ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ  
   
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ  
   
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ  
   
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  
   
   

Σχόλια

 
KΩΣTAΣ AΠEPΓHΣ
Ξημερώματα είναι ή σκοτεινιάζει;

 Μ. ΠΕΜΠΤΗ, 23

Mέρα τρεμάμενη όμορφη σαν νεκροταφείο
Με κατεβασιές ψυχρού ουρανού

Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη

Τα χωματένια πόδια μου άλλοτε
(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει να ήμουν)

Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε

Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.

Μ. ΠΕΜΠΤΗ, 23β

Σωστός Θεός. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
Γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
Εωσότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.
Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
Πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας

Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.

Οδυσσέας Ελύτης: Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου

   Οι άγριες χειμωνιάτικες νύχτες στα θαλασσοδαρμένα νησιά μας, μοιάζουν να σπαράζουν στην φρέσκια μας μνήμη, «σαν τη σελήνη στο κοτσάνι της νύχτας».
   Πρώιμα φέτος, φάνηκε νά 'ρχεται η Ανάσταση, «ορθή πάνω στο άρμα της αδειάζοντας από 'να πελώριο χωνί» λεμονανθούς και ροδοπέταλα.
   Οι κυρ-Γιάννηδες και οι Κυρά-Μαρίες, ασβεστώνουν με το άσπρο της καρδιάς τους ντενεκέδες, που 'χουν φυτεμένα ανοιξιάτικα λουλούδια.
   Απ' το παράθυρο του γραφείου μου, στην μοντέρνα Ερμούπολη βλέπω να δεσπόζουν τ' αρχοντικό Δημαρχείο κι η Ανάσταση του Κυρίου ανθοστόλιστη στην κορφή του Δηλιού κατά τ' άλλα το τοπίο θυμίζει Μύκονο. Τίποτα στην μεγάλη Πλατεία δεν ταιριάζει μαζί τους.
   "Θάκαναν φαίνεται λάθος αιώνα".
   Μοιάζουν λίγο παράταιρα με τ' αεικίνητο πλήθος. Τις ακατανόητες κινήσεις. Τις έννοιές του, το ξεσάλωμά του. Τα μπαράκια, που προσμένουν τη νύχτα. Τους κουβάδες με τα απορρίμματα. Τα αποτσίγαρα. Το ανθρώπινο άγχος. Την ηδυπάθεια. Το μόνο που λείπει είναι τα αδέσποτα σκυλιά που εξαφανίστηκαν πρόσφατα σε μια επιχείρηση ευθανασίας. Βουλιάζουμε όλοι και όλα. Μόνο ο μαρμαρωμένος Ναύαρχος, κοιτάει μ' ένα αγέρωχο κι ανεξίτηλο βλέμμα στο πέλαγος που βράζει και ψυχανεμίζεται ναυάγιο.
   Ύστερα φάνηκαν κι πένθιμες μωβ σημαίες, κρεμασμένες στους στύλους, με το ύφασμά τους να θροΐζουν το εκούσιο πάθος.
   Με την ελπίδα της Αναστάσεως και της αιωνίου ζωής.
   Πένθιμος πράος ουρανός, προσμένει τους επιταφίους, τα άμφια, τις μυροφόρες, τη μυρωδιά του λιβανιού τους νεοσύλλεκτους τυφεκιοφόρους σε ανάπαυση, το θάμβος των κεριών, το «Αι γενέαι πάσαι».
   Αφήνω απλωμένα στο ακατάστατο γραφείο, τις αγωγές τα εξώδικα, τα χοντρά βιβλία κι ανοίγω το παράθυρο στην άνοιξη.
   Βγαίνω στον εξώστη. Τα πλοία φτάνουν το ένα μετά το άλλο. Φράζουν το λιμάνι και τη θέα του. Τ ανθρωπομάνι ξαναγυρνάει σα βουερό μελίσσι. Οι καμπάνες χτυπούν και μαζί με το θλιμμένο ήχο το πρώτο δάκρυ της άνοιξης. Η στιγμή είνʼ υπέροχη.
   Ο μεσόκοπος ταξιτζής, που περιμένει για να με πάει στο σπίτι κοιτάει, με την άκρη του ματιού του, τα πρωτοσέλιδα από το περίπτερο της Πλατείας και μονολογεί:
   Πάλι για την Κύπρο ρε κουμπάρε;
   «Σαν να μονολογώ σωπαίνω». Σε όλη τη διαδρομή για το Μέγα-Γυαλό φυσάει ένας νοτιάς εγγαστρίμυθος. «Είμαι έτοιμος για τα χείριστα».
   Φτάνω στο σπίτι. Γέρνω σχεδόν μπαταρισμένος στον καναπέ. Ανοίγω την τηλεόραση. Και ξάφνου, σαν τις σκιές του παλιού κινηματογράφου μπροστά μου ο Ανάν. O Nτε Σότο. Ο Ντενκτάς, ο Γκιούλ, ο Ερντογάν, οι βλοσυροί στρατηγοί. Να βουτάν στην οθόνη σαν τους αλεξιπτωτιστές, εκείνου του πικρού Ιούλη του 1974 σαν τον Ετσεβίτ, τον Κίσιγκερ, τους απόγονους των Κιμέριων.
   Βγήκα για νέες πληγές, πάνω απ' τις παλαιές να επιπλέουν σαν νούφαρα.
Μεγάλη Τετάρτη 2004.
   Γέμισε ο κόσμος αγριωπούς προγόνους, ταλαιπωρημένους να παρακολουθούν τα πλάνα αρχείου. Περιμένοντας το «Μεγάλο Όχι». «Γέμισε ο κόσμος λέξεις ελληνικές ανορθόγραφες από παλιά προικοσύμφωνα και όρκους φιλικών». Όπου πήρα να δακρύζω.
   Κοιτάζω τον Τάσσο Παπαδόπουλο λίγο πριν το μεγάλο διάγγελμα. Τραγικός μα και λυτρωμένος.
   Ανακαλώ τον Ελύτη.
«Αρτίνη»Ι «Κλεώπα»Ι «Βαρνάβα»Ι μα τι γένους είναι λοιπόν ο τόπος αυτός που κηδεύεται; Πρέπει να βγάλω τ' άμφια, να φορέσω πάλι τον χρυσό μου θώρακα και να βγω με τη ρομφαία στο χέρι.

