Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών στη χώρα μας, όπως και συνολικά στην Ευρώπη, δείχνουν ότι ενώ κλιμακώνεται η επίθεση στα εργατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες, ενώ εντείνεται η αντιδραστική πολιτική της κυβέρνησης, του κεφαλαίου και της ΕΕ και παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια εκδηλώνεται πλατιά λαϊκή δυσαρέσκεια και διαθέσεις διαμαρτυρίας και αντίστασης, παραμένει και φαίνεται πιο έντονη η αδυναμία να ανέβουν οι αντιστάσεις στο επίπεδο ενός κινήματος που θα αντιπαλεύει με στρατηγική ανατροπής την πολιτική της κυβέρνησης και της E.E.
Oι τάσεις αυτές, σε γενικές γραμμές, εκδηλώνονται και στις άλλες χώρες της ΕΕ με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό την κρίση νομιμοποίησης της Ε.E. συνολικά σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Τα κυβερνητικά κόμματα, ιδιαίτερα στην Γερμανία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Ιταλία, καταψηφίστηκαν μαζικά για τις συντηρητικές πολιτικές τους. Η δυσαρέσκεια και το χάσμα με την ΕΕ εκδηλώνεται και με τα φαινόμενα μαζικής αποχής και αυξανόμενου ευρωσκεπτικισμού. Ταυτόχρονα παρατηρείται άνοδος ακραίων συντηρητικών δυνάμεων ενώ είναι εμφανής η έλλειψη συγκροτημένης ριζοσπαστικής απάντησης.
Στην Eλλάδα η Ν.Δ. παρέμεινε πρώτο κόμμα με ποσοστά που αγγίζουν αυτά των εθνικών εκλογών. Το ΠΑΣOΚ γνώρισε άλλη μια μεγάλη ήττα και να συνεχίζει τον κατήφορο της αποδιοργάνωσής του, αφού όλο και λιγότεροι πλέον θα εμπιστεύονται αυτό το κόμμα - σούπα που ονειρεύεται ο Γ. Παπανδρέου.
O ΣΥΝ πήρε το μήνυμα ότι ο μικρομεγαλισμός και η αλαζονική συμπεριφορά τιμωρείται από τον κόσμο της αριστεράς.
To KKE με μια δυναμική προεκλογική καμπάνια και προβάλλοντας κυρίως τον αγώνα για απόκρουση των συνεπειών της πολιτικής που εκπορεύεται από την Ε.Ε. αύξησε τις δυνάμεις του. Αυξημένες είναι και οι δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, είτε είναι υπέρ της θέσης της αποδέσμευσης, είτε όχι. Το εθνικιστικών αποχρώσεων κόμμα του ΛΑOΣ αύξησε σημαντικά τα ποσοστά του.
Τέλος, το μεγάλο ποσοστό της αποχής είναι ένα φαινόμενο που χρειάζεται μια σοβαρή ανάλυση.
Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ενισχύονται οι τάσεις ηγεμονίας της ΝΔ στο αστικό μπλοκ εξουσίας και παροχής περιόδου χάριτος στην κυβέρνησή της καθώς και αντιδραστικές εξελίξεις με την εκλογική άνοδο του ΛΑOΣ αλλά και βαθύτερες συντηρητικές αντιλήψεις με την αυξανόμενη τάση παθητικοποίησης, ατομικών επιλογών και μη συμμετοχής στην κοινωνική και πολιτική πάλη. Στη χώρα μας ιδιαίτερα επέδρασε σημαντικά και το γεγονός ότι οι ευρωεκλογές διεξήχθησαν μόλις τρεις μήνες μετά τις εθνικές εκλογές. Ενισχυτική των πιο πάνω τάσεων είναι η μετάλλαξη του ΠΑΣOΚ, η συμβιβαστική και ανοικτά φιλο-Ε-Ε. γραμμή του ΣΥΝ καβώς και οι διάφορες παραλλαγές ανώδυνης για το σύστημα εκδήλωσης της δυσαρέσκειας.
Ωστόσο, παρά την επί το συντηρητικότερο στροφή του εκλογικού σώματος και την απολίτικη σε μεγάλο βαθμό αποστασιοποίησή του από τα κοινά (έστω κι αν έχουμε να κάνουμε με τη γραφειοκρατία των Bρυξελών), η εκλογική ενίσχυση της αριστεράς και μάλιστα εκείνου του τμήματος που κοντράρει τη λογική του ευρωμανόδρομου συντείνει στην ισχυροποίηση ενός ριζοσπαστικού πόλου, που θα αντιπαλεύει την αντιδραστική αναδιάρθρωση της E.E. ενώ παράλληλα θα αποτελεί το αντίπαλο δέος τόσο στην αντεργατική πολιτική της κυβέρνησης (η οποία θα ενταθεί μετά τους Oλυμπιακούς αγώνες) όσο και στις «συμμετοχικές» αυταπάτες που καλλιεργεί το εν πλήρει μεταλλάξει ΠAΣOK.
|