Στις 2/4/04 κατατέθηκε στον εισαγγελέα του Aρείου Πάγου αίτηση του Kώστα Kριτσίνη (συγγραφέα, νομικού, πρώην νομάρχη) και Eλευθερίου Bούρβαχη (επιτ. δικηγόρου) που αφορούσε στη δικαστική αποκατάσταση του μεγάλου διδασκάλου του Γένους Θεόφιλου Kαΐρη, ο οποίος καταδικάστηκε το 1852 από το Πλημμελιοδικείο Σύρου για το αδίκημα του προσηλυτισμού και πέθανε στις φυλακές του νησιού. Λόγω του εξαιρετικού ιστορικού και νομικού ενδιαφέροντος της υπόθεσης, παραθέτουμε ολόκληρο το κείμενο της αίτησης αποκατάστασης μιας από τις σημαντικότερες πνευματικές μορφές του νέου ελληνισμού.
Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε στην Άνδρο το έτος 1784 και πέθανε στις φυλακές της Σύρου το έτος 1853, εκτίοντας ποινή φυλάκισης δύο ετών και δέκα ημερών, που του είχε επιβληθεί από το Πλημμελειοδικείο Σύρου, λίγες μέρες πριν συζητηθεί αίτηση αναίρεσης του ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της ανέκκλητης καταδικαστικής απόφασης.
Όπως είναι ιστορικά γνωστό, ο Θεόφιλος Καίρης υπήρξε εθνικός αγωνιστής και μεγάλος διδάσκαλος του Γένους. Λόγιος, ανθρωπιστής, μοναχός, αμφισβητίας, δημοκράτης, ο Θεόφιλος Καΐρης υπήρξε μία από τις ευγενέστερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νεότερου ελληνισμού με πολυσχιδή δράση. Μετά τα πρώτα γράμματα, που διδάχθηκε στο νησί του, σπούδασε στη Σχολή των Κυδωνιών, την περιώνυμη Ακαδημία ή Ελληνομουσείο, φιλολογία, φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσικοχημεία. Μετά την αποφοίτηση του σπούδασε, στις Σχολές Πάτμου και Χίου και στη συνέχεια, αφού πέρασε από την Ελβετία, όπου μελέτησε την οργάνωση των διδακτηρίων του μεγάλου παιδαγωγού Πεσταλότσι κατέληξε στο Πανεπιστήμιο της Πίζας. Εκεί για μια τετραετία παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φυσικής, ανώτερων μαθηματικών, χημείας και φυσιολογίας στην Ιατρική σχολή του ίδιου Πανεπιστημίου. Αφού έλαβε το πτυχίο της Πίζας εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου συστηματοποίησε τις γνώσεις των μαθηματικών, φυσικοχημείας, αστροφυσικής, και φιλοσοφίας των επιστημών. Εκεί γνώρισε και συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή, μετά δε την ολοκλήρωση των σπουδών του επέτρεψε στην Ελλάδα αρχικά στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και μετέπειτα στη Σχολή των Κυδωνιών.
Μετά την καταστροφή των Κυδωνιών στις 2-6-1921, ο Καΐρης αφού είχε ήδη μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία από το 1819, μετέσχε στις πολεμικές επιχειρήσεις του Ολύμπου (1822) και αλλού, υπό τον Γρ. Σάλα, όπου και τραυματίστηκε.
Παράλληλα ο Καΐρης είχε και πολιτική δράση. Ειδικότερα αυτός είχε ενεργό συμμετοχή στη Β' Εθνοσυνέλευση στο Άστρος, ενώ το 1823 υπήρξε μέλος επιτροπής για την επεξεργασία των «εγκληματικών νόμων» και του «Οργανισμού των δικαστηρίων». Αυτός υπήρξε επίσης πληρεξούσιος των Ανδρειωτών στη Γ' Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, ενώ εκφώνησε τον πανηγυρικό λόγο κατά την υποδοχή του Καποδίστρια, ως Κυβερνήτη της Ελλάδος στην Αίγινα. Το 1835 ο Καΐρης ίδρυσε στην Άνδρο Ορφανοτροφείο για τα ορφανά παιδιά των αγωνιστών του 21, που εξελίχθηκε σε μεγάλη σχολή και η φήμη της έγινε γνωστή σ' όλο τον Ελληνισμό.
«Aντιχριστιανικές θεωρίες»
Το 1839 οι συντηρητικοί κύκλοι της εκκλησίας καταφέρνουν να κλείσουν το Ορφανοτροφείο και ταυτόχρονα αρχίζει η περιπέτεια του Καΐρη με την κατηγορία, ότι διδάσκει αντιχριστιανικές θεωρίες. Αφού τον καθαιρούν από μοναχό ως δήθεν αρχηγό άλλης νέας θρησκείας, που ονομαζόταν «θεοσεβισμός», τίθεται σε περιορισμό σε διάφορα μοναστήρια του νησιωτικού χώρου, κάτω από άθλιες συνθήκες διαβίωσης, με συνέπεια να κλονιστεί η υγεία του. Το Μάρτιο του 1844 ο Καΐρης αφού πήρε άδεια από τις Αρχές αναχώρησε για την Ευρώπη (Παρίσι-Λονδίνο) και επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1844, αφού είχε ψηφιστεί το Σύνταγμα, που πρόβλεπε «περί της ελευθερίας της συνείδησης».
