Ο υπογράφων είναι, όπως γνωρίζουν οι αναγνώστες του, διαπρύστος οπαδός της ευρωπαϊκής ιδέας. Ο ευρωφανατισμός του (ευρωλιγουρισμός κατά τινας), ωστόσο, αυτός δεν είναι αρκετός για ν' ανακαλύψει βαρύνουσα ευρωπαϊκή σημασία στην επικείμενη εκλογή του νέου ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. Για την οποία μάλλον και όχι αδικαιολόγητα φαινεται ν ' αδιαφορούν οι πλείστοι των παλαιών τουλάχιστον πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επηρεάζει ολοένα και περισσότερο και, κατά τη γνώμη μου, ολοένα και θετικότερα τη ζωή μας. Αλλά δεν είναι το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο το όργανό της που πρωταγωνιστεί στη λήψη αυτών των τόσο καθοριστικών αποφάσεών της. Η "επάρατη" γραφειοκρατία των Βρυξελών, κατά της οποίας εξάντλησαν την καταφρονητική γλωσσική τους ευρηματικότητα όλοι οι κρυφοί και φανεροί ελλαδικοί ευρωσκεπτικιστές, διαδραματίζει ρόλο πολύ κεντρικότερο από τη σαφώς δημοφιλέστερη σύναξη του Στρασβούργου στην πορεία και τη διαμόρφωση του μεγάλου ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Εσωτερική επομένως μόνο πολιτική σημασία μπορεί να έχει η εκλογική διαδικασία της προσεχούς Κυριακής. Αλλά κι αυτήν περιορισμένη. Ερχόμενη τρεις μόλις μήνες μετά την αναστροφή του εικοσαετούς πολιτικού σκηνικού της χώρας με τη λαϊκή ετυμηγορία της 7ης Μαρτίου 2004, λειτουργεί απλώς ως ένα επίσημο μετεκλογικό "γκάλοπ". Με αποκλειστική πολιτική επίπτωση την πιθανότητα η ενδεχόμενη καταγραφή διεύρυνσης της μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ αποστάσεως να σημάνει έναρξη αμφισβητήσεως της νέας κι ευλόγως αλώβητης από το δυσμενές εκλογικό αποτέλεσμα του Μαρτίου ηγεσίας του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Επ ' αυτής της οπωσδήποτε περιορισμένης και, για την ώρα, απλώς ενδεχόμενης πολιτικής σημασίας θα ήθελα να εκθέσω τις απόψεις μου. Δεν θα είναι η πρώτη φορά που η αποτυχία στις ευρωεκλογές θα θέσει ζήτημα ηγεσίας στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Το 1984 ο αείμνηστος Ευάγγελος Αβέρωφ, ύστερα από την ήττα της Νέας Δημοκρατίας στις ευρωεκλογές του καλοκαιριού της χρονιάς εκείνης, εγκατέλειψε την ηγεσία του κόμματός του. Παρότι αυτό βελτίωσε, εν σχέσει με τις βουλευτικές εκλογές του 1981, το εκλογικό ποσοστό του και μείωσε τη διαφορά από το (τότε πρώτο) ΠΑΣΟΚ. Σπεύδω όμως ήδη εξαρχής να ξεκαθαρίσω ότι μια αντίστοιχη μετεκλογική εξέλιξη στο σημερινό ΠΑΣΟΚ, κι αν ακόμα μεθοδευτεί, δεν πιθανολογώ πως θα έχει ανάλογη κατάληξη. Δε νομίζω πως το σφόδρα πιθανό "άνοιγμα" της μεταξύ Νέας Δημοκρατιας και ΠΑΣΟΚ "ψαλίδας" μπορεί να χρεωθεί προσωπικά στο Γιώργο Παπανδρέου και μάλιστα σε βαθμό που να δικαιολογεί άμεση αντικατάστασή του στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Μια ευρύτερη του 5% του περασμένου Μαρτίου υπεροχή του κυβερνώντος κόμματος σημαίνει ότι οι ποσοτικά διόλου ευκαταφρόνητες λαϊκές μάζες, που ταυτίστηκαν με το ΠΑΣΟΚ όχι για ιδεολογικούς λόγους αλλ' εξαιτίας των πελατειακών πλεονεκτημάτων που του παρείχε η μακρόχρονη θητεία του στην κυβέρνηση, στρέφονται πλέον, με τα ίδια, ελάχιστα, ανιδιοτελή, κριτήρια, προς