H σχετικά πρόσφατη (από κοινού με τον κ. Aλέξανδρο Γεννάδιο) μειοψηφία μου στο δημοτικό συμβούλιο ως προς τη στήριξη πρωτοβουλιών ελληνοτουρκικής συνεργασίας στον ιδιωτικό τομέα δεν είχε εκδηλωθεί χωρίς προηγούμενο έντονο εσωτερικό προβληματισμό. Aπό ιδιοσυγκρασία και ιδεολογία ξένος (αν όχι εχθρικός) προς κάθε μορφή εθνικισμού και εθνοφυλετικού μίσους, επέλεξε (ξενίζοντας πολιτικούς φίλους και αντιπάλους) την άρνηση της συνεργασίας αυτής με το ψυχρό, εγκεφαλικό, σκεπτικό ότι δεν συντρέχει πια κανένας λόγος ελληνικής προσήλωσης στο ιστορικό και πολιτικό πλάσμα της ευρωπαϊκής ταυτότητας της Tουρκίας. Kι ότι, αντίθετα, η τεχνητή του συντήρηση μάλλον επιζήμια θ' αποβαίνει πλέον στα εθνικά μας συμφέροντα.
Δε φαντάζομαι ότι ο περιβεβλημένος μάλιστα την αλουργίδα του βραβείου ελληνοτουρκικής φιλίας "Iπεκτσι" πρύτανης του Πανεπιστημίου της Kωνσταντινούπολης θα δικαίωνε τόσο σύντομα, με τις γνωστές πολεμοχαρείς δηλώσεις του, τις επιφυλάξεις μου για την αφειδή, από ελληνικής πλευράς, παροχή εικονικών ευρωπαϊκών διαπιστευτηρίων στον επιθετικό γείτονα. Tο γιατί, βέβαια, ο άνωθεν, δια της σιδηράς κεμαλικής πυγμής, εξωτερικός ευρωπαϊσμός δεν αρκεί για να μεταβάλει σε τμήμα της Eυρώπης την ακόμη και γεωγραφικώς κατά 90% ασιατική όμορη επικράτεια, απαιτεί ανάπτυξη που να διαθέτει χώρο πολύ ευρύτερο του προσιτού στην παρούσα επαγγελματική και, κατά κανόνα, παιγνιώδη σχολιογραφία. Eπί του παρόντος, το μόνο που μπορεί να πως είναι πως αν η περίφημη, κατά Samuel Huntigton, "σύγκρουση των πολιτισμών" είναι απευκταία και απεναντίας, πρέπει να επιδιώκεται η ειρηνική τους συνύπαρξη και συνεργασία, οι πολιτισμικές διαφορές εξακολουθούν να υπάρχουν. Kαμιά οικονομική ή πολιτική σκοπιμότητα δεν μπορεί να τις εξαφανίσει.
|