Κάντε πέρα τα παιδιά. Κρεμάστε τα μαύρα στα μπαλκόνια. Κιόλας ακούγεται η στρατιωτική μουσική να πλησιάζει.
Προσοχή! Παρουσιάστε αρμ!
   Και αναρωτιέμαι. Ξημερώματα είναι ή σκοτεινιάζει;
   Και αυτό δεν είναι λογοπαίγνιο.



 
 
Φύλλο αρ. 119
Παρασκευή 16 Απριλίου 2004
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Editorial
Το δίλημμα ενόψει δημοψηφίσματος
Σχόλια
Που έδυ της συριανής Μεγάλης Παρασκευής
το κάλλος ; (1)

Που έδυ της συριανής Μεγάλης Παρασκευής
το κάλλος ; (2)

Ξημερώματα είναι ή σκοτεινιάζει;
Ειδήσεις
Νέος περιφερειάρχης
Εγκρίθηκε ο προϋπολογισμός του νέου σταδίου
Ναυπηγεία Ελευσίνας - Καθέλκυση πυραλαυκάτου
ANTεπIθέσεις
ΠροΤΑΣΣΟυν το Δίκιο και την Αξιοπρέπεια
Συνέντευξη
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΗΓΑΣ "Είμαι πολιτικά αυτόφωτος"
Ιστορία
Το εργατικό κίνημα της Σύρου τον 19ο αιώνα
Λογοτεχνία
Αυτοκρατορία με ημερομηνία λήξεως
Διάλογος
Οφειλόμενη απάντηση στον Π. Ζαβουδάκη και το ΚΚΕ
Ανευ προηγουμένου επίθεση ή μη αρεστή κριτική;
Απόψεις
Αλλαγή στρατηγικής στον τουρισμό
 Επιλογές
Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης
Θέσεις
Η σιωπή δεν είναι χρυσός...