιρας, υδρόσφαιρας και λιθόσφαιρας, οι φυσικοί παράμετροι των οποίων θα πρέπει να διατηρούνται κάτω από συγκεκριμένα όρια, ώστε να μην δημιουργούνται καταστάσεις ρύπανσης.
Στη χώρα μας, την αρχή της φέρουσας ικανότητας αναγνώρισε για πρώτη φορά το Ε ' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως θεμελιώδη αρχή που θα πρέπει να διέπει την ίδρυση οικισμών που εξαπλώνονται ραγδαία σε βάρος της υπαίθρου, εξαιτίας της αχαλίνωτης κερδοσκοπίας γης και της απουσίας χωροταξικών σχεδίων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ίδρυση των οικισμών αυτών είναι επιτρεπτή μόνο στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδιασμού σε επίπεδο τουλάχιστον Νομού, αφού ληφθεί υπόψη η φέρουσα ικανότητα του όλου οικιστικού ιστού και των παρακείμενων οικοσυστημάτων καθώς επίσης και της γενικότερης χωροταξικής διάταξης της περιοχής (Π.Ε. 246, 586/1992).
Από τότε έως σήμερα, στη Νομολογία του ΣτΕ, η αρχή της φέρουσας ικανότητας παρουσιάζεται ως θεμελιώδης αρχή και κριτήριο για την επιλογή σχεδίων διαχείρισης, έργων και δραστηριοτήτων που θα έπρεπε να επιτραπεί να αναπτυχθούν σε μια ορισμένη περιοχή.
Έτσι το Ε ' Τμήμα του ΣτΕ εξετάζοντας, το 2002, σχέδια Προεδρικού Διατάγματος που αφορούσαν καθορισμό Ζωνών Οικιστικού Ελέγχου στους Δήμους Νάξου και Δρυμαλίας νήσου Νάξου (2) και στη Μύκονο (3), γνωμοδότησε ως εξής:
«Από τις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 6 του άρθρου 24 καθώς και των άρθρων 79 παρ. 8 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι η πολιτεία είναι υποχρεωμένη να προβεί σε χωροταξική οργάνωση της χώρας, η οποία θα διασφαλίζει την προληπτική και κατασταλτική προστασία του πολιτιστικού και φυσικού περιβάλλοντος, τους άριστους δυνατούς όρους διαβίωσης του πληθυσμού και την οικονομική ανάπτυξη στα πλαίσια της αρχής της αειφορίας (βιώσιμης ανάπτυξης). Ουσιώδη όρο για τη βιώσιμη ανάπτυξη αποτελούν τα ολοκληρωμένα χωροταξικά σχέδια (εθνικά, περιφερειακά, ειδικά,Ι). Με τα σχέδια αυτά, με βάση την ανάλυση των δεδομένων και την πρόγνωση των μελλοντικών εξελίξεων, τίθενται οι μακροπρόθεσμοι στόχοι της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης εν αναφορά προς το φυσικό περιβάλλον και την διαφύλαξη των φυσικών πόρωνΙ
Σημαντικό στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος είναι τα ευπαθή ή ευαίσθητα οικοσυστήματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα μικρά νησιά, τα οποία χαρακτηρίζονται από την ενότητα και τη λιτή συμμετρία του τοπίου τους και τη στενή αλληλεξάρτηση των ανθρωπογενών συστημάτων (δημογραφικού, πολιτιστικού, κοινωνικοοικονομικού κλπ) και του φυσικού περιβάλλοντος, με συνέπεια να είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε εξωγενείς παρεμβάσεις. Ουσιώδης όρος για την προστασία των μικρών νησιών είναι τα ειδικά χωροταξικά σχέδια, τα οποία, δεδομένου ότι τα νησιά είναι δεκτικά μόνο ήπιας ανάπτυξης, πρέπει να προβλέπουν και να διατάσσουν στο χώρο των νησιών μόνο εκείνες τις μορφές ανάπτυξης που είναι συμβατές με την αρχή της διατήρησης αμείωτου του πολιτιστικού και φυσικού κεφαλαίου τους. Οι αρχές αυτές είναι εφαρμοστέες και στα προσωρινά υποκατάστατα του χωροταξικού σχεδίου των νησιών όπως είναι οι Ζώνες Οικιστικού ΕλέγχουΙ τα οποία περιέχουν στοιχεία χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και σε αρμονία με τα άρθρα 24 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος, θεσπίζονται με προεδρικά διατάγματα».
