Το μετεκλογικό ΠΑΣΟΚ, αντί να επιδοθεί εσπευσμένως και πυρετωδώς
(ενόψη μάλιστα της αποθαρρυντικής των πολιτικών συσπειρώσεων δοκιμασίας
των ευρωεκλογών του προσεχούς Ιουνίου) στη θορυβωδώς υπεσχημένη τον
καιρό της προεκλογικής πρεμούρας "ανατροπή", "αλλαγή" ή "επανίδρυσή"
του, φαίνεται να προτιμά τις πρόωρες μετωπικές συγκρούσεις με την
κυβέρνηση. Η παραμικρή κάμψη του βήματος πραγματοποιήσεως προεκλογικών
δεσμεύσεων της Νέας Δημοκρατίας, είτε οφείλεται σε άγνωστα ή λησμονημένα
την ώρα της, επιτέλους κοινής στα δύο κόμματα εξουσίας, προεκλογικής
παροχολογικής ακράτειας, θεσμικά κωλύματα ή δημοσιονομικά ελλείμματα,
χρεώνεται από τους "φανατικούς και βιαστικούς γι' αντιπολίτευση" μέχρι
πρότινος κατόχους της εξουσίας, ως ανεπάρκεια, απειρία ή και πολιτική
απάτη στους ακόμη μόλις ολίγων ημερών κυβερνώντες. Δεν είμαι
διατεθειμένος να υπερασπιστώ οποιαδήποτε ολιγωρία της κυβέρνησης της
Νέας Δημοκρατίας ή οποιαδήποτε αντίφαση της κυβερνητικής πρακτικής της
προς τις προεκλογικές της επαγγελίες. Ούτε καν (αν υπάρξουν, όπως ίσως
διαφαίνεται) σε θέματα όπου το σαφές γράμμα των προγραμματικών της
δεσμεύσεων με βρίσκει ριζικά αντίθετο. Και άρα μου είναι, κατά τεκμήριο,
ευπρόσδεκτοι οι δισταγμοί, οι αναστολές και οι, κατά τη λαϊκή ρήση,
"γαργάρες". Ένα κόμμα που έρχεται στην εξουσία οφείλει να τείνει στην,
κατά το δυνατό, συντομότερη, εφαρμογή του συνόλου του προγράμματός του.
Αδιαφορώντας είτε για μερικές ή γενικές κοινωνικές δυσφορίες είτε για
μαζικές αντιδράσεις. Αφού, καλώς ή κακώς, στο ατελώς δημοκρατικό μας
σύστημα, ή ανά τετραετία πλειοψηφική λαϊκή επιλογή δεν μπορεί να
επιμεριστεί. Περιλαμβάνει κατανάγκην in globo εντολή εφαρμογής του
προγράμματος του κόμματος που κερδίζει τη λαϊκή επιδοκιμασία. Θα
επικαλεστώ ως συγκεκριμένο παράδειγμα την ατομική μου περίπτωση. Η εκ
μέρους μου υπερψήφιση της Νέας Δημοκρατίας οφείλεται, όπως ξέρουν
καλύτερα από κάθε άλλον, οι υπομονετικοί τακτικοί αναγνώστες τούτης της
στήλης, στην, κατά τη γνώμη μου, ανάγκη απομακρύνσεως του ΠΑΣΟΚ από την
εξουσία. Αυτή η, βασικά αρνητική ψήφος μου συνεπάγεται ωστόσο, εξίσου μ'
εκείνην του εν λευκώ, ενθουσιώδους και ανεπιφύλακτου οπαδού της Νέας
Δημοκρατίας, εντολή εφαρμογής του προγράμματός της. Είτε, εν όλω ή εν
μέρει, μου αρέσει είτε όχι!
Οι μετεκλογικές ερωτοτροπίες π.χ. της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας
με τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, οι οποίες, μ' ευθύνη του τελευταίου,
προχώρησαν μέχρις ανάρμοστης συνάφειας της θρησκείας με την πολιτική,
της εκκλησίας με την πολιτεία, δεν τυγχάνουν ασφαλώς της εγκρίσεώς μου.
Όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιβεβαίωνε την (αυτονόητη) πρόθεση της
κυβέρνησης να τηρήσει την προεκλογική της δέσμευση για επανεξέταση του
θέματος της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες, έστω απλώς υπό
την μορφή ενός ανοιχτής εκβάσεως πολιτικοεκκλησιαστικού διαλόγου,
καλοπροαίρετη και μη μνήμονες της σφοδρής και μέχρι σήμερα ανυποχώρητης
αντίθεσης του υπογράφοντα στην, έστω προαιρετική, μνεία του θρησκεύματος
στις ταυτότητες, έσπευσαν να μου επισημάνουν την ενωρίτερα του
αναμενόμενου εκδηλωθείσα ιδεολογική ανακολουθία της πρόσφατης ψήφου μου.
Η απάντηση, εντούτοις, είναι απλή. Κανείς, υποθέτω, από τα τρία και
πλέον εκατομμύρια ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας (εκτός ίσως κάποιων,
σπάνιων πλέον, φανατικών) δε θα προσυπέγραφε, ως προσωπικό ιδεολογικό
του μανιφέστο και πολιτικό του ευχετήριο, συλλήβδην και στο ακέραιο το
πρόγραμμα του κόμματος αυτού. Ακόμα και εξέχοντα μέλη της κυβέρνησής
του, σαν το βασικό συντάκτη του προγράμματός του Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ Γιώργο
Σουφλιά και την Υπουργό Παιδείας (και Θρησκευμάτων) Μαριέτα Γιαννάκου,
δεν έχουν, όπως προκύπτει από πρόσφατες απαντήσεις τους σε
δημοσιογραφίες ερωτήσεις, απεμπολήσει την κατά της οποιασδήποτε
αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες θέσεις τους. Που ο μεν, ως
ανεξάρτητος κι εκτός βουλής πολιτικός ,η δε ως βουλευτής της τότε
αντιπολιτευόμενης Νέας Δημοκρατίας, είχαν εκφράσει την εποχή της υπέρ
του θρησκεύματος στις ταυτότητες εκκλησιαστικής εξέγερσης. Οι επιμέρους
αυτές διαφωνίες δεν είναι απαραίτητο να διαρρήξουν ούτε του κυβερνητικού
σχήματος ούτε της λαϊκής βάσης της Nέας Δημοκρατίας τη συνοχή. Που
μπορούν και ίσως οφείλουν να διασπώνται μόνο σε περιπτώσεις μείζονος
σημασίας κατά την κρίση του υποκειμένου της διαφωνίας, αποκλίσεων από
τις συλλογικές κομματικές πολιτικές θέσεις.
Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, τόσο δηλ. εκείνη της εξόδου από
το συλλογικό πολιτικό υποκείμενο όσο και της παραμονής του σ' αυτό, η
μοίρα του διαφωνούντα δεν είναι κατανάγκην αντιστοίχως ο πολιτικός
αναχωρητισμός ή η πολιτική αλαλία. Δόξα σοι ο θεός (!), η, ελπίζουμε
απαράλλαχτη, παρά τις αρχιεπισκοπικές πεποιθήσεις διαρκούς και γενικής
πολιτικής ρευστότητας, δημοκρατία μας επιτρέπε πολλές, πολιτικές και
θεσμικές, διεξόδους στις πολιτικές ετερότητες. Μεταξύ άλλων και για να
γίνουμε συγκεκριμένοι, επιτρέπει σ' έναν ψηφοφόρο μεν (για γενικότερους
πολιτικούς λόγους) της Νέας Δημοκρατίας αλλ' οπαδό της μη αναγραφής του
θρησκεύματος στις ταυτότητες την επίκληση των επί του θέματος
δεσμευτικών αποφάνσεων της εσωτερικής κι ευρωπαϊκής μας δικαιοσύνης!
Που, τουλάχιστον επί του παρόντος και μπροστά στο φάσμα μιας σύγκρουσης
με τη συνταγματική κι ευρωπαϊκή έννομη τάξη μας, μάλλον αποθαρρύνει τις
ακαριαίες και κατά γράμμα "υλοποιήσεις" των προεκλογικών υπεσχημένων.
Πού θέλουμε να καταλήξουμε; Μα στο ότι, παρά τις βαρύγδουπες
παραπομπές σε απαρέγκλιτες, νομικού τύπου, δεσμευτικότητες ("συμβόλαια
με το λαό" και άλλα ηχηρά παρόμοια) που, εδώ και κάποιες δεκαετίες
κατέκλυσαν το τρέχον πολιτικό μας λεξιλόγιο, η πολιτική είναι (και
πρέπει να είναι) χώρος υψηλής ελαστικότητας και σχετικότητας. Όχι,
βέβαια, στο επίπεδο της ατομικής ηθικής των λειτουργών της. Όπως θα
βόλευε κάποιους κεκορεσμένους αξιωματούχους της απελθούσας "κατάστασης"
και κάποιους λιγούρηδες βαθμοφόρους της επελθούσας. Αλλά στο επίπεδο της
συλλογικής δράσης. Που πρέπει να καθορίζεται από τις δυνατότητες και τις
αντοχές της πραγματικότητας. Και όπου τα δόγματα είτε πανάρχαια κι
επεξεργασμένα είτε φρέσκα και πρόχειρα, αποτελούν κακούς συμβούλους.
"Τέχνη του εφικτού" την όρισε ένας μη διακρινόμενος για τη μετριοπάθειά
του "σιδηρούς καγκελάριος". Αν στην πολιτική "το γράμμα" δεν είναι
ενίοτε, για άρχοντες ή/και αρχόμενους θανατηφόρο, ποια δικαιολογία θα
υπήρχε π.χ. (για να μείνουμε στο κλίμα των σχέσεων εκκλησίας και
πολιτείας) που το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ, παρά τις δύο υπό την ηγεμονία του
πραγματοποιηθείσες συνταγματικές αναθεωρήσεις απέφυγε επιμελώς να
εφαρμόσει την επαγγελίας της "Διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη" (1974)
περί χωρισμού της εκκλησίας από το κράτος. Όσο (θεμιτή) δόση πολιτικής
χολής κι αν περιέχει το μνησίκακο ερώτημα χρειάζεται σ' εκείνους που
είκοσι μόλις ημέρες μετά τις εκλογές και μ' ανοιχτά κρίσιμα εθνικά
μέτωπα (Κυπριακό, Ολυμπιάδα), επιδίδονται με περισσό ζήλο σ' εντοπισμό
και μεγέθυνση κυβερνητικών ανακολουθιών.
Μάρκος Δ. Φρέρης
|