Η διοργάνωση πήγε καλά. Που σημαίνει πως σε γενικές γραμμές η Οργανωτική Επιτροπή ανταποκρίθηκε στις προδιαγραφές της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής και είχε γήπεδα, δρόμους, βασικές υποδομές, έτοιμα για τους αγώνες. Συν η τελετή έναρξης που πήρε κολακευτικές κριτικές.
Συνεπώς, σκέφτηκε η Ολυμπιακή Γιάννα, μπορούμε να το κάψουμε. Κι έτσι αποφάσισε να κάψει την Φιλοθέη. Δικός της είναι ο κόσμος ότι θέλει τον κάνει. Αλλά την ευκαιρία δεν την άφησαν ανεκμετάλλευτη οι ίδιοι οι άσπονδοι φίλοι της, που δεν θέλουν να βλέπουν μια Γιάννα να απειλεί τα κεκτημένα τους.
Αν όμως αυτή είναι η ευτράπελη, αλλά όχι και τόσο ασήμαντη, πλευρά των πραγμάτων, υπάρχει και η άλλη, που αφορά την ουσία. Ματαίως επί μια εβδομάδα οι αρμόδιοι της ΔΟΕ, η «Αθήνα 2004», ο τύπος και τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα προσπάθησαν να μεταθέσουν την προσοχή στα μετάλλια, στην γιορτή, σης επιτυχίες. Η υπόθεση του ντόμπινγκ έριχνε βαριά σκιά, όχι μόνο γιατί αφορά δυο πολύ προβεβλημένους πρωταθλητές, αλλά και γιατί είναι αποκαλυπτική των συνθηκών που επικρατούν στον κόσμο του «αθλητικού ιδεώδους». Γιατί αποκάλυψε και στους πλέον άσχετους ποιος είναι ο κόσμος που θαυμάζουν. Φυσικά το να ζητάει κανείς να μη χαθεί η ευκαιρία και να γίνει άμεσα κάθαρση είναι κάτι λογικά και πολιτικά ισοδύναμο με το να ζητάει να γίνει τη Δευτέρα σοσιαλισμός.
Εν πάση περιπτώσει η προσπάθεια να προβληθούν οι επιτυχίες και να ξαναζωντανέψει ο πατριωτισμός των Ελλήνων συνεχίζονται. Κι αρχίζουν πάλι οι αστειότητες περί της ελληνικής ψυχής, όπως εκείνης του τζουντόκα από τη Γεωργία που δεν ξέρει ούτε μια λέξη ελληνικά. Και η πλάκα είναι πως δεν τα λένε για πλάκα αλλά τα πιστεύουν κι αυτοί που τα λένε κι ένα μέρος εκείνων που τα ακούνε, ή έστω, οι τελευταίοι, στην αγωνία τους να πιστέψουν κάτι, πιστεύουν ακόμη κι αυτό.
Όσο και να κάνουμε, πάντως, η Ολυμπιάδα, είναι μια μεγάλη επιτυχία για τους κυρίαρχους κύκλους. Και το γεγονός δεν θα μείνει καθόλου ανεκμετάλλευτο, όσα επεισόδια τύπου Κεντέρη - Θάνου κι αν το διαταράξουν. Εξ ου και η Γιάννα Αγγελοπούλου άναβε τις φωτιές. Ωστόσο η ΔΟΕ κρατάει στην τσίτα την ελληνική πλευρά, υπό την πίεση και των διαφόρων συμφερόντων, κι ενώ απονέμει εύσημα ασκεί ταυτόχρονα και τις ανάλογες κριτικές. Και σημείο ευαίσθητο είναι η πώληση των εισιτηρίων. Οι Έλληνες κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες να καταναλώσουν εισιτήρια, κάτω και από το φοβερό διαφημιστικό μπαράζ. Ωστόσο είτε γιατί κάποιοι, έως πολλοί βρίσκονται σε διακοπές, είτε γιατί δεν έχουν λεφτά, είτε γιατί αδιαφορούν, δεν ικανοποίησαν τις προσδοκίες.
Η «Αθήνα 2004» απαντά πως τα εισιτήρια που πουλήθηκαν είναι πολλά, μέχρι τώρα όσο πουλήθηκαν συνολικά στους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης, αλλά η κυβέρνηση είναι δυσαρεστημένη και ρίχνει τις ευθύνες στην Οργανωτική Επιτροπή που δεν δέχτηκε την επιδότηση των εισιτηρίων και την μαζική αγορά από τα λεφτά του κρατικού ταμείου, προκειμένου να διατεθούν στους δημοσίους υπαλλήλους.
Το θέμα όμως που προκύπτει με τα τόσα πολλά και τα τόσα μεγάλα γήπεδα είναι τι θα γίνουν μετά. Ερώτημα που διατυπώθηκε, όχι μόνον από μας, και που δεν έχει ακόμη απαντηθεί, γιατί δεν έχει απάντηση. Πώς θα συντηρηθούν, ποιες ανάγκες θα εξυπηρετήσουν;
Ίσως να είναι λίγο άχαρο, στο τέλος της γιορτής, εμείς να γκρινιάζουμε για τα μεθεόρτια, αντί να απολαύσουμε το πανηγύρι. Όσο άχαρο είναι και να ψάχνεις μετά μανίας να βρίσκεις ανάποδα, λεπτομέρειες, για να αποδείξεις πως αυτό που δεν σου αρέσει, αλλά αρέσει σε «όλους τους άλλους», δεν είναι ωραίο. Δεν είναι όμως από μιζέρια, η κριτική. Στο τέλος - τέλος δεν είναι δική μας η γιορτή. Ακόμη κι αν κάποιοι από τους κριτικούς πρόλαβαν να δηλώσουν μεταμέλεια, για όσα αρνητικά είχαν πει και γράψει. Δεν ανήκουμε στην κατηγορία εκείνων που όταν τους βιάζουν χαλαρώνουν για να το απολαύσουν.
Eivαι αλήθεια πως έγιναν πολλά πράγματα, χάρις στην πίεση και στην ανάγκη να αποδείξουμε ότι μπορούμε ως Έλληνες. Επιστρατεύθηκε το φιλότιμο και η ευθιξία μας. Ακόμη και η αστυνομία στέκεται διακριτικά, αφού το μεγάλο ρόλο τον έχουν αναλάβει τα μηχανήματα που παρακολουθούν και οι μηχανισμοί που είναι αθέατοι. Ωστόσο για πρώτη φορά είναι και ευγενικοί και μπορείς να πεις πως είναι και εξυπηρετικοί. Για να μην μας δουν οι ξένοι και μας κάνουν άσχημη κριτική. Ειναι αλήθεια πως υπήρξε μια φροντίδα στους κήπους και στις πλατείες. Όσο όμως είναι αλήθεια πως τα έργα υποδομής της πόλης και τα έργα για το περιβάλλον δεν έγιναν, γιατί τα λεφτά και η προσπάθεια ξοδεύτηκαν στις βιτρίνες. Όσο είναι αλήθεια πως ο λογαριασμός, και μάλιστα παραφουσκωμένος, θα έρθει μετά και να δούμε πώς θα πληρώσουμε. Όσο είναι αλήθεια, πώς οι τόσες αχρείαστες εγκαταστάσεις θα μείνουν ανεκμετάλλευτες και κυρίως χωρίς φροντίδα, να συμβολίζουν το παραλήρημα μεγαλείου μιας κυβέρνησης (δύο κυβερνήσεων) και μιας κυρίας. Για την ικανοποίηση του διεθνούς αθλητικού εμπορίου, το οποίο δεν είναι διατεθειμένο να ανοίξει μαγαζί και εδώ και να αφήσει κάτι από τα κέρδη του σε ετούτη τη «δυνατή Ελλάδα», που πίστεψε πως με τη χρήση αναβολικών φιλότιμου, μπορεί να κάνει αγώνες και να πουλήσει μούρη στην ανθρωπότητα. Ματαίως κάνει εκκλήσεις ο ΣΕΒ και η κυβέρνηση μέσω του Athens Business Club 2004, στους επενδυτές να έρθουν να επενδύσουν σε μια Ελλάδα που έδειξε πόσο καλά τα καταφέρνει άμα θέλει. Ματαίως ρίχνουν στο παιχνίδι προγράμματα απασχόλησης. Και με την ευκαιρία προχωρούν ραγδαία τις ιδιωτικοποιήσεις, την εποχή που η προσοχή μας είναι αλλού στραμμένη, αλλά και που τα άδεια ταμεία αναζητούν ζεστό χρήμα. Κοντολογίς η Ελλάδα δεν έγινε πιο δυνατή επειδή κέρδισε στο τζούντο ο Γεωργιανός, η κυρίαρχη τάξη δυνάμωσε τη θέση της. Κι αυτό είναι, πιο κι απ' το κόστος ακριβότερο.
|