H γνωμοδότηση για τη Nάξο
Η ανάλυση αυτή επαναλαμβάνεται αυτούσια και στις δύο γνωμοδοτήσεις. Στη γνωμοδότηση για τη Νάξο ακολουθεί και ο ορισμός της φέρουσας ικανότητας:
«Σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές, η οικιστική ανάπτυξη των μικρών νησιών δεν μπορεί να παραβιάζει τη φέρουσα ικανότητα τους ως παραδοσιακών ανθρωπογενών συστημάτων και ευαίσθητων οικοσυστημάτων. Επομένως, οι οικιστικές πιέσεις για την απόκτηση πρώτης και δεύτερης κατοικίας πρέπει, κατ' αρχήν, να απορροφώνται εντός του υπάρχοντος δικτύου οικισμών και εφ' όσον αυτό δεν έχει υπερβεί τα όρια της φερούσης ικανότητος του. Εφ' όσον δεν έχει εξαντληθεί η φέρουσα ικανότης των υπαρχόντων οικισμών, είναι ανεπίτρεπτη η ίδρυση νέων οικισμών οιουδήποτε τύπου (πρώτης ή δεύτερης κατοικίας). Εάν η ικανότης αυτή έχει εξαντληθεί είναι εξεταστέο εάν, εν όψει της εξελίξεως του τοπικού δημογραφικού συστήματος και με βάση ειδική και εμπεριστατωμένη μελέτη, υπάρχουν ακόμη περιθώρια επεκτάσεως των υφισταμένων οικισμών. Στην περίπτωση αυτή, η απορρόφηση των οικιστικών πιέσεων πρέπει να γίνεται με το θεσμό της επεκτάσεως, όπου αυτό είναι επιτρεπτό, αποκλειόμενης, οπωσδήποτε, της ιδρύσεως νέων οικισμών με το θεσμό των συνεταιρισμών ή της ιδιωτικής πολεοδομήσε-ως».
Με βάση την ανάλυση αυτή, το Ε ' Τμήμα του ΣτΕ ζητάει να γίνουν σημαντικές αλλαγές στο σχέδιο Π.Δ. για τη Νάξο. Ζητάει διαγραφή ολόκληρων παραγράφων που παρουσιάζουν διατάξεις τις οποίες το ΣτΕ χαρακτηρίζει ως «μη νόμιμες», καταλογίζει ευθύνες στη Δημόσια Διοίκηση για ελλείψεις της όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος και για ενέργειες της που το υποβαθμίζουν περαιτέρω.
Για παράδειγμα:
· Θεωρεί ότι «οι παρεκκλίσεις αρτιότητας δεν είναι συμβατές προς το θεσπιζόμενο με το υπό επεξεργασία καθεστώς της ΖΟΕ, διότι, ως έχει κριθεί, τα 4 στρέμματα αποτελούν το ελάχιστο ανεκτό όριο για δόμηση εκτός οικισμών και εντός ΖΟΕ».
· Το σχέδιο Π.Δ. καθορίζει στη Νάξο περιοχές προστασίας αμμοθινών και αλυκών, που περιλαμβάνουν κυρίως ζώνες αιγιαλού και παραλίας. Το σχέδιο εξαιρεί όμως από την προστασία την περιοχή της «Μικρής Βίγλας», όπου επιτρέπει κατοικίες και κτίρια αναψυχής (εστιατόρια κλπ). Το ΣτΕ παρατηρεί ότι η περιοχή αυτή, που αποτελείται από αμμοθίνες και κέδρους και η οποία, σύμφωνα με τις σχετικές μελέτες, είναι ζώνη απολύτου προστασίας, «έχει υποστεί ήδη σημαντικές αλλοιώσεις λόγω και της μεγάλης (δεκαετία) καθυστέρησης εκδόσεως του παρόντος διατάγματος. Για το λόγο αυτό φαίνεται να υπολαμβάνει εσφαλμένως η Διοίκηση ότι ειδικά στην περιοχή αυτή απόλυτης προστασίας είναι δυνατόν να επιτραπεί η δόμησηΙ Η διάταξη αυτή με την οποία «νομιμοποιείται» εκ των υστέρων η επελθούσα με την ανοχή της Διοικήσεως καταστροφή του οικοσυστήματος είναι μη νόμιμη και πρέπει να διαγραφεί».