Το 1852 ασκήθηκε κατά του Καΐρη και τριών άλλων ποινική δίωξη για το αδίκημα του προσηλυτισμού κ.λ.π., με βάση τις διατάξεις του Ποινικού Νόμου, περί αθεμίτων ενώσεων και εταιρειών, που είχαν εφαρμογή και για τις θρησκευτικές αιρέσεις. Με βάση τις κατηγορίες αυτές επακολουθεί η καταδίκη του από το Πλημμελειοδικείο Σύρου και ο θάνατος του στις φυλακές της ίδιας πόλης. Οι Αρχές αρνούνται στους συγγενείς του να τον ενταφιάσουν στο νεκροταφείο της πόλης και η σορός του μεγάλου άνδρα τοποθετείται σε χώρο παραπλεύρως του λοιμοκαθαρτηρίου, όπου και αυτή σκυλεύεται από φανατικούς. (βλ. περισσότερα στο ένθετο περιοδικό εφημερίδας Ελευθεροτυπία, τεύχος 223/12.2.2004).
Ποινική δίωξη
Κατά των Θεοφίλου Καΐρη, Γρηγορίου Δεσποτοπούλου, Σπυρίδωνος Γλαυκωπίδου, και Θεοφίλου Μονοκονδύλου, ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 198, 212, 214, 217 παρ. 2. 222, και 103 του Ποινικού Νόμου και των άρθρων 15, 17, και 18 του περί εξυβρίσεως εν γένει και περί τύπου νόμου και αυτοί παραπέμφθηκαν να δικαστούν, ως υπαίτιοι των παραπάνω αδικημάτων ενώπιον του Δικαστηρίου των εν Σύρω Πλημμελειοδικών, δυνάμει του υπ' αριθ. 104/1852 Βουλεύματος των εν Σύρω Πλημμελειοδικών, που επικυρώθηκε με το υπ' αριθ. 2693/1852 βούλευμα του Συμβουλίου των εν Αθήναις Εφετών.
Δυνάμει της υπ' αριθ. 181/1852 οριστικής και ανέκκλητης, κατά το δίκαιο που ίσχυε τότε, απόφασης του Πλημμελειοδικείου Σύρου, οι εν λόγω κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι των παραπάνω αδικημάτων και τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης και ειδικότερα εις τον Θεόφιλον Καΐρη συνολική ποινή φυλάκισης δύο ετών και δέκα ημερών.
Aίτηση αναίρεσης
Κατά της παραπάνω καταδικαστικής απόφασης, όλοι οι κατηγορούμενοι άσκησαν νόμιμα και εμπρόθεσμα την από 24.12.1852 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 19.1.1953, όπως προκύπτει από την απόφαση, που εκδόθηκε επ' αυτής. Ο από τους αναιρεσείοντας Θεόφιλος Καΐρης εγκλείσθηκε στις φυλακές Σύρου, δυνάμει και σε εκτέλεση της παραπάνω απόφασης, όπου και απεβίωσε στις 12.1.1853, δηλαδή μία εβδομάδα πριν τη συζήτηση της αναίρεσης του. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 19/1853 απόφαση του Αρείου Πάγου η παραπάνω αναίρεση έγινε μερικά δεκτή. Ειδικότερα με αυτή το Δικαστήριο, δέχθηκε την αναίρεση και κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους αναφορικά με τα αδικήματα, που προβλέπονταν από τα άρθρα 212, 214, και 222 του Ποινικού Νόμου, που εφέροντο, ότι είχαν τελεστεί από κοινού απ' όλους τους κατηγορουμένους, ενώ απέρριψε αυτή για τα λοιπά αδικήματα, που προβλέπονταν από το άρθρο 198 Π.Ν. και τα άρθρα 17 και 18 του περί εξυβρίσεως εν γένει και περί τύπου Νόμου και επέβαλε τα νόμιμα.
Επειδή, παρά το ότι ο από τους αναιρεσείοντας Θεόφιλος Καΐρης είχε αποβιώσει μετά την άσκηση της αναιρέσεως και πριν τη συζήτηση της και το γεγονός κατέστη και ήταν γνωστό στο δικαστήριο, όπως αυτό σαφώς προκύπτει από την ως άνω απόφαση του (βλ. σκεπτικό της), αυτό παρέλειψε να αποφανθεί γι' αυτόν με συνέπεια να παραμένει έκτοτε και μέχρι σήμερα σε βάρος αυτού η καταδικαστική απόφαση, παρά τη μερική ανατροπή της και μάλιστα για τα βαρύτερα αδικήματα των άρθρων 212, 214, και 222 του Π.Ν. που προβλέπονταν από το 9ο κεφάλαιο αυτού «περί αθεμίτων ενώσεων και εταιρειών», που είχαν εφαρμογή και «ως προς τας θρησκευτικάς αιρέσεις».