το νέο νομέα της εξουσίας. Στο πολύ μικρό χρονικό διάστημα που πέρασε από τις βουλευτικές εκλογές η Νέα Δημοκρατία δεν πρόλαβε, όπως ήταν φυσικό, να επιδείξει θεαματικά επιτεύγματα που να εμπνέουν υψηλής ποιότητας περαιτέρω πολιτικές μεταστάσεις και αντίστοιχα εκλογικά κέρδη. Δεν προκάλεσε όμως και καμιά ραγδαία απογοήτευση από κείνες που απομακρύνουν τα υψηλών απαιτήσεων συστατικά της εκλογικής της βάσης. Και θα ήταν ικανές να εξουδετερώσουν, με τις αντίστοιχες ιδεολογικές απώλειες, τις (πρόσκαιρες) καιροσκοπικές προσχώσεις. Το καλύτερο παράδειγμα είναι το εκκλησιαστικό. Όπου η ουδετερότητα του προσκηνίου και η λοξή, συγκεκαλυμμένη, εύνοια προς το Πατριαρχείο της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ αποτελούσε μνημείο διγλωσσίας και οππορτουνισμού. Ανεπίδεκτο, ασφαλώς, συγκρίσεως με τους λεπτούς αλλά καθαρούς αριστοτεχνικούς, τόσο από πλευράς ουσίας όσο και από πλευράς μορφής, χειρισμούς της Μαριέτας Γιαννάκου. Που είχαν τη γνωστή, αίσια για την ενότητα της Μητέρας και της θυγατέρας εκκλησίας, έκβαση. Oι πιθανές, λοιπόν, απώλειες του ΠΑΣΟΚ και η διαφύλαξη του νεοδημοκρατικού εκλογικού κεφαλαίου του Μαρτίου δεν φαίνεται να σχετίζονται ούτε με τις προσωπικές ηγετικές ικανότητες του Γιώργου Παπανδρέου ούτε με την ακόμη ανέλεγκτη πρόθεση και δυνατότητά του να εφαρμόσει το ευρύτατο λαϊκό αίτημα ριζικής "αλλαγής" του κόμματος του. Αποτελούν είτε παράπλευρες απώλειες της αποβολής από την εξουσία είτε εξοφλήσεως καθυστερημένων γραμματίων του προγιωργοπαπανδρεϊκού, κυβερνητικού, ΠΑΣΟΚ είτε, τέλος, αποτέλεσμα ενός, επί του παρόντος αρκετά συντηρητικού αλλ' αβλαβούς χειρισμού των υψηλού κινδύνου μειζόνων πολιτικών προκλήσεων της νέας, νεοδημοκρατικής, εξουσίας εκ μέρους της τελευταίας.
Είναι, βέβαια, αλήθεια, ότι στο διαρρεύσαν από των εκλογών του Μαρτίου τρίμηνο ο Γιώργος Παπανδρέου δεν προχώρησε σε κινήσεις που να δείχνουν την επιθυμητή αποφασιστικότητα ανταπόκρισης στη λαϊκή επιταγή της "ολικής αλλαγής". Η ολοσχερής προσωπική και η εντυπωσιακή ηλικιακή ανανέωση του ευρωψηφοδελτίου, αν και απλός υπαινιγμός ή άνευ αξίας δείγμα των ποθούμενων ουσιαστικότερων ριζικών ανατροπών, προκάλεσε τόσες και τέτοιες αντιδράσεις ώστε ευκολα μπορεί κανείς να φανταστεί τη θύελλα που θα ξεσήκωνε η περιθωριοποίηση της παντελώς φθαρμένης και ανυπόληπτης κομματικής νομεκλατούρας. Και εξηγεί τους, από την άλλη μεριά ωστόσο θανάσιμους για το ΠΑΣΟΚ και για τον ίδιο, δισταγμούς του για "μεγάλη τομή", θρασύτερος πάντων ο επίδοξος δελφίνος που μετέβαλε τ' αναμφισβήτητα φυσικά του χαρίσματα και την επιστημονική του εξοικείωση με το δόγμα του Συνταγματικού Δικαίου σε εργαλεία ασύστολου προσωποπαγούς καιροσκοπισμού. Ειδικευμένος πλέον σε ανάρμοστες "πατροκτονίες" μετά τη εν έτει 1985, απ' αφορμής της "ψήφου Αλευρά" επιστημονικώς ίσως πειστική αλλ' ανθρωπίνως προπετή (ο όρος δεν είναι δικός μου) αντιπαράθεση προς τον πάνσεπτο δάσκαλο του αείμνηστο Αριστόβουλο Μάνεση, περιέλαβε και τον κατ' αυτόν "προτεστάντη" (διεκδικώντας για τον εαυτό του άπεφθη "ορθόδοξη" γνησιότητα) Κώστα Σημίτη στους παράπλευρους στόχους της επιμελώς και μάλλον όχι αυτοδυνάμως τεκταινόμενης πορείας του προς την ηγεσία... Όπου ελπίζει να φτάσει "πάσης δεξιάς (της "του Κυρίου" συμπεριλαμβανομένης) προσθιγγάνων" (Ευριπίδη, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, στίχ. 339). Ο, με αφορμή την πρόσφατη συνέντευξη του στο « EΣ δημόσιος διάλογός του με τον αρχισυντάκτη της « Ελευθεροτυπίας» Σήφη Πολυμίλη και τον καθηγητή Μιχάλη Σταθόπουλο, κατέδειξε, νομίζω, επαρκώς σε ποιες νομικοπολιτικές ταχυδακτυλουργίες και αξιακές εκπτώσεις μπορεί να παρασύρει η, εν γένει, θεμιτή και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, απόλυτα δικαιολογημένη ηγετική φιλοδοξία. Και η χάριν αυτής, κολακεία της λαϊκής πηγής αλλά και των εξωθεσμικών, λαϊκών και κληρικών, ερεισμάτων της εξουσίας! Η έως τώρα συμπεριφορά του κ. Παπανδρέου, πάντως, δείχνει ότι θα προσπαθήσει ν' αξιοποιήσει υπέρ αυτού την αναμενόμενη ευρωεκλογική καθίζηση του ΠΑΣΟΚ. Αντίθετα από τους εμφανείς πλέον εσωκομματικούς του αντιπάλους που την αναμένουν ως καταλύτη αναδρομής, (μετά ή άνευ Γ. Παπανδρέου) στα "εθνικά", "πατριωτικά", "λαϊκά", "παλιά", εκείνος φαίνεται πως προτίθεται να επιβάλει την ερμηνεία της ως εμμονής της δυνάμει λαϊκής βάσεως του "Κινήματος" στη "μεγάλη αλλαγή". Ως το όριο του εκλογικού του κατήφορου και του πολιτικού του αδιεξόδου. Ως το τελευταίο σκαλί "στου κακού τη σκάλα". Ώστε μη έχοντας "πιο κάτω άλλο σκαλί", "να αιστανθεί να του φυτρώνουν, ω χαρά, τα φτερά, τα φτερά τα πρωτινά του τα μεγάλα"! Το ζήτημα είναι, βέβαια, ποια είναι αυτά "τα φτερά, τα πρωτινά, τα μεγάλα". Για τον κ. Παπανδρέου είναι μια ανανέωση προσώπων και πολιτικών ιδεών που, μέχρις στιγμής, πιθανώς για λόγους τακτικής (για να μην κάψει προώρως τον πραγματικό ή μπλοφατζήδικο άσσο της στην ευρωεκλογική πυρά) κρατάει στο μανίκι του μυστική και απροσδιόριστη. Για τους αντιπάλους του είναι η αποκατάσταση των προνομίων τους και της εσωκομματικής τους ισχύος, κουκουλωμένη με τα ράκη της "πατριωτικής" και "κοινωνικής" ιδεολογικής γκαρνταρόμπας του παλιού, βαθέος, ΠΑΣΟΚ. Το σίγουρο είναι ότι η αναμέτρηση θα γίνει. Άδηλη παραμένει η προσωπική και ιδεολογική έκβασή της. Ελλείψει εκ των ένδον εποπτείας του σημερινού, ηττημένου, ιδεολογικά μετέωρου ΠΑΣΟΚ και παρά τα υπέρ του κ. Γιώργου Παπανδρέου προγνωστικά μας, αδυνατούμε να την προβλέψουμε με απόλυτη ασφάλεια. Τί ξέρουμε όμως; Πώς η κυβερνώσα "Νέα Δημοκρατία", εξασκημένη επί 20 χρόνια στο στίβο της αντιπολίτευσης, δείχνει, τουλάχιστον επί του παρόντος και παρά τις πασοκικές αντιπολιτευτικές πρεμούρες, αρκετά έτοιμη και άνετη ν' ασκήσει, χωρίς σπουδή, νευρικότητα, άγχος, την εξουσία. Απέναντι σ' έναν τέτοιο αντίπαλο, που τώρα πλέον έχει υπέρ αυτού, έστω και ως απλώς μικροπολιτικό, το κυβερνητικό πλεονέκτημα, το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να μείνει παραπαίον, αναξιόπιστο, γραφικό! Τί, κατά τη γνώμη μας, γνώμη πολίτη που οι επιλογές του κινούνται μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων, πρέπει να κάνει, είναι ενός άλλου (ίσως του επόμενου) άρθρου βαγγέλιο! Αν ως τότε τα γεγονότα δεν έχουν ξεπεράσει το πρόβλημα!
|