Tο Π.Δ. της Mυκόνου
Με βάση την ίδια αρχική ανάλυση, το Ε ' Τμήμα του ΣτΕ ζητάει να γίνουν σημαντικές αλλαγές και στο σχέδιο Π.Δ. για τη Μύκονο, όπως:
· Θεωρεί ότι το όριο αρτιότητας για ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις πρέπει να οριστεί σε 10 τουλάχιστον στρέμματα, ενώ όπως αναφέρει η γνωμοδότηση, «Ήδη με το παρόν σχέδιο το όριο κατάτμησης και αρτιότητας για ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις καθορίζεται αναιτιολόγητα σε 4 στρέμματα».
· Για τις περιοχές γεωργικής γης, το ΣτΕ θεωρεί ότι «πρέπει να απαλειφθεί η πρόβλεψη για χρήση κατοικίας, διότι πρόκειται για χρήση ανταγωνιστική προς τη γεωργική χρήση και οδηγεί σε απώλεια της. Εξ άλλου, ως όριο αρτιότητας και κατάτμησης πρέπει να ορισθούν τα δέκα στρέμματα, όπως προβλεπόταν πριν από την τελευταία γνωμοδότηση του ΣΧΟΠ, κατά την οποία το όριο μειώθηκε αναιτιολόγητα σε έξι στρέμματα».
· Για την απόσταση των κτισμάτων από τον αιγιαλό, το ΣτΕ ζητάει «Στην παρ. 4 η ελάχιστη απόσταση κτισμάτων από τη γραμμή αιγιαλού πρέπει να καθοριστεί αντί 50 σε 100 μέτρα».
· Το ΣτΕ ζητάει να προστεθεί στο Π.Δ. παράγραφος όπου θα αναφέρεται ότι «Απαγορεύεται η καταστροφή αναβαθμίδων («πεζούλες»), παραδοσιακά δομημένων μονοπατιών, ξερολιθιών και εν γένει παραδοσιακών κατασκευών (ελαιοτριβεία, ανεμόμυλοι, κλπ)».
· Ζητάει να επαναδιατυπωθεί υφιστάμενη παράγραφος του σχεδίου ως εξής:
«Απαγορεύεται η καθ' οιονδήποτε τρόπο καταστροφή ή αλλοίωση της φυσικής μορφής των ρεμάτων ανεξάρτητα από τις διαστάσεις τους».
Τέλος, στην περίπτωση της Νάξου, το ΣτΕ σημειώνει ότι «η παρατεταμένη ανεπίτρεπτη καθυστέρηση εκδόσεως του Προεδρικού Διατάγματος περί καθορισμού ΖΟΕ Νάξου, επέτρεψε την εγκατάσταση και λειτουργία χρήσεων ασύμβατων προς τη φυσιογνωμία των περιοχών εγκαταστάσεώς τους».
Για το λόγο αυτό θεωρεί ότι πρέπει να οριστεί ρητά στο Π.Δ. ότι οι μη νόμιμες κατασκευές και χρήσεις γης θα πρέπει να απομακρυνθούν αμέσως μόλις δημοσιευτεί το σχέδιο, αλλά και ότι ακόμη και οι νόμιμες, οι οποίες όμως αντίκεινται στις διατάξεις του σχεδίου, θα πρέπει να απομακρυνθούν εντός πενταετίας.
Είναι εξαιρετικά σημαντικό και ενδεικτικό του χαρακτήρα της Δημόσιας Διοίκησης στη χώρα μας, ότι από την ημερομηνία των γνωμοδοτήσεων αυτών του ΣτΕ (εντός του 2002), έως σήμερα, τα δύο αυτά Προεδρικά Διατάγματα, για τη Νάξο και τη Μύκονο, δεν έχουν ακόμη εκδοθεί.
Βιβλιογραφικές αναφορές
1. Δεκλερής Μιχαήλ, 1996, Η Δωδεκάδελτος του Περιβάλλοντος. Εγκόλπιο Βιωσίμου Αναπτύξεως, Εκδόσεις Σάκκουλα, 397 σελ.
2. Συνεδρίαση ΣτΕ 535 / 2002 Επεξεργασία Σχεδίου Διατάγματος καθορισμού ΖΟΕ Δήμου Νάξου και Δρυμαλίας (Ν. Κυκλάδων)
3. Συνεδρίαση 636/2002/12-12-2002 - Επεξεργασία Σχεδίου Διατάγματος «Καθορισμός Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.)Ι Δήμου Μυκονίων νήσου Μυκόνου και νησίδων Αγ. Γεώργιος, Καβουρονήσι, Μαρμαρονήσι, Μόλες, Τραγονήσι, Χταπόδια, Πρασονήσια». |