Πρόσφατα η μικρή μας κοινωνία συγκλονίστηκε μαθαίνοντας το τραγικό τέλος που έδωσε στη σύντομη ζωή του ένας συμπολίτη μας. Ο χαμός του δεν πίκρανε μόνο τους συγγενείς καθώς ήταν αγαπητός σε όλους.
Ωστόσο, ελάχιστοι στάθηκαν στις αιτίες που τον οδήγησαν σ' αυτή την ενέργεια. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, αυτός που όπλισε το χέρι ενός νέου συζύγου και πατέρα ήταν το φάσμα της ανεργίας και της οικονομικής εξαθλίωσης.
Ο αυτόχειρας ανήκε στη μεγάλη κατηγορία των συμβασιούχων, των οποίων το δικαίωμα στην εργασία (άρα και στην αξιοπρεπή διαβίωση) εξαρτάται πάντα από τις «ανάγκες της υπηρεσίας» και την καλή διάθεση αυτών που «έχουν το πεπόνι», δηλαδή όσων λειτουργούν ως επίγειοι Θεοί ανανεώνοντας τις συμβάσεις και παρατείνοντας για λίγο την ελπίδα.
Μέχρι τώρα, βλέπαμε σε ζωντανές τηλεοπτικές συνδέσεις τις αντιδράσεις και τη live απόγνωση συμβασιούχων οι οποίοι απώλεσαν το δικαίωμα που, κατά τις θεμελιώδεις αρχές του ανθρώπινου πολιτισμού, πρέπει να απολαμβάνει κάθε πολίτης. Οι σφαίρες ενός όπλου μας έδειξαν και την τραγικότερη κατάληξη που μπορεί αυτή η απόγνωση να φέρει.
Οι μεταθανάτιες αναφορές στην εργατική αξία και την απόδοση του εκλιπόντος επιτείνουν αντί να αμβλύνουν την κατάσταση. Ακριβώς επειδή δείχνουν πως για έναν άνθρωπο η θέληση για δουλειά αλλά και η απόδοση του σ' αυτό που κάνει δεν φτάνουν για να παρακάμψουν τους αντεργατικούς νόμους που επιβάλλουν τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις.
Για αυτή την τραγική εξέλιξη δεν φταίνε οι εργοδότες που δεν ανανέωσαν τη σύμβαση, δεν φταίει η κυβέρνηση ούτε η αντιπολίτευση. Φταίνε όλοι μαζί. Οι κυβερνώντες (πρώην και νυν) επειδή θέσπισαν και διατηρούν αυτό το εργασιακό καθεστώς. Οι εργοδότες επειδή το χρησιμοποιούν για να περιορίζουν το κόστος. Κι όλοι μαζί επειδή θέλουν τους πολίτες όμηρους και ευάλωτους για να τους χρησιμοποιούν σαν εκλογική πελατεία.
Τελικά, μετά από αιώνες αγώνων του ανθρώπου ενάντια στους δυνάστες του το δικαίωμα στη δουλειά, άρα και στη ζωή, γίνεται θυσία στο Μολώχ μιας κοινωνίας ανισοτήτων, μιας κοινωνίας που τα 2/3 της οφείλουν διά βίου να αγωνιούν για μια θέση στον ήλιο που θα τους παραχωρήσει, αν έχει τη μεγαλοψυχία, το 1/3. Μιας κοινωνίας που διδάσκει τις «αξίες» της υποταγής στους κατέχοντες, μιας κοινωνίας που βολεύει τα «δικά της παιδιά» και συναρτά την αξιοπρεπή τους διαβίωση με βάση τους ψήφους που αυτοί μπορούν να φέρουν στους πολιτικάντηδες. Αν ο αυτόχειρας ήταν κουμπάρος ενός δημάρχου, το πιθανότερο θα ήταν σήμερα να είχε διορίσει όχι ένα αλλά δυο συγγενικά του πρόσωπα «μέσω ΑΣΕΠ» και να μιλούσε ξέγνοιαστος για τις επιτυχίες ή τα στραβοπατήματα της αγαπημένης του ποδοσφαιρικής ομάδας. Όμως, στη θέση του θα βρισκόταν σίγουρα κάποιος άλλος γιατί το κράτος-τέρας έχει ανάγκη από εκμεταλλευόμενους για να διαιωνίζει την κυριαρχία του.
Θα ήταν εγκληματική παράλειψη να αποκρύψουμε τον κυριότερο ένοχο ο οποίος εδρεύει στις Βρυξέλες. Είναι η «φιλελεύθερη», «φιλολαϊκή» και «δημοκρατική» Ευρωπαϊκή Ένωση (η «δική μας Ευρώπη» «our Europe» κατά τον Κ. Σημίτη) η οποία, φροντίζοντας τα παιδιά της, δημιουργεί «αποπαίδια» με τις εργασιακές σχέσεις-λάστιχο που επέβαλλε στα κράτη-μέλη της. Κανένας εργασιακός νόμος του ελληνικού κράτους δεν θεσπίστηκε χωρίς την έγκριση ή, σωστότερα, την προτροπή της «δικής τους Ευρώπης» (their Europe).
Η τραγική κατάληξη ενός νέου εργαζόμενου, πατέρα δυο παιδιών, δεν είναι ένα απονενοημένο διάβημα εν βρασμώ ψυχής. Είναι άλλος ένας κρίκος στην αλυσίδα των θυμάτων της βαρβαρότητας που αναγκάζει άλλους να κλείνουν τις μικροεπιχειρήσεις τους, άλλους να βγαίνουν στους δρόμους μαζί με τα ανήλικα παιδιά τους κι άλλους να πουλούν ό,τι έχουν (πολλές φορές την αξιοπρέπειά τους επειδή αυτή είναι το μόνο ανταλλάξιμο είδος που τους απέμεινε). Kι όλους μαζί να συνωστίζονται στα ταμεία ανεργίας για να εισπράξουν το «αστρονομικό ποσό» των 320 , ένα ποσό του οποίου το ύψος αγνοεί, όπως δήλωσε με ειλικρίνεια, ο πρωθυπουργός (κατά πάσα πιθανότητα και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα δήλωνε άγνοια, αν του είχε γίνει η ίδια ερώτηση). Γιατί να το γνωρίζουν; Μήπως το χρειάστηκαν ποτέ; Ίσως τόσο να είναι το καθημερινό χαρτζιλίκι που δίνουν στα παιδιά τους. Θα όφειλαν, όμως, να το ξέρουν αφού μαζί στη Βουλή καθόρισαν το ύψος του.
Κατά συνέπεια, η καλύτερη μορφή πένθους και μνήμης στον τραγικό αυτόχειρα της μικρής μας κοινωνίας είναι ο αγώνας για να εκλείψουν οι αιτίες που έβαλαν τις σφαίρες στη θαλάμη του όπλου του. Ο αγώνας να αδειάσουν τα όπλα των απελπισμένων. Ο αγώνας που θα αναγκάσει αυτούς που έφεραν την κοινωνία μας σ' αυτό το στάδιο να οδηγηθούν στο ταμείο ανεργίας για να πάρουν το δικό τους επίδομα. Το οποίο μια φιλολαϊκή-φιλεργατική κυβέρνηση θα φροντίσει να είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από τα ψίχουλα που εκείνοι δίνουν στους απασχολήσιμους.
|