Ανήκω, ως γνωστόν, τόσο ως πρόσωπο όσο και ως προσωπείο, σε μια,
μειονοτική στη χώρα μας, χριστιανική εκκλησία, η οποία σε αλλοτινούς,
μακρινούς, καιρούς πρόσβαλε, με «καταλόγους απαγορευμένων βιβλίων»
(indices librorum prohibitorum) την πνευματική ελευθερία του ανθρώπου
και την ανοχή του διαφορετικού. Τις αξίες αυτές ωστόσο, έστω
καθυστερημένα, κατάλαβε και με επισημότατες δηλώσεις της αναγνώρισε ως
βασικές αρχές του αυθεντικού Χριστιανισμού. Ως ετερόδοξος, δεν έχω την
τυπική αρμοδιότητα να υποδείξω στην ελλαδική ορθόδοξη εκκλησία τα μέσα
της αντιπαράθεσης των δογμάτων της προς τα δόγματα άλλων χριστιανικών
εκκλησιών. Που, στο πλαίσιο της έκπαλαι πολιτειακά κατοχυρωμένης στην
Ελλάδα θρησκευτικής ελευθερίας, προβάλλονται με την αποστολή σχετικού
έντυπου υλικού σ' ορθόδοξους παραλήπτες. Ως χριστιανός, ωστόσο, που
επιπλέον απεκδέχεται, μαζί με τα μεγαλεία, και τις ιστορικές ενοχές της
δικής του χριστιανικής εκκλησίας, αισθάνομαι την ανάγκη να δηλώσω τη
διαφωνία μου με την πρόσφατη (την έμαθα από τον τοπικό τύπο) απαγόρευση
εκ μέρους της τοπικής Oρθόδοξης Εκκλησίας στους πιστούς της, να
διαβάζουν βιβλία και φυλλάδια μιας προτεσταντικής "εκκλησίας" που τους
έρχονται ταχυδρομικά. Η ιστορία διδάσκει πως τέτοιες, έστω και χωρίς
ουσιαστικές κυρώσεις , απαγορεύσεις δεν αποτελούν αποτελεσματικό μέσο
υπεράσπισης αμφισβητούμενων θρησκευτικών δογμάτων. O ήπιος,
χριστιανικός, διάλογος, η νηφάλια επιχειρηματολογία, είναι ο μόνος
κατάλληλος τρόπος για να καταδειχτεί η υπεροχή τους.
Πρόσπερος
|