Οι άγριες χειμωνιάτικες νύχτες στα θαλασσοδαρμένα νησιά μας, μοιάζουν να σπαράζουν στην φρέσκια μας μνήμη, «σαν τη σελήνη στο κοτσάνι της νύχτας».
Πρώιμα φέτος, φάνηκε νά 'ρχεται η Ανάσταση, «ορθή πάνω στο άρμα της αδειάζοντας από 'να πελώριο χωνί» λεμονανθούς και ροδοπέταλα.
Οι κυρ-Γιάννηδες και οι Κυρά-Μαρίες, ασβεστώνουν με το άσπρο της καρδιάς τους ντενεκέδες, που 'χουν φυτεμένα ανοιξιάτικα λουλούδια.
Απ' το παράθυρο του γραφείου μου, στην μοντέρνα Ερμούπολη βλέπω να δεσπόζουν τ' αρχοντικό Δημαρχείο κι η Ανάσταση του Κυρίου ανθοστόλιστη στην κορφή του Δηλιού κατά τ' άλλα το τοπίο θυμίζει Μύκονο. Τίποτα στην μεγάλη Πλατεία δεν ταιριάζει μαζί τους.
"Θάκαναν φαίνεται λάθος αιώνα".
Μοιάζουν λίγο παράταιρα με τ' αεικίνητο πλήθος. Τις ακατανόητες κινήσεις. Τις έννοιές του, το ξεσάλωμά του. Τα μπαράκια, που προσμένουν τη νύχτα. Τους κουβάδες με τα απορρίμματα. Τα αποτσίγαρα. Το ανθρώπινο άγχος. Την ηδυπάθεια. Το μόνο που λείπει είναι τα αδέσποτα σκυλιά που εξαφανίστηκαν πρόσφατα σε μια επιχείρηση ευθανασίας. Βουλιάζουμε όλοι και όλα. Μόνο ο μαρμαρωμένος Ναύαρχος, κοιτάει μ' ένα αγέρωχο κι ανεξίτηλο βλέμμα στο πέλαγος που βράζει και ψυχανεμίζεται ναυάγιο.
Ύστερα φάνηκαν κι πένθιμες μωβ σημαίες, κρεμασμένες στους στύλους, με το ύφασμά τους να θροΐζουν το εκούσιο πάθος.
Με την ελπίδα της Αναστάσεως και της αιωνίου ζωής.
Πένθιμος πράος ουρανός, προσμένει τους επιταφίους, τα άμφια, τις μυροφόρες, τη μυρωδιά του λιβανιού τους νεοσύλλεκτους τυφεκιοφόρους σε ανάπαυση, το θάμβος των κεριών, το «Αι γενέαι πάσαι».
Αφήνω απλωμένα στο ακατάστατο γραφείο, τις αγωγές τα εξώδικα, τα χοντρά βιβλία κι ανοίγω το παράθυρο στην άνοιξη.
Βγαίνω στον εξώστη. Τα πλοία φτάνουν το ένα μετά το άλλο. Φράζουν το λιμάνι και τη θέα του. Τ ανθρωπομάνι ξαναγυρνάει σα βουερό μελίσσι. Οι καμπάνες χτυπούν και μαζί με το θλιμμένο ήχο το πρώτο δάκρυ της άνοιξης. Η στιγμή είνʼ υπέροχη.
Ο μεσόκοπος ταξιτζής, που περιμένει για να με πάει στο σπίτι κοιτάει, με την άκρη του ματιού του, τα πρωτοσέλιδα από το περίπτερο της Πλατείας και μονολογεί:
Πάλι για την Κύπρο ρε κουμπάρε;
«Σαν να μονολογώ σωπαίνω». Σε όλη τη διαδρομή για το Μέγα-Γυαλό φυσάει ένας νοτιάς εγγαστρίμυθος. «Είμαι έτοιμος για τα χείριστα».
Φτάνω στο σπίτι. Γέρνω σχεδόν μπαταρισμένος στον καναπέ. Ανοίγω την τηλεόραση. Και ξάφνου, σαν τις σκιές του παλιού κινηματογράφου μπροστά μου ο Ανάν. O Nτε Σότο. Ο Ντενκτάς, ο Γκιούλ, ο Ερντογάν, οι βλοσυροί στρατηγοί. Να βουτάν στην οθόνη σαν τους αλεξιπτωτιστές, εκείνου του πικρού Ιούλη του 1974 σαν τον Ετσεβίτ, τον Κίσιγκερ, τους απόγονους των Κιμέριων.
Βγήκα για νέες πληγές, πάνω απ' τις παλαιές να επιπλέουν σαν νούφαρα.
Μεγάλη Τετάρτη 2004.
Γέμισε ο κόσμος αγριωπούς προγόνους, ταλαιπωρημένους να παρακολουθούν τα πλάνα αρχείου. Περιμένοντας το «Μεγάλο Όχι». «Γέμισε ο κόσμος λέξεις ελληνικές ανορθόγραφες από παλιά προικοσύμφωνα και όρκους φιλικών». Όπου πήρα να δακρύζω.
Κοιτάζω τον Τάσσο Παπαδόπουλο λίγο πριν το μεγάλο διάγγελμα. Τραγικός μα και λυτρωμένος.
Ανακαλώ τον Ελύτη.
«Αρτίνη»Ι «Κλεώπα»Ι «Βαρνάβα»Ι μα τι γένους είναι λοιπόν ο τόπος αυτός που κηδεύεται; Πρέπει να βγάλω τ' άμφια, να φορέσω πάλι τον χρυσό μου θώρακα και να βγω με τη ρομφαία στο χέρι.
Κάντε πέρα τα παιδιά. Κρεμάστε τα μαύρα στα μπαλκόνια. Κιόλας ακούγεται η στρατιωτική μουσική να πλησιάζει.
Προσοχή! Παρουσιάστε αρμ!
Και αναρωτιέμαι. Ξημερώματα είναι ή σκοτεινιάζει;
Και αυτό δεν είναι λογοπαίγνιο.
|