H συνέντευξη του Mάνου Eλευθερίου στο περιοδικό "Μετρό" του Μαΐου, στην οποία υποτίθεται, καταφερόταν εναντίον των συριανών, πέρασε μάλλον απαρατήρητη όσο έμενε δημοσιευμένη σ' αυτό το, μάλλον περιορισμένης κυκλοφορίας στη Σύρα, πολιτιστικό περιοδικό. Προσωπικά, πριν από την αναδημοσίευση του επίμαχου τμήματος της στην "Κοινή Γνώμη", ενάμιση τουλάχιστον μήνα αργότερα, μόνο από δυο συμπολίτες δέχτηκα εκφράσεις δυσφορίας. Αυτό βέβαια, μπορεί, σε μεγάλο βαθμό, να οφείλεται στη στενή προσωπική σχέση, με την οποία ο κορυφαίος αυτός πνευματικός δημιουργός τιμά την ταπεινότητα μου. Και στην ονομαστική εξαίρεση μου από την κριτική του για μια μερίδα ή για κάποιες όψεις της συριανής κοινωνίας στη συνέντευξη εκείνη. Εξαίρεση που λαθεμένα εξελήφθη ως μοναδική από ένα δήθεν γενικό ανάθεμα. Κάτι σαν την εύνοια του ανελέητου Γιαχβέ προς τον ενάρετο Λοτ και το σόι του, όταν αποφάσισε να κατάστρεψει τα Σόδομα και τα Γόμορα! Αργότερα, πάντως, όταν η απανταχού συριανοσύνη, μητροπολιτική και παροικιακή, πληροφορήθηκε από τις στήλες της "Κοινής Γνώμης" το περιεχόμενο της συνέντευξης, οι υποπίπτουσες στην αντίληψή μου αντιδράσεις πλήθυναν. Έπαψαν, όμως, να είναι στην πλειοψηφία τους αρνητικές. Ένα έντονων αυτοκριτικών διαθέσεων, εκλεκτικό και επιφυλακτικό ωστόσο, ρεύμα συμπαράστασης προς την κριτική του Ελευθερίου είχε αρχίσει να διαμορφώνεται. Και να γίνεται ιδιαίτερα τολμηρό σε κάθε έκτοτε κι εφεξής κρούσμα της επικρινόμενης από τον Ελευθερίου συριανής μικρότητας ή μιζέριας.
Είχα πάρει την απόφαση να κρατήσω μακριά από τη μαζική δημοσιότητα την εκ μέρους μου πλήρη επιδοκιμασία των απόψεων του Ελευθερίου. Που ούτε από τον ίδιο ούτε από τους δύο διαφωνούντες αρχικούς συνομιλητές μου είχα αποκρύψει. Κι αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι η απαραίτητη για μια τέτοια δημόσια συμπαράσταση αμεροληψία είχε, τουλάχιστον εξωτερικά, εξουδετερωθεί από τη ρητή εύφημη μνεία που μου απένειμε. Του είχα πει χαρακτηριστικά, στο τηλέφωνο πως, αν δεν είχε περιλάβει σ' αυτήν το ρητό έπαινό μου, θα φωτοτυπούσα τη συνέντευξη και θα τη μοίραζα στον κόσμο! Αν τώρα άλλαξα γνώμη και δημοσιοποιώ τη συμφωνία μου μαζί του, αυτό συνέβη για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι ενδεχόμενη σιωπή μου θα μπορούσε να ερμηνευτεί είτε ως διαφωνία επί της ουσίας με τις απόψεις Ελευθερίου είτε ως έλλειψη θάρρους να συμφωνήσω ανοιχτά μαζί του αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις. Κι ο δεύτερος και σημαντικότερος ότι η επίμαχη συνέντευξη του έδωσε αφορμή, να εκδηλωθούν παράλληλα με τις συμφωνίες, και όχι απλές διαφωνίες, Αυτές και θεμιτές είναι και αναμενόμενες. Αλλά, περαιτέρω, έστω σποραδικές, χυδαίες και φθονερές αντιδράσεις του πιο τυφλού, εσωστρεφούς και στενοκέφαλου τοπικισμού. Που τα, σε εθνική τουλάχιστον κλίμακα, καζάντια του η στήλη έχει επανειλημμένα επισημάνει και καταδικάσει.
Είναι προφανές ότι η κριτική του Ελευθερίου δεν περιλαμβάνει συλλήβδην όλα τα μέλη της συριανής κοινωνίας (με την ενδεχόμενη εξαίρεση του υπογραφομένου). Μια τέτοια ισοπεδωτική κατεδάφιση θ' άφηνε εκτός του ελευθερίιου παραδείσου πολλούς, συριανής ιθαγένειας αγγέλους και αγίους του εικονολατρικού εν γένει λογοτεχνικού του έργου. Αναφέρω ενδεικτικά από μεν τους επώνυμους την αλησμόνητη Μαρουσώ Κοτσολάκη, που κι εν ζωή διαρκώς ευλαβείτο και, μετά θάνατον, της αφιέρωσε ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της τελευταίας ποιητικής συλλογής του "Η πόρτα της Πηνελόπης". Κι από τους ανώνυμους κι αταύστιστους έξω από τ' άδυτα της ψυχής του, τα ασφαλώς υπαρκτά πρότυπα δυο τουλάχιστον ηρωίδων του τελευταίου μυθιστορήματος του "Ο καιρός των χρυσανθέμων", της οιονεί αναλαμβανόμενης στους ουρανούς Βηθλεέμ Ευδαίμων και της κι επισήμως αγιοποιούμενης Τερέζας Γαδ!
Αλλά το ζήτημα δεν είναι η έκταση του αντικειμένου της αποδοκιμασίας του Ελευθερίου. Αν δηλ. το κουτσομπολιό, ο φθόνος, η αμάθεια (και η χειρότερη της ημιμάθεια), η υποκρισία, η ατολμία, η μετριολαγνεία κ.ο.κ, αποτελούν στη (σημερινή) συριανή κοινωνία γενικότερα, διάχυτα κι ανεξαίρετα ή, αντιθέτως, μερικά και εντοπισμένα φαινόμενα. Το ζήτημα είναι ότι αυτή η, ενδεχομένως μειοψηφική, μικρότητα δίνει φάλτσο τόνο στη συλλογική έκφραση της συριανής κοινωνίας, ότι είναι αυτή που καθορίζει τη φυσιογνωμία της. Και, το σπουδαιότερο, ότι αυτή η αρνητική φυσιογνωμία δεν αρμόζει στην πολιτισμική παράδοση που ταχτήκαμε, ακόμα και υπό την ευτελή εκδοχή του απλού τουριστικού μεταπράτη της, να διαχειριστούμε. Γιατί τότε (κι αυτό νομίζω πως συμβαίνει σήμερα κι έκανε τον Ελευθερίου ν' αγανακτήσει), ανεξάρτητα από το ποιος εμπίπτει ή όχι ή πιστεύει ή όχι πως εμπίπτει στη γενική καταδίκη, ο τόπος πορεύεται αναπότρεπτα στην παρακμή και στην αποτυχία.
Για να μη μιλάμε λοιπόν αφηρημένα: Όταν παραβιάζεται η ιδιωτική σφαίρα του ατόμου και τα, πραγματικά ή επινοημένα, ευρήματα της παραβίασης χρησιμοποιούνται για τη διαβολή ή απαξίωση της δημόσιας εικόνας του ή του δημόσιου έργου του. Όταν η ηθική, πνευματική, επιστημονική, επαγγελματική κλπ. υπεροχή δεν εμπνέει, ως όφειλε, ευγενείς άμιλλες αλλά κινητοποιεί χυδαίες συκοφαντίες, άνανδρους ψιθύρους, αθέμιτες υπονομεύσεις. Όταν η γενική ασχετοσύνη κι απαιδευσία παραλλάσσεται σε άγονη ή ιδιοτελή ομφαλοσκόπηση του επαρχιακού μας μικρόκοσμου, Όταν η μελοδραματική κοινοτοπία, η μπαρούφα, η κακότεχνη αντιγραφή, η αμήχανη ακυρολεξία προάγονται αντιστοίχως σε "ανθρώπινη ζεστασιά", ευφυολόγημα, υψηλή καλλιτεχνική επίδοση, βαθιά γνώση της ελληνικής. Όταν το σκάρτο ή και το κακό κουκουλώνονται μέχρι των δημόσιων αποκαλυπτηρίων τους για ν' ακολουθήσει τότε και μόνο τότε ο σκληρός, ανελέητος, απάνθρωπος πια διασυρμός τους. Όταν οι εξερχόμενοι της μετριότητας διώκονται συστηματικά για να περισωθεί η τοπική αίγλη, των μετρίων, τα ευχερώς ελεγχόμενα και καθοδηγούμενα μαγαζάκια του κύρους τους. Όταν η πνευματική ανησυχία και ο εξωκομματικός, αδέσμευτος, πολιτικός προβληματισμός βαφτίζονται "γραφικότητες". Όταν ξεχνάμε (με την εξαίρεση της Δημοτικής μας Βιβλιοθήκης) ότι φέτος κλείνουν εκατό χρόνια από το θάνατο του μέγιστου πνευματικού τέκνου της Σύρσς, του Εμμανουήλ Ροϊδη (είναι προς τιμήν του κ. Μαρκουλή ότι προσπάθησε να πραγματοποιήσει πρόταση μου να τιμηθεί ο Ροΐδης στη γενέτειρα του με την περιαχθείσα ανά την υπόλοιπη Ελλάδα παράσταση (σκηνοθεσία και ερμηνεία Σταμάτη Φασουλή) του θεατρικού μονολόγου του Αντώνη Νικολή "Ο κ. Εμμανουήλ και ο Ροϊδης" αλλ', αλοίμονο, προσέκρουσε στην αδυναμία εντάξεως της στα χρονικά όρια των Ερμουπολείων! Λες κι εκτός των Ερμουπολείων δεν επιτρέπεται να γίνει πολιτιστική εκδήλωση τη Σύρα!!). Τότε αργά ή γρήγορα, είτε το πει είτε όχι ο Ελευθερίου, θα μας πάρουνε χαμπάρι! Και το τίμημα θα είναι βαρύ!!
Όλα αυτά τα χρόνια το Μάνο Ελευθερίου τον δοξάσαμε και τον δοξάζουμε. Πάρα πολύ δίκαια. Γιατί το καθαρά προσωπικό του πνευματικό έργο, αναγνωρισμένο και καταξιωμένο πανελληνίως, τιμά τον τόπο της καταγωγής του. Και γιατί αφιέρωσε άφθονο μόχθο και γνώση για να περισωθεί και να μελετηθεί το παρελθόν του τόπου του. Έστω κι αν ο τόπος αυτός τον πλήγωσε και τον πληγώνει. Πόσοι όμως από μας, ακόμα κι από τους συριανούς της γενιάς του, ξέραμε (μέχρι να μας πληροφορήσουν σχετικώς ο Γιάννης Μαρκόπουλος σε μια συναυλία, τα "Συριανά Γράμματα", ο ΘΠΟΣ" Απόλλων" με το πρώτο αφιέρωμα σ' αυτόν το 1989) ότι ήταν Συριανός; Μακριά από την πνευματική και καλλιτεχνική μας ζωή (κι ας ακκιζόμαστε για τη δήθεν καλλιέργεια μας!), μάθαμε έκπληκτοι πως ο στιχουργός τόσων γνωστών κι αγαπημένων τραγουδιών ήταν συμπατριώτης μας! Κι ότι, παράλληλα, ήταν ένας από τους σημαντικότερους έλληνες ποιητές της γενιάς του! Άλλωστε, πόσοι από μας, σήμερα που μιλάμε, ύστερα από τόσα και τόσα τοπικά, μουσικά και φιλολογικά, αφιερώματα, ξέρουμε πως, εκτός από "Των αγγέλων τα μπουζούκια" ή "Το τρένο που φεύγει στις οχτώ ταξίδι για την Κατερίνη", ο Ελευθερίου υπήρξε, στην "Αγρυπνία στον προφήτη Ελισαίο για το σκοτεινό τρυγόνι", ένας από τους βαθύτερους και γνησιότερους ποιητικούς συνομιλητές του Παπαδιαμάντη; Ή, πόσοι από μας, στο τέλος του ζεϊμπέκικου μερακλώματός μας άπό τους στίχους του και τη μουσική του Μαρκόπουλου αναρωτηθήκαμε γιατί "παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια του" και πού και πώς "τ' άδικο τόχει ζήσει μεσ' από την κούνια του"; Ας μη παραπονιόμαστε λοιπόν αν σήμερα εγκαλεί κάποιους από μας για πνευματική αδιαφορία ή για κοινωνική σκληρότητα. Και, προπάντων, ας μην αμολάμε αβασάνιστα εναντίον του την πιο φτηνιάρικη αντίδραση του πληγωμένου φιλότιμου "Ποιος είναι ο Ελευθερίου; (που τάχα μας βρίζει)"! Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω είμαστε οι κατεξοχήν ακατάλληλοι ν' απαντήσουμε σ' αυτό το ερώτημα. Αφού το όνομα του, την προσωπικότητα του, την πανελλήνια φήμη του και την καθολική υποδοχή του ο Ελευθερίου τα διαμόρφωσε και τα κατέκτησε ερήμην μας! Χωρίς όχι απλώς να τον βοηθήσουμε αλλ' ούτε καν να το πάρουμε είδηση!! Το ποιος είναι ο Ελευθερίου το ξέρουν καλά οι μεγάλοι δημιουργοί που συνεργάστηκαν μαζί του, όταν για μας ήταν απλώς ένας, άγνωστης τύχης, απόδημος του '50, οι κριτικοί και οι δημοσιογράφοι που τον ύμνησαν, οι χιλιάδες αναγνώστες της πρόσφατης "ευπώλητης" πρώτης μυθιστορηματικής του δοκιμής κ.ο.κ.
Πίσω βέβαια από την όποια δυσφορία γιο την κριτική του Ελευθερίου ενεδρεύει η αντίληψη πως τα όποια κουσούρια μας καλύτερα να κουκουλώνονται, θυμώνουμε όχι γιατί ό,τι καταγγέλλει δεν είναι αληθινό αλλά γιατί η αποκάλυψη του υποτίθεται πως μας εκθέτει. Ανεξάρτητα από το ότι, στο κάτω - κάτω της γραφής, ό,τι μας καταλογίζει δεν είναι χειρότερο από τα ελαττώματα κάθε μικρής, επαρχιακής ελληνικής κοινωνίας (τα οποία όμως, υποτίθεται, εμείς, είτε αυτοπροσώπως είτε δια των όντως ένδοξων δικαιοπαρόχων μας της Σύρας της ακμής, είχαμε το προνόμιο, να υπερβούμε), η αλήθεια δεν έβλαψε κανέναν. Αν είχαμε εντρυφήσει, πέραν του Εθνικού Ύμνου" (πρόχειρου μόνο για παράφωνες και κραυγαλέες εκτονώσεις ποδοσφαιρικών εθνικών ενθουσιασμών) και στα άλλα γραφτά του "εθνικού", προγονικού του Ελευθερίου, ποιητή μας, θα ξέραμε πως "Το Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ότι είναι αληθές". Η, θεμιτώς παραφράζοντας, πως "Η Σύρα πρέπει να μάθει να θεωρεί συριανό ό,τι είναι αληθινό". Ακόμα κι αν αυτό της είναι δυσάρεστο!
|