Επειδή, είναι πρόδηλο, ότι η υπ' αριθ. 19/1853 απόφαση του Αρείου Πάγου από παραδρομή παρέλειψε να περιλάβει διάταξη για τον αναιρεσείοντα Θεόφιλο Καΐρη και ειδικότερα, να παύσει τη σε βάρος του ποινική δίωξη, γι' όλα τα αδικήματα λόγω του επισυμβάντα θανάτου του, πριν ή καταστεί αμετάκλητη η οριστική και ανέκκλητη απόφαση του Πλημμελειοδικείου Σύρου.
Διότι και κατά την Ποινική Δικονομία, που ίσχυε τότε, Νόμος 10/22 Μαρτίου1834 και ειδικότερα κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 5 αυτού οριζόταν ότι:
«Ποινική διαδικασία δεν γίνεται και παύει, εάν ήδη ήρχισε, 1. τελευτήσαντος του κατηγορουμένου οι δε κληρονόμοι δεν υποβάλλονται εις χρηματικάς ποινάς ή πρόστιμα, ουδέ εις την πληρωμή των δικαστικών εξόδων».
Άλλωστε και κατά τον Κ.Π.Δ., που ισχύει σήμερα και ειδικότερα κατά τα άρθρα 514 και 370 ε.δ. Β αυτού, διάταξη που έχει αναδρομική ισχύ ως δικονομική, η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίκη τελειώνει, μεταξύ άλλων και με την οριστική παύση της ποινικής δίωξης, όταν ο κατηγορούμενος έχει αποβιώσει, η παύση δε αυτή, όπως πάγια γίνεται δεκτό, διατάσσεται και από τον Άρειο Πάγο, όταν ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος έχει αποβιώσει, καθόν χρόνο είναι εκκρεμής αίτηση αναιρέσεως (βλ. ενδεικτικά Α.Π. 1076/2003).
Δικαστική αποκατάσταση
Επειδή, υπό τα παραπάνω δεδομένα, νόμιμη συντρέχει περίπτωση συμπλήρωσης της υπ' αριθ. 19/1853 απόφασης του Αρείου Πάγου, ανεξάρτητα από τον μακρότατο χρόνο, που έχει παρέλθει από την έκδοση της δεδομένου, ότι προς τούτο δεν τάσσεται από τον νόμο προθεσμία για την υποβολή της σχετικής αίτησης.
Και ναι μεν κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης δεν υπήρχε κατά την Ποινική Δικονομία, που ίσχυε τότε, ανάλογη διάταξη προς αυτή του άρθρου 145 Κ. Π.Δ., πλην όμως πάγια από τη νομολογία είχε αναγνωριστεί εις τα δικαστήρια η δυνατότητα, όπως με μεταγενέστερη απόφαση τους, προβαίνουν στη διόρθωση παραδρομών, που υπήρχαν σε προγενέστερη απόφαση ή συμπλήρωση παραλείψεων, κατά τρόπο, που δεν έθιγε την ουσία αυτής ή κεκτημένα απ' αυτή δικαιώματα των διαδίκων (βλ. Α.Π. 102/1939, 170/1939, 27/1940 και Μπουρόπουλου Κ.Π.Δ., υπ' άρθρο 145 σελ. 154 έκδοση 1951).
Ήδη η εν λόγω δυνατότητα ρητά αναγνωρίζεται από τη διάταξη του Άρθρου 145 Κ.Π.Δ., που ισχύει και έχει επίσης αναδρομική εφαρμογή, ως δικονομική και στην προκειμένη περίπτωση, ο σκοπός της οποίας είναι η αποκατάσταση της απόφασης από τα σ' αυτή, λόγω παραδρομής λάθη και παραλείψεις, εφόσον εξαιτίας αυτών δεν είναι άκυρος, ώστε με αυτή τη διόρθωση, ενώ δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή, αποδίδεται η αληθινή εικόνα αυτών, που πραγματικά έλαβαν χώρα στο ακροατήριο, κατά τη δικαιοδοτική κρίση, που εκφράστηκε από το δικαστήριο που δίκασε, ή την απόφαση, που εκδόθηκε απ' αυτό. (βλ. Ολ. Α.Π. 444/1981, Α.Π. 1418/1984).
Κατ' ακολουθία των παραπάνω παρακαλούμε κ. Εισαγγελέα, όπως με σχετική αίτηση Σας, εισάγετε προς το αρμόδιο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αίτηση συμπλήρωσης της υπ' αριθ. 19/1853 απόφασης αυτού κατά τα παραπάνω ειδικότερα, συντρεχουσών προς τούτο όλων των νομίμων προϋποθέσεων, ώστε να υπάρξει και η δικαστική αποκατάσταση του μεγάλου διδάσκαλου του Ελληνικού Γένους Θεόφιλου Καΐρη, ο οποίος τόσα πολλά προσέφερε στην πατρίδα